Ομιλία Μητροπολίτη Πάφου κ.Γεώργιου σε συνεστίαση Εκπαιδευτικών στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου 3 Οκτωβρίου 2017

Ομιλία Μητροπολίτη Πάφου κ.Γεώργιου σε συνεστίαση Εκπαιδευτικών στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου 3 Οκτωβρίου 2017

ΠΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ

Ομιλία σε συνεστίαση Εκπαιδευτικών στην Ιερά

Αρχιεπισκοπή Κύπρου 3.10.2017

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιου

 

Μακαριώτατε,

Κύριε Υπουργέ,

Κυρίες και Κύριοι

Συνειδητοποιώ ότι δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας μιλώντας σε Εκπαιδευτικούς, με το να υπενθυμίσω ότι η στόχευση του σχολείου είναι διπλή: Η παροχή γνώσεων και η παροχή αγωγής. Το αναφέρω, όμως, για να σας πω ότι με απασχόλησε για μέρες, μετά την πρόταση του Μακαριωτάτου να απευθύνω ως πρώην εκπαιδευτικός, κάποια λόγια σε σας, αν θα αναφερόμουν, σχετικά, στον γνωσιολογικό τομέα ή στον τομέα της αγωγής.

Υπάρχουν και στον γνωσιολογικό τομέα θέματα που θα μπορούσαν να ιδωθούν από την οπτική γωνία της Εκκλησίας. Η πλημμυρίδα των γνώσεων σε κάποιους τομείς π.χ. και οι καθημερινές νέες εφευρέσεις στον τομέα της Τεχνολογίας, παραλύουν την κριτική σκέψη μαθητών και καθηγητών και τους περιορίζουν στην απλή εκτέλεση οδηγιών, στο πάτημα δηλαδή κάποιων κουμπιών . Αδρανοποιούν, επίσης, και τη διαδικασία ελεύθερης εκλογής  ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες προσφερόμενες δυνατότητες, οδηγώντας στην υποταγή στα προστάγματα της διαφήμισης και της προπαγάνδας. Εξάλλου το πλήθος αυτών των γνώσεων πιέζουν ασφυκτικά τον διδακτικό χρόνο των ηθοπλαστικών μαθημάτων στα σχολεία, τα οποία, στο χρησιμοθηρικό μοντέλο της Παιδείας μας, κινδυνεύουν να γίνουν οι φτωχοί συγγενείς της εκπαίδευσης.

Περισσότερο θα προσφερόταν ο τομέας της αγωγής για μιαν ομιλία από έναν κληρικό. Κι έχουμε, δυστυχώς, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς πολλές αφορμές γι’αυτό: Τα κρούσματα παραβατικότητας, με τη χρήση ακόμα και δακρυγόνων σε κάποια Λύκεια, όπως τα παρακολουθήσαμε στους δέκτες της τηλεόρασης μας, οι αυξανόμενες αιτήσεις απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, η προϊούσα χαλάρωση της ευθύνης από  τους εκπαιδευτικούς. Ήμουν μάρτυρας τελευταία μιας τέτοιας ανεύθυνης πράξης: Σε οκταήμερη εκδρομή στο εξωτερικό, σε μέρες εργασίας των σχολείων ήταν μαζί μας εκπαιδευτικός, με άδεια «ασθενείας». Κι αυτά είναι μερικές, μόνον, ενδεικτικές περιπτώσεις. Πιστεύω, όμως, ότι σ’ αυτά μπορεί να δώσει λύσεις το Σχολείο και το Υπουργείο γενικότερα.

Προτίμησα να κινηθώ σ’ ένα θέμα ανάμεσα στους δυο πιο πάνω τομείς με τους οποίους ασχολείται το Σχολείο. Σ’ ένα θέμα που άπτεται και της γνώσης και της αγωγής. Διάλεξα ένα θέμα στα όρια της επιστήμης, του γνωσιολογικού δηλαδή τομέα και της θεολογίας, του τομέα της αγωγής, ένα θέμα που αγγίζει βασικές αρχές της εσώτατης φύσης των δύο μεγεθών. Θα ήθελα μ’ αυτό τον τρόπο να υποδείξω σ’ όσους υπερτιμούν τη γνώση ότι δεν θα πρέπει να τους διαφεύγει και η σχετική ασάφεια ως προς τις αρχές της και ότι δεν θα πρέπει να υπερτιμούν τα γνωστικά μαθήματα σε σχέση με τα ηθοπλαστικά.

Με τον όρο Επιστήμη εννοώ κυρίως της Φυσικές Επιστήμες, κι αυτές θα χρησιμοποιήσω στα παραδείγματά μου. Τα συμπεράσματα, όμως αφορούν όλους τους συγκροτημένους τομείς του επιστητού.

Από όσους διεισδύουν κάπως στις αρχές και στις μεθόδους της, η Επιστήμη θεωρείται ότι είναι, σήμερα, η μόνη οδός προς τη γνώση. Οι άνθρωποι αυτοί αποδίδουν στην Επιστήμη ιδανικές ιδιότητες: Άκρα πειστικότητα, απόλυτη βεβαιότητα, ακλόνητη σταθερότητα και αντικειμενικότητα.

Από την άλλη, η θρησκευτική πίστη χαρακτηρίζεται από πολλούς σαν κάτι το αυστηρά και απόλυτα προσωπικό, κάτι που δεν μπορεί να έχει πειστικότητα η βεβαιότητα πέραν από το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Μια θρησκευτική εμπειρία π.χ. που έχει κάποιος, για πολλούς δεν μπορεί να επαληθευτεί από άλλο πρόσωπο

Μια ιστορική διαμάχη  της Επιστήμης με την Δυτική Εκκλησία που παρουσίασε δύο μέγιστα, στις περιπτώσεις του Γαλιλαίου και του Δαρβίνου, έδωσε την εντύπωση πως η Επιστήμη κι  ο Χριστιανισμός βρίσκονται σε μιαν αντίθεση, σε μιαν αντιπαράθεση που πηγάζει από τη φύση τόσο της Επιστήμης όσο και της θρησκείας. Σε μιαν τέτοια περίπτωση πώς θα επιδρούσαν στον μαθητή δυο αλληλοσυγκρουόμενοι ερεθισμοί; Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;

Σήμερα νέοι παράγοντες, που προηγουμένως παραθεωρούνταν ή αγνοούνταν, προσδιορίζουν όρια και επισημαίνουν αδυναμίες της επιστήμης και βλέπουν όλο και περισσότερα κοινά σημεία της προς τη θρησκεία. Η κατανόηση των ορίων και των αδυναμιών της Επιστήμης, καθώς και των ευρυνομένων κοινών σημείων της προς τη θρησκεία, εκ μέρους των εκπαιδευτικών και η μετάδοσή τους  στους μαθητές, νομίζω πως θα συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης σ’ αυτούς, θα πλατύνει τους ορίζοντές τους  και θα βοηθήσει στη δημιουργία μιας προσγειωμένης προσωπικότητας και σωστού ήθους σ’ αυτούς, θα συντελέσει, με άλλα λόγια, στην επίτευξη των στόχων του Σχολείου.

Οι φιλόσοφοι της επιστήμης τονίζουν σήμερα ότι η επιστήμη βλέπει τον κόσμο από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, ενώ η θρησκεία από μιαν άλλη. Όπως στα σχέδια μιας οικοδομής έχουμε την κάτοψη, την πρόσοψη και την πλάγια όψη του οικοδομήματος, έτσι συμβαίνει και με τη φυσική πραγματικότητα. Η επιστήμη αντιπροσωπεύει απλώς  μιαν όψη του οικοδομήματος της φυσικής πραγματικότητας χωρίς καμίαν αξίωση ότι αποτελεί τη μόνη ή την κύρια θεώρησή της.

Σήμερα, έξαλλου, γίνεται από όλους δεκτό ότι υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία σε πολλές χριστιανικές θέσεις, όπως στη διδασκαλία περί δημιουργίας του κόσμου. (Η σειρά εμφάνισης των ειδών είναι καθαρά επιστημονική). Υπάρχουν επίσης και θρησκευτικά στοιχεία στην επιστήμη, όπως είναι ο παράγοντας πίστη. Η πίστη συναντάται  τόσο στην επιστήμη όσο και στη θρησκεία.

Όλα τα βασικά πιστεύω μας και στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα. Η θρησκεία αυτονόητα πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού που δημιούργησε τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν. Δεν αποδεικνύει αυτή την αρχή της. Μα και στην επιστήμη κάθε επιστημονική θεωρία ξεκινά από μιαν αναπόδεικτη υπόθεση. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα:

Η κυρίαρχη σήμερα επιστημονική θεωρία της προέλευσης του κόσμου από μια μεγάλη έκρηξη, το Big Bang, ξεκινά από την υπόθεση, την πίστη, ότι υπήρξε η μεγάλη έκρηξη και ότι από αυτή προήλθαν η ύλη, ο χώρος και ο χρόνος. Μετά την υπόθεση αυτή αρχίζουν να λεν τι έγινε το πρώτο δευτερόλεπτο ύστερα από την έκρηξη, τον πρώτο χρόνο, τους μετέπειτα αιώνες.  Χωρίς αυτή τη βασική πίστη, το όλο οικοδόμημα που κτίζουν οι επιστήμονες θα κατέρρεε.

Και πράγματι! Ποια διαφορά υπάρχει ως προς την πίστη σε ύπαρξη αρχικών, αναπόδεικτων, προϋποθέσεων της αρχής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και της θεωρίας του Big ang;  Παραθέτω προς σύγκριση τις δύο διακηρύξεις, εκφράζοντας και την επιστημονική υπόθεση κατά το ιδίωμα του Ευαγγελιστή:

«Εν αρχή  ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι’αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν. Εν αυτώ ζωή ήν και η ζωή ην  το φώς των ανθρώπων» (Ιω. α΄, 1-4).

Η διακήρυξη αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας, αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αναπόδεικτη με άλλο τρόπο.

Και η θεωρία του Big Bang : «Εν αρχή ην  η μεγάλη έκρηξις. Η έκρηξις ην αυτογένητος και δεν νοείται ερώτησις περί του αιτίου της ή του εκραγέντος. Η έκρηξις ην εν αρχή προς τον εαυτόν της. Πάντα, περιλαμβανομένων του χώρου, του χρόνου και της ύλης, δι’αυτής εγένετο και χωρίς αυτής εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν. Εν τη εκρήξει ζωή ην, περιλαμβανομένης της ζωής των ανθρώπων…»

Νομίζω ότι οι ομοιότητες είναι καταπληκτικές και εμφανείς σε όλους.

Ο παράγοντας «πίστη» εκδηλώνεται και στην αποδοχή των ανακαλύψεων και της εν γένει εργασίας των προηγούμενων επιστημόνων. Αν κάθε επιστήμονας δεν πίστευε ότι η δουλειά των προηγούμενων συναδέλφων του ήταν ορθή, αν ήθελε ο ίδιος να επιβεβαιώσει όλους τους νόμους και τις αρχές που διατυπώθηκαν και ελέγχθηκαν προηγουμένως, δεν θα προλάμβανε να προχωρήσει σε τίποτα το νέο. Πίστη λοιπόν, και αρχικές προϋποθέσεις δεν είναι γνώρισμα μόνο της Θρησκείας αλλά και της Επιστήμης.

Σε παλαιότερες εποχές υπήρχε η αντίληψη ότι το καθετί στον τομέα της Επιστήμης χαρακτηριζόταν από απόλυτη αντικειμενικότητα σε αντίθεση προς τη θρησκεία όπου υπεισέρχονταν υποκειμενικοί παράγοντες. Αν έλεγες «αυτό ελέγχθηκε επιστημονικώς» δεν σήκωνε αντίρρηση. Σήμερα, όμως, γίνεται από όλους αποδεκτό ότι η γνώση είναι συνδεδεμένη με τον παρατηρητή. Δύο παρατηρητές που βλέπουν το ίδιο αντικείμενο από την ίδια θέση, δεν μας το περιγράφουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο∙ δεν μας δίνουν δηλαδή την ίδια γνώση. Η επιστημονική γνώση είναι, με αλλά λόγια, νοητή μέσω της διατύπωσης και μορφοποίησης που παίρνει από τον ερευνητή, έχει υποκειμενικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με την θεωρία της σχετικότητας, (αυτό φοβούμαι ότι μόνον οι των θετικών επιστημών μπορούν να το καταλάβουν) δυο παρατηρητές θα έχουν διαφορετική αντίληψη του χρόνου και θα περιγράφουν τα διάφορα γεγονότα βάσει αυτής της αντίληψης, αν κινούνται με διαφορετική ταχύτητα σε σχέση με τα παρατηρούμενα γεγονότα. Η γνώση δηλ. για το ίδιο γεγονός εξαρτάται από τον παρατηρητή και την ταχύτητα με την οποία κινείται.

Δεν θα πρέπει, εξάλλου, να ξεχνούμε ότι η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο είναι συνάρτηση της ανθρώπινης κατασκευής και των αισθητηρίων που διαθέτουμε. Ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε είναι ο κόσμος της ανθρώπινης αντίληψης και δράσης. Άλλοι συντελεστές, άλλα δεκτικά όργανα, θα συντελούσαν ώστε ο κόσμος να μας φαίνεται διαφορετικός όπως διαφορετικός φαίνεται στα διάφορα ζώα. Κάποια ζώα, π.χ. , δεν διακρίνουν τα χρώματα, βλέπουν μαυρόασπρα, χωρίς αυτό να είναι η πραγματικότητα.

Πολλοί εξαίρουν τα μέσα πρόσκτησης της επιστημονικής γνώσης, τις αισθήσεις δηλαδή, και αντιπαραβάλλοντάς τα προς την πίστη και τη θρησκευτική διαίσθηση δίνουν σ’αυτά ιδανικές ιδιότητες. Λίγοι υποψιάζονται ότι είναι δυνατόν οι αισθήσεις  μας να μας απατούν. Σ’ αυτή την περίπτωση αναφέρω ένα απλό πείραμα που κάναμε όλοι στα μαθητικά μας χρόνια με τρία  δοχεία που περιείχαν ζεστό, κρύο και χλιαρό νερό αντίστοιχα. Αν βυθίζαμε το ένα χέρι στο ζεστό νερό θα είχαμε την αίσθηση του ζεστού νερού. Αν βυθίζαμε το άλλο χέρι στο κρύο νερό, θα είχαμε την πληροφορία για κρύο νερό. Μα, αν βγάλλαμε τα δυο χέρια από το ζεστό  και το κρύο νερό και τα βυθίζαμε αμέσως  στο χλιαρό δεν θα είχαμε την ίδια πληροφόρηση για τη θερμοκρασία του νερού. Το ένα χέρι, αυτό που προηγουμένως ήταν στο ζεστό νερό, θα μας πληροφορούσε ότι πρόκειται για κρύο νερό, ενώ το άλλο ότι πρόκειται για ζεστό νερό.

Οι παράγοντες δηλαδή του λάθους και της παραπλάνησης συμφύονται με την επιστημονική μέθοδο αφού οι αισθήσεις μας είναι δυνατό να μας απατούν, έστω και αν ο πολύς κόσμος μένει ανυποψίαστος αυτών των καταστάσεων.                                      

Αυτοί που θεωρούν την Επιστήμη ως πανάκεια, θα πρέπει ακόμα να έχουν υπόψη τους, πώς η Επιστήμη δεν  μπορεί να εξερευνήσει πολλούς τομείς της πραγματικότητας. Δεν  μπορούμε π.χ. να εξηγήσουμε με επιστημονικούς όρους, τη συγκίνηση που κατακλύζει έναν ευσεβή χριστιανό, όταν επισκέπτεται για πρώτη φορά τον Γολγοθά. Ούτε και την ομορφιά ενός ηλιοβασιλέματος θα μπορούσαν να περιγράψουν οι επιστημονικοί όροι. Η έκταση των απαντήσεων που μπορούν να δοθούν από την Επιστήμη περιορίζεται από το είδος των ερωτήσεων που μπορούν να αναδυθούν από αυτή. Η Επιστήμη ασχολείται περιγραφικά και ιστορικά με τον κόσμο, με τα «πώς;» και «πότε;» ερωτήματα γι’ αυτόν, όχι όμως και με τα «γιατί;» και τα «για ποιο σκοπό;» ερωτήματα. Η Επιστήμη δεν αναφέρεται σε σκοπό γύρω από τα γεγονότα και τον κόσμο. Μια τέτοια κατανόηση των ορίων της Επιστήμης ως ενός συγκεκριμένου τρόπου έρευνας, που στοχεύει σε ορισμένους μόνο τομείς της ζωής και του κόσμου, είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποφεύγονται συγχύσεις και παρανοήσεις ως προς τις δυνατότητές της.

Θα τελειώσω αναφερόμενος για λίγο και στο θέμα της Επιστημονικής και της Θρησκευτικής εμπειρίας.

Ο όρος «εμπειρία» έχει διπλή σημασία: Χρησιμοποιείται πρώτα για να δηλώσει ένα γεγονός, κατά το οποίο ένας άνθρωπος είναι γνώστης μιας πραγματικότητας, που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τον εαυτό του. Παράδειγμα η εμπειρία που εκφράζεται με την πρόταση: Βλέπω τον Μακαριώτατο να κάθεται απέναντί μου, που υπονοεί, ότι ο Μακαριώτατος υπάρχει ανεξάρτητα από μένα και εγώ μπορώ να έχω την εμπειρία της παρουσίας του απέναντί μου. Ο όρος εμπειρία, όμως, χρησιμοποιείται για να περιγράψει και μια ψυχολογική ή μιαν υποκειμενική νοητική κατάσταση ενός προσώπου, που μπορεί να μην οφείλεται σε κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την εμπειρία. Οι παραισθήσεις των βεδουίνων στην έρημο, κατά τις οποίες αυτοί «βλέπουν» οάσεις, είναι ένα παράδειγμα εμπειρίας αυτού του είδους. Σ’ αυτή την περίπτωση η εμπειρία ενός προσώπου δεν αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε ανεξάρτητη πραγματικότητα. Είναι μόνο ένα νοητικό επεισόδιο.

Προφανώς, μια εμπειρία είτε στον επιστημονικό είτε στον θρησκευτικό τομέα για να έχει κάποιο νόημα πρέπει να αναφέρεται σε πραγματικότητα, που υφίσταται ανεξάρτητα από το πρόσωπο, που  έχει την εμπειρία.

Τι συμβαίνει, όμως, ως προς τη δυνατότητα επιβεβαίωσης ή επανάληψης μιας απλής επιστημονικής και μιας θρησκευτικής εμπειρίας;

Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας επιστημονικής εμπειρίας είναι, με τους περιορισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε προηγουμένως, η δυνατότητα κάποιας επανάληψής της. Μπορεί δύο άνθρωποι να βλέπουν ένα δέντρο με διαφορετικές λεπτομέρειες, η γενική εμπειρία τους, όμως, θα αναφέρεται σε δέντρο. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις θρησκευτικές εμπειρίες; Ή, τουλάχιστον, υπάρχει κάποια σχέση στη δυνατότητα επανάληψης ή την επιβεβαίωση των εμπειριών στον θρησκευτικό, όπως και στον επιστημονικό τομέα;

Είναι αλήθεια πως δύο άνθρωποι κάτω από τις ίδιες συνθήκες δεν έχουν την ίδια θρησκευτική εμπειρία. Ακούοντας π.χ. ένα ψαλμό, κάποιος μπορεί να καταληφθεί από συγκίνηση και να νιώθει την άμεση παρουσία του Θεού, ενώ ένας δεύτερος ακούοντας τον ίδιο ψαλμό, την ίδια ώρα και στον ίδιο χώρο να μη νιώθει τίποτα. Μα αυτό μπορεί να γίνει και σε άλλους τομείς της ζωής. Ένας τεχνικός π.χ. πού απασχολείται με τη διόρθωση των βλαβών στους καθρέπτες ενός τηλεσκοπίου, μπορεί να εξετάζει το τηλεσκόπιο και να βλέπει μόνο καθρέπτες με διάφορες αντανακλάσεις. Ένας αστρονόμος, όμως, μπορεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες να δει έναν ενδιαφέροντα γαλαξία. Ο ένας βλέπει το μέσον, ο άλλος βλέπει διά του μέσου. Το  ίδιο συμβαίνει και με τις θρησκευτικές εμπειρίες. Δυο άνθρωποι ακούουν τον ίδιο ψαλμό, ο ένας, όμως, ακούει μόνο τον ψαλμό, ο άλλος ακούει τον Θεό να μιλά διά του ψαλμού. Νομίζω, ότι αυτό συνιστά μιαν απάντηση στο ερώτημα γιατί οι θρησκευτικές εμπειρίες δεν είναι κοινές για όλους τους ανθρώπους. Αυτό εξάλλου συμβαίνει και με τις επιστημονικές εμπειρίες, τουλάχιστο σε κάποιο βαθμό.

Ακόμα ένα παράδειγμα μπορεί, νομίζω, να διευκρινίσει γιατί μια προσωπική θρησκευτική εμπειρία δεν μπορεί πολλές φορές να επιβεβαιωθεί από ένα δεύτερο πρόσωπο: Αν κάποιος διατείνεται, πως ένα ειδικό βιβλίο βρίσκεται στο δωμάτιό του, πάνω στο γραφείο του, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε τον ισχυρισμό του, ρίχνοντας μια ματιά στο γραφείο του. Μα ακόμα και γι’ αυτή την απλή περίπτωση χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις για  την επιβεβαίωση. Κάποιος που δεν βρίσκεται στο δωμάτιο ή που βρίσκεται στο δωμάτιο, αλλά σε θέση από την οποία το βιβλίο δεν είναι ορατό, δεν μπορεί να έχει την  εμπειρία της ύπαρξης του βιβλίου. Ακόμα αν κάποιος έχει δανεισθεί το βιβλίο, πάλι δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξή του.  Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι η αρχική εμπειρία του πρώτου προσώπου δεν υπάρχει ή είναι ψευδής.  Επιπλέον το πρόσωπο που προσπαθεί να επιβεβαιώσει την πρώτη εμπειρία, την ύπαρξη, δηλαδή, του βιβλίου, δεν πρέπει να είναι τυφλό. Ακόμα ο φωτισμός στο δωμάτιο πρέπει να είναι επαρκής, το πρόσωπο πρέπει να είναι ικανό να αναγνωρίζει το βιβλίο, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να έχει κάποια αντίληψη για το περιεχόμενο του βιβλίου κ.τ.λ.

Με άλλα λόγια, αν κάποιος θέλει να κάμει μια προσεγμένη παρατήρηση ή να έχει μιαν εμπειρία κάποιου πράγματος, η ύπαρξη αυτού του πράγματος δεν αρκεί. Πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις και ο παρατηρητής πρέπει να έχει κάποια ειδίκευση και να διαθέτει τις κατάλληλες δεξιότητες. Αν εγώ, που δεν είμαι ειδικός, δεν μπορώ να αναγνωρίσω κάποιο μικρόβιο στο μικροσκόπιο, αυτό δεν σημαίνει ότι το μικρόβιο δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από έναν ειδικό.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις θρησκευτικές εμπειρίες. Τι σημαίνει, «ειδίκευση του παρατηρητή» σ’ αυτήν την περίπτωση; Σημαίνει, πως αυτός θα πρέπει να «εκζητεί τον Κύριον», οπότε δεν θα βλέπει μόνο το μέσο, αλλά θα βλέπει διά του μέσου. Θα πρέπει ακόμα να έχει κάποια προπαίδεια, να έχει διδαχθεί πώς θα αναγνωρίζει τις ενέργειες του Θεού, να ζει κατά τον πρέποντα τρόπο κ.ο.κ.

Υπάρχει, επομένως, μια αναλογία τόσο στη δυνατότητα ύπαρξης όσο και στη δυνατότητα επιβεβαίωσης των εμπειριών στον επιστημονικό και θρησκευτικό τομέα. Η αναλογία δεν σημαίνει ταύτιση, ούτε και απουσία διαφορών. Σημαίνει, όμως, απουσία αντίθεσης.   

Συμπερασματικά: Όσοι εργάζονται στα σχολεία κι όσοι ασχολούμαστε με την αγωγή της νέας γενιάς θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η γνώση δεν είναι πανάκεια και πως καμιά γνώση δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και υποκειμενισμούς. Αυτό και μόνο αναδεικνύει την υπεροχή της αγωγής έναντι της γνώσης.

Από την άλλη το μάθημα των θρησκευτικών το οποίο μυεί τον μαθητή στη θρησκευτική πίστη καθώς και τα άλλα ηθοπλαστικά μαθήματα δεν είναι ποιοτικά κατώτερα, ως προς την παροχή γνώσεων, των άλλων μαθημάτων αφού διέπονται από τις ίδιες αρχές όπως κι αυτά.

Σήμερα η αναζήτηση αξιών και νοήματος στη ζωή είναι σημαντικότερα από την απόκτηση γνώσεων και την αντίληψη του πώς εργάζεται και πώς συμπεριφέρεται η φύση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση προσπάθησα με την ομιλία μου αυτή να στρέψω την προσοχή σας.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.

Print Friendly

Share this post