Ο Βασίλειος Γ. Βάρσκι 1701 -1747 και το έργο του

Ο Βασίλειος Γ. Βάρσκι 1701 -1747 και το έργο του

Συμβολή στην κυπριακή ιστοριογραφία
των μέσων του 18ου αιώνα

Το κατ’ εξοχήν περιεχόμενο της ιστοριογραφίας αναμφίβολα οριοθετούν πλείστα όσα αντικείμενα άμεσου πληροφοριακού υλικού.  Μεταξύ αυτών σημαίνουσα θέση κατέχει η διά του γραπτού λόγου καταχώρηση των περιηγητικών εντυπώσεων διαφόρων ταξιδευτών.  Η  περιγραφική παρουσίαση  των δεδομένων μιας ιστορικά προγενέστερης εποχής από μέρους συγκεκριμένου καταγραφέα, ενεργεί αναγωγικά στο έργο της σύγχρονης ιστορικής έρευνας.  Ειδικά δε, όταν η σύνθεση αυτή χαρακτηρίζεται για την αρτιότητα της περιγραφής, την ακριβολόγο παρατηρητικότητα, την αντικειμενικότητα των κρίσεων, τότε μπορεί δικαιωματικά να καταταχθεί μεταξύ των πηγών πρωτογενούς ιστορικού υλικού.

Τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω διαγράφουν τις βασικές αρχές της συγγραφικής εργασίας του μοναχού Βασίλειου Βάρσκι.  Η πρώτη έκδοση του έργου του στην ελληνική γλώσσα έχει εκπονηθεί από τον Ανδρέα Στυλιανού στον ΚΑ΄ τόμο των “Κυπριακών Σπουδών”, σε μετάφραση από το αγγλικό κείμενο και φέρει τον τίτλο “Αι περιηγήσεις του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Γρηγόροβιτς Βάρσκι εν Κύπρω”.  Στη συνέχεια το κείμενο είδε το φως της δημοσιότητας στο τρίτομο “Η Κύπρος ανά τους αιώνες”, με επιμέλεια του Άντρου Παυλίδη.  Το περιεχόμενο του έργου του Ρώσου περιηγητή αφορά την Κύπρο της περιόδου της Οθωμανικής κυριαρχίας. Οι σημαντικότερες επισκέψεις του Βασιλείου στη Νήσο, δύο τον αριθμό, πραγματοποιήθηκαν αντίστοιχα από τον Απρίλιο του 1727 μέχρι και τον Ιούλιο του ιδίου έτους και από τον Οκτώβριο του 1734 μέχρι και τον Αύγουστο του 1736.  Επομένως οι ιστοριογραφικές του εντυπώσεις καλύπτουν το δεύτερο τέταρτο του 18ου αιώνα.

Βιογραφικές παράμετροι, άμεσα σχετιζόμενες με το ιστορούμενο έργο του,  υπήρξαν η καταγωγή και η θρησκευτική του ταυτότητα. Γεννήθηκε στο Κίεβο, στις αρχές του 18ου αιώνα και υπήρξε ορθόδοξος χριστιανός στο θρήσκευμα.  Το τελευταίο συντέλεσε αποφασιστικά στο να κατανοήσει ορθά και να περιγράψει αντικειμενικά το ήθος των ανθρώπων της Νήσου – κυρίως ιερωμένων – τα χαρακτηρολογικά γνωρίσματα πληθυσμιακών ομάδων συγκεκριμένων περιοχών, τα δεδομένα που απαρτίζουν λαϊκές παραδόσεις, τα θρυλούμενα από το λαό γεγονότα κ.ά.  Ανάλογης σπουδαιότητας σημασία προσλαμβάνει και η άριστη από μέρους του γνώση της ελληνικής γλώσσας – δείγμα της ευρυμάθειας του συγγραφέα.  Με το γλωσσικό αυτό μέσο οικοδομεί γέφυρες άμεσης επικοινωνίας με τους ανθρώπους της Κύπρου μας.  Ακούει και κατανοεί, θέτει ερωτήματα και γίνεται εύκολα αντιληπτός.

Μετά την παράθεση των εισαγωγικών αυτών σχολίων, προβαίνουμε στην απαρίθμηση των σημαντικότερων πτυχών του έργου του Ρώσου συγγραφέα.

Πρωταρχική ικανότητα πιστής απεικόνισης ιστορημένων ναών, κτηριακών  μοναστηριακών οικοδομημάτων, χώρων ομαδικής συμβίωσης, κοινοτήτων ή πόλεων τον χαρακτηρίζει.  Έτσι με τη γραφίδα του λόγου του αναπαριστάνει με λεπτομέρεια τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα της Μονής Κύκκου, του Αγίου Μάμα, του Σίντη, της Τροοδιτίσσης, της Παναγίας Αράκου, του Αγίου Ηρακλειδίου, του Μαχαιρά, του Αρχαγγέλου στη Λακατάμια, της Αγίας Νάπας, του Αγίου Νεοφύτου, της Αγίας Εγκλείστρας- που χαρακτηρίζει ως “Φωλιά Χελιδονιού-, της Ζαλακιώτισσας, (κοντά στην Πέγεια), του Σταυρού της Μίνθας και πολλών άλλων.  Δεν παραλείπει μάλιστα να καταγράφει την ιστορία τέτοιων καθιδρυμάτων, αντλώντας το υλικό του είτε από προφορικές παραδόσεις που ακούει από το στόμα του λαού, είτε από χειρόγραφους κώδικες που αναδιφεί στους χώρους που επισκέπτεται.  Αρκετές φορές χαράσσει τα περιγράμματα μερικών απ’ αυτά, με όση δυνατή ακρίβεια που παρέχει η φυσική ικανότητα γραμμικής απεικόνισης που τον χαρακτηρίζει, αφού, όπως ο ίδιος ομολογεί, δε διέθετε ειδικές γνώσεις ζωγραφικής τέχνης.  Η συμβολή του, από την άποψη αυτή, τόσο της γραπτής περιγραφής, όσο και της γραφικής παράστασης, καθίσταται μοναδική.  Η μορφολογική αλλοίωση που το βάρος του χρόνου έχει επιφέρει σε αρκετά από τα περιγραφόμενα οικοδομήματα αίρεται σχετικά και επιτυγχάνεται η αναγωγή στην ιστορικά αρχική ή προηγούμενη τοπογραφική σύνθεση.  Τούτο συμβαίνει π.χ. με τη Μονή Κύκκου, που έγινε παρανάλωμα φωτιάς στα 1751, με τη Μονή Τρικουκκιάς, τη Μονή Αρχαγγέλου της “Αλακατάμιας”, τη Μονή Αγίας Νάπας, τη Μονή Απ. Βαρνάβα, τη Μονή Μαχαιρά η οποία αποτεφρώθηκε στα 1892 κ.ά.

Πρόσθετα, στην κριτική ικανότητα του Βασιλείου υποβάλλονται διάφορα πρόσωπα , τα οποία κατέχουν κάποιες φορές ηγετικές θέσεις στην εκκλησιαστική ιεραρχία.  Μέσα από τις ηθολογικές αυτές προσεγγίσεις του, ο μελετητής της ιστορίας σταθμίζει το χαρακτήρα και την προσωπικότητα, μέχρι κάποιου σημείου, ηγετών του υπόδουλου λαού, στοιχείο που συνιστά παράγοντα εκ των ων ουκ άνευ, στη διαμόρφωση της ιστορικής ανθρωπογνωσίας της υπόψη περιόδου.  Έτσι ο οικονόμος της μονής Βασίλειος είναι πρόθυμος στην περιποίηση ξένων, φιλικός και καταδεκτικός.  Απ\’ την άλλη  “λογικός και με φόβο Θεού” χαρακτηρίζεται ο ηγούμενος της Μονής Κύκκου κατά την επίσκεψη του Βασιλείου εκεί στα 1735.  Σ\’ αντίθεση με το χαρακτήρα των πιο πάνω ιερωμένων, ο ηγούμενος της Αγίας Μονής περιγράφεται τραχύς και απότομος, γεγονός που αναγκάζει τον περιηγητή να επισπεύσει το συντομότερο την αναχώρησή του απ\’ εκεί.  Εξάλλου ο Μητροπολίτης Κυρηνείας αναγκάζεται να εγκαταλείψει την ομώνυμη πόλη, που συνιστούσε την έδρα του θρόνου του, και να εγκλεισθεί στη Μονή Σκουριώτισσας, από φόβο μετάδοσης της πανώλους που ειχε ενσκήψει στη Νήσο το δεύτερο τέταρτο του 18ου αιώνα. Τέλος ο Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος είναι, κατά τον Βάρσκυ, βαθιά μορφωμένος, ικανός να χειρίζεται σε κάποιο βαθμό τη Λατινική γλώσσα, ενώ απλότητα και καταδεκτικότητα αποτελούν καίρια χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Ως λειτουργός διακρίνεται για ιεροπρέπεια και σεβασμό. Η μέριμνά του στρέφεται καθημερινά στο υπόδουλο ποίμνιό του, για το οποίο φροντίζει ανάμεσα σ’ άλλα, να λειτουργεί στη Λευκωσία Σχολή, προκειμένου να καλλιεργούνται και προάγονται τα ελληνικά γράμματα.

Ο οξυδερκής κιεβοπολίτης συχνά προβαίνει και σε αξιολογήσεις ομάδων λαού, που συναντά στη διάρκεια των ταξιδιωτικών του οδοιποριών. Διατυπώνει κρίσεις αμερόληπτες για ανθρώπους που διαβιώνουν συνοικιακά, ως π.χ. συμβαίνει με τους κατοίκους της Μυριανθούσης, τους οποίους αποκαλεί   «ευφυείς, λογικούς , ταχείς εις αντίληψιν». Απ’ την άλλη η αγανάκτηση που τον πλημμυρίζει από την παραμέληση και πρόχειρη φύλαξη των λειψάνων του Αγίου Φιλίππου στην κοινότητα Άρσος τον ωθεί στο χαρακτηρισμό τόσο των κληρικών όσο και των λαϊκών ως θρησκευτικά αδιαφόρων. Αναφέρεται σε αριθμό μοιχών και μάγων τους οποίους μπορεί κανείς να συναντήσει μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ενώ οι Κύπριοι χαρακτηρίζονται από αυτόν γενικά ως φιλόξενοι.

Ο περιηγητής με τον προβολέα του λόγου του συχνά φέρνει στο φως ανυπέρβλητες δυσχέρειες που καθήλωναν τις τύχες του υπόδουλου λαού. Σ\’ αυτές θα μπορούσαν να συγκαταριθμηθούν φυσικά φαινόμενα ως λ.χ. δονήσεις στην επιφάνεια της γης, με ασυνήθιστη χρονική διάρκεια. « Μετά το Πάσχα του 1735, σημειώνει, ξέσπασε ένας σεισμός με τη δύναμη του Θεού, για την τιμωρία της ανθρώπινης αμαρτίας. Ο σεισμός έπληξε όλη τη νήσο, την Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας μετά το Πάσχα και ώρα δύο μεταμεσημβρίαν. Διήρκεσε 5 ή 6 λεπτά».
Απ΄την άλλη,  η αδυναμία αντιμετώπισης μολυσματικών ασθενειών προκαλούσε, σύμφωνα με το Βάρσκι,  σπασμωδικές αντιδράσεις μεταξύ του λαού που συνίσταντο είτε σε κατ\’ οίκον περιορισμό και απομόνωση, είτε σε μετακίνηση από κατοικημένες οικισμούς σε βουνώδεις, απόμακρες περιοχές. Έτσι ο Αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος, Επίσκοποι και πολλοί χριστιανοί εγκαταλείπουν τους τόπους διαμονής τους και περιπλανώνται σε « μονές, βουνά και ερήμους τόπους»  προκειμένου να αποφύγουν την επαφή με μολυσμένα από πανώλη άτομα. Ο ίδιος ο Βάρκσυ δεν γίνεται δεκτός στη Μονή Σκουριώτισσας, διότι οι μοναχοί τον υποπτεύονται ως φορέα μετάδοσης της πανώλους και αρκούνται να του χορηγήσουν μέσα από την εξώθυρα της μονής ζωοτροφές, για να συνεχίσει το ταξείδι του. Επιπρόσθετα φοβάται να ταξιδεύσει, αφού οι λιμένες συνιστούν χώρους μετάδοσης  των παθογόνων μικροβίων της νόσου. Τέλος οι δυσχέρειες προέρχονται και από  την καταπίεση που οι Τούρκοι ασκούν σε βάρος των ραγιάδων κατοίκων της Νήσου. Οι μονές και οι εγκαταβιούντες σ\’ αυτές μοναχοί υφίστανται ιδιαίτερα τη βία και την αυθαιρεσία των κρατούντων. Έτσι οι δύο μοναχοί της Μονής Ποδύθου παραπονούνται στο Βάρσκυ ότι οι Τούρκοι αρπάζουν καταναγκαστικά απ\’ αυτούς τροφές και ποτά κάνοντας χρήση της υλικής τους δύναμης. Την ίδια ψυχική κατάσταση λύπης ο περιηγητής διαπιστώνει και μεταξύ των 10 μοναχών της Μονής του Αγίου Νεοφύτου, ενώ μπροστά στην άθλια κατάσταση που αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του από την επίσκεψή του στην παραμελημένη Μονή Τρικκουκιάς ξεσπά σε θερμή παράκληση. « Ας ρίξει το βλέμμα του προς τα κάτω ο Θεός στους φτωχούς και καταπιεζόμενους χριστιανούς και ας δώσει στο λαό βοήθεια και δύναμη» Τέλος με μελανά χρώματα ζωγραφίζει και τις άθλιες συνθήκες ζωής των λαϊκών μελών της Εκκλησίας οι οποίοι με κάθε τρόπο υποφέρουν απ\’ το ζυγό « των υιών της ΄Αγαρ» υποχρεούμενοι να καταβάλλουν υπέρογκα χρηματικά ποσά, υπό μορφή φορολογίας στους Οθωμανούς κυριάρχους τους.

Ο Βασίλειος Γρηγόροβιτς Βάρσκι, με τις περιηγητικές του εντυπώσεις συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση του ιστορικού σκηνικού της Κύπρου των μέσων του 18ου αιώνα. Η επιδεξιότητά του στη χωρογραφική σύνθεση,  στη σκιαγράφηση των αδρομερών χαρακτηριστικών του ήθους των Κυπρίων, αναμφίβολα τον αναδεικνύει σε περιηγητή « κατά θεωρίαν» και όχι « κατ’ εμπορίαν» σύμφωνα με προσφιλή έκφραση του Ηροδότου. Τέλος, κι ας μη φανεί τούτο μικρό και ανάξιο λόγου,  η ρωσική του καταγωγή και η ορθόδοξη χριστιανική του ταυτότητα, συμβάλλουν στην ενίσχυση των δεσμών ομοψυχίας που συνέδεαν τη χώρα του με την ιδιαίτερή μας πατρίδα κατά τους υπόψη χρόνους.

Αλέξης Αλεξάνδρου
Δρ Θεολογίας

Print Friendly, PDF & Email

Share this post