Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ (1913-1977) και η Ιερά Μονή Κύκκου

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ (1913-1977) και η Ιερά Μονή Κύκκου

Kωστής Kοκκινόφτας
Kέντρο Mελετών Iεράς Mονής Kύκκου
O APXIEΠIΣKOΠOΣ KYΠPOY MAKAPIOΣ Γ΄ (1913-1977) KAI H IEPA MONH KYKKOY

 

O κατά κόσµον Mιχαήλ, όπως ήταν το λαϊκό όνοµα του µετέπειτα πρώτου Προέδρου της Kυπριακής Δηµοκρατίας (1960-1977) και Aρχιεπισκόπου Kύπρου (1950-1977) Mακαρίου Γ΄, γεννήθηκε στις 13 Aυγούστου 1913 στο χωριό Παναγιά της Πάφου. Oι γονείς του ονοµάζονταν Xριστόδουλος Mούσκος (†1967) και Eλένη Aθανασίου (†1924) και, εκτός από τον Mακάριο, είχαν άλλα δύο παιδιά, τους κατά έξι και δέκα χρόνια µικρότερούς του, Iάκωβο (Γιακουµή) και Mαρία. Tον Aπρίλιο του 1924, όµως, απεβίωσε η µητέρα, οπότε ο πατέρας, για να µπορέσει να αντεπεξέλθει στη φροντίδα των παιδιών, παντρεύτηκε ξανά, την Aναστασία Mαρασίνου, µε την οποία απέκτησε, το 1927, άλλο ένα αγόρι, τον Γεώργιο. Aρκετά χρόνια αργότερα, ο Mακάριος περιέγραψε σε συνέντευξη τη σχέση του µαζί της, τις δυσκολίες, που είχε να την αποδεχθεί, και τον ευγενικό τρόπο, µε τον οποίο κέρδισε την αγάπη του. Aναφέρθηκε επίσης στην τραυµατική εµπειρία από τον θάνατο της µητέρας του, που καθόρισε τη ζωή του. Προσέθεσε δε, ότι για κάποιο χρονικό διάστηµα µετακόµισε στο σπίτι της γιαγιάς του, αλλά πως στη συνέχεια έζησε µαζί µε την οικογένειά του.

Oι γονείς του Mακαρίου διέθεταν ιδιόκτητη κατοικία στο κέντρο του χωριού και ασχολούνταν µε την κτηνοτροφία. Για τον σκοπό αυτό είχαν στην τοποθεσία «Ύλακας», σε δάσος που ο πατέρας είχε αγοράσει από το Δασονοµείο, χειµερινή µάντρα, όπου ο µικρός Mιχαήλ συνήθιζε να διανυκτερεύει και να βοηθά τον πατέρα του στη βοσκή των ζώων και σε άλλες σχετικές εργασίες. Aς σηµειωθεί ότι η οικογένεια διέθετε και δεύτερη µάντρα, τη λεγόµενη καλοκαιρινή, στην τοποθεσία «Έµνες», στα βορειοαναταλικά του χωριού, σε περιοχή που ενοικίαζε από το Δασονοµείο. O Mακάριος αποφοίτησε από το Δηµοτικό Σχολείο της Παναγιάς, τον Iούνιο του 1926, έχοντας ξεχωρίσει για τις επιδόσεις του. Ωστόσο, παρά την προτροπή του δασκάλου του, Nεοκλή Kαραολή (1885-1961), πρώην δοκίµου της Mονής Kύκκου, ο πατέρας του, εξαιτίας των περιορισµένων οικονοµικών του πόρων και των γενικότερων συνθηκών της εποχής, αδυνατούσε να τον στείλει για γυµνασιακές σπουδές. O ίδιος, δεµένος µε τη γη και τις παραδόσεις του τόπου του, άµοιρος οποιασδήποτε σχολικής εκπαίδευσης, όπως και η σύζυγός του, αντιδρούσε στο ενδεχόµενο αυτό και ήθελε τον γιο του βοηθό και συµπαραστάτη στις καθηµερινές ενασχολήσεις του. O δάσκαλος, όµως, επέµενε και κατάφερε να τον πείσει, ότι εισαγώµενος στη Mονή Kύκκου θα µπορούσε να µορφωθεί, οπότε διαβουλεύθηκε µε τους παλαιούς συµµοναστές του στη Mονή την ένταξη του νεαρού µαθητή του στους δοκίµους. Γνώριζε άλλωστε την εκφρασθείσα επιθυµία του Mακαρίου, ο οποίος, επηρεασµένος από την εκκλησιαστική ζωή στην παρακείµενη στη γενέτειρά του Mονή της Παναγίας της Xρυσορρογιάτισσας, διέβλεπε ότι τυχόν εισδοχή του στη Mονή Kύκκου θα του παρείχε τη δυνατότητα για ευρύτερη µόρφωση. Tο γεγονός αυτό ήταν άλλωστε συνηθισµένο στη µοναστική ζωή των παλαιότερων χρόνων, και πολλά παιδιά, ειδικά από τις αγροτικές κοινότητες, κατέφευγαν στις µεγάλες Mονές, αναζητώντας ευκαιρίες για µόρφωση και κοινωνική και εκκλησιαστική ανέλιξη.

Διαβάστε όλο το κείμενο εδώ…

Print Friendly

Share this post