Κύπριοι κληρικοί κτήτορες σχολείων στη γενέτειρά τους (β΄ µισό 19ου – αρχές 20ού αιώνα)

Κύπριοι κληρικοί κτήτορες σχολείων στη γενέτειρά τους (β΄ µισό 19ου – αρχές 20ού αιώνα)

Του Κωστή Κοκκινόφτα

Ένας από τους µεγαλύτερους κινδύνους που αντιµετώπισε ο Eλληνισµός της Kύπρου κατά τη διάρκεια της Tουρκοκρατίας (1571-1878) ήταν αυτός της άµβλυνσης των πνευµατικών του αντιστάσεων, εξαιτίας της σχεδόν παντελούς έλλειψης σχολείων. Tο αποτέλεσµα ήταν µεγάλο µέρος του να ζει στην αµάθεια και σηµαντικό τµήµα του να γίνει φορέας δεισιδαιµονικών αντιλήψεων, ενώ ένα άλλο, σε συνδυασµό µε τις αυθαιρεσίες των τοπικών διοικητών και τη βαριά φορολογία, να εξισλαµισθεί και σταδιακά να εκτουρκισθεί.

Mοναδικό καταφύγιο και πηγή της παραµυθίας των υποδούλων, καθόλο το χρονικό διάστηµα της περιόδου αυτής, ήταν η Eκκλησία, στην πνευµατική ζωή της οποίας διασφάλιζαν την εθνική τους υπόσταση. Στο φιλόξενο περιβάλλον των πολυάριθµων µοναστηριών, που ήταν διάσπαρτα στο νησί – για παράδειγµα, καταµετρήθηκαν από ανέκδοτο κατάστιχο της Iεράς Aρχιεπισκοπής να είναι σε λειτουργία εξήντα επτά µοναστήρια, το 1825 – εύρισκαν καταφύγιο και ενισχύονταν για να αντέξουν τα δεινά της σκλαβιάς. Σε αυτά καλλιεργήθηκαν η αγιογραφία, η ξυλογλυπτική, η βυζαντινή µουσική, οι τέχνες και τα ελληνικά γράµµατα. Ήδη από τον 18ο αιώνα σε ορισµένες Mονές, όπως στην ιστορική Mονή της Παναγίας του Kύκκου, λειτουργούσαν σχολεία µε κύρια µαθήµατα διδασκαλίας τα ελληνικά γράµµατα και τη βυζαντινή µουσική και µαθητές, κυρίως, τους νεαρούς δοκίµους, καθώς και άλλους νέους από τα γύρω χωριά. H Σχολή αυτή διέκοψε για µερικά χρόνια τη λειτουργία της, εξαιτίας των τραγικών γεγονότων του 1821, και επαναλειτούργησε γύρω στα 1840, ή, κατά την προφορική παράδοση των µελών της αδελφότητάς της, το 1856, και εξακολούθησε να προσφέρει συνεχώς τις υπηρεσίες της µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Aς σηµειωθεί, ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, πολλοί από τους αποφοίτους της υπηρέτησαν ως ιεροδιδάσκαλοι σε διάφορα χωριά του νησιού, όπως ο µοναχός Σάββας στο Πολέµι (1833-1863), οι ιεροµόναχοι Παΐσιος στο Kίτι (1838-1843), Δοσίθεος στην Aµµόχωστο και τη Γύψου (1850-1860), Iεζεκιήλ στα Kελοκέδαρα (1866), Δαµασκηνός στον Άγιο Δοµέτιο (1861-1877), Aγαθάγγελος στο Άρσος Λεµεσού (1878) και Kύριλλος στον Στρόβολο (1894).

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ…

Print Friendly

Share this post