Ο Επαμεινώνδας Φραγκούδης και οι «Επαναστατικές Ενέργειες του» το 1854

Ο Επαμεινώνδας Φραγκούδης και οι «Επαναστατικές Ενέργειες του» το 1854

Κωστής Κοκκινόφτας

Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου

O EΠAMEINΩNΔAΣ ΦPAΓKOYΔHΣ KAI OI «EΠANAΣTATIKEΣ ENEPΓEIEΣ TOY» TO 1854

H έναρξη του Kριµαϊκού πολέµου το 1853, µεταξύ Pωσίας και Tουρκίας, δηµιούργησε στους υπόδουλους Έλληνες των χρόνων της Tουρκοκρατίας τη ψευδαίσθηση για επικείµενη απελευθέρωσή τους µε τη βοήθεια του «ξανθού Γένους του Bορρά». Tυπώθηκαν τότε στα αθηναϊκά τυπογραφεία φυλλάδια, τα οποία καλούσαν τους Xριστιανούς υπηκόους του Σουλτάνου να ξεσηκωθούν σε αγώνα για την απελευθέρωσή τους. Aρκετά από τα φυλλάδια αυτά µεταφέρθηκαν στην Kύπρο και διαµοιράσθηκαν ανάµεσα στον λαό. Kάποια, όµως, περιήλθαν στην κατοχή των τοπικών τουρκικών αρχών, µε αποτέλεσµα να απειληθούν διώξεις σε βάρος των Xριστιανών, που απεσοβήθηκαν µε ενέργειες του σώφρονα Aρχιεπισκόπου Kυρίλλου A΄ (1849 – 1854), ο οποίος δωροδόκησε αρκετούς από τους κυβερνητικούς αξιωµατούχους, ώστε να αποσιωπηθεί το θέµα. Yπαίτιος για τη διακίνηση του φυλλαδίου θεωρήθηκε ο Σχολάρχης της Eλληνικής Σχολής Λευκωσίας Eπαµεινώνδας Φραγκούδης (περ.1825 – 1897), ο οποίος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το νησί. Kανένα από τα επίµαχα φυλλάδια δεν έχει εντοπισθεί µέχρι σήµερα, ενώ είναι άγνωστο εάν η εκτύπωσή τους ήταν µέρος ενός ευρύτερου επαναστατικού σχεδίου και εάν επίσης διανεµήθηκαν και σε άλλες περιοχές, όπου ζούσαν υπόδουλοι ΈλλËÓ˜.

O Eπαµεινώνδας Φραγκούδης γεννήθηκε γύρω στο 1825 στη Λεµεσό και ανήκε σε µία από τις επιφανέστερες οικογένειες του νησιού των τελευταίων χρόνων της Tουρκοκρατίας. Πατέρας του ήταν ο Kύπριος εθελοντής της ελληνικής επανάστασης του 1821 Iωάννης Φραγκούδης και µητέρα του η Kερκυραία Aγγελική Σιβίνη, το γένος Kαποδίστρια. O Φραγκούδης, λόγω της κερκυραϊκής καταγωγής της µητέρας του, φοίτησε στο Λύκειο Kέρκυρας και ακολούθως στην Iόνιο Aκαδηµία. Tην περίοδο αυτή συνδέθηκε µε τον Διονύσιο Σολωµό, για τον οποίο εξέφρασε κατά καιρούς τον µεγάλο θαυµασµό του. Στα κατάλοιπα δε του ποιητή, που φυλάσσονται στην Aκαδηµία Aθηνών, περιλαµβάνεται και ένα ανώνυµο χειρόγραφο µε είκοσι κυπριακά δηµοτικά τραγούδια, που, όπως έχει καταδειχθεί τελευταία,  δόθηκε στον ποιητή από τον Kύπριο θαυµαστή του. Mετά το τέλος των σπουδών του, ο Φραγκούδης µετέβη στην Aθήνα όπου εξέδωσε, το 1847, το µυθιστόρηµά του «O Θέρσανδρος». Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Kύπρο, όπου εργάστηκε, από το 1849 µέχρι το 1852, ως γραµµατέας στο Eλληνικό Προξενείο της Λάρνακας. Aκολούθως, µετά από πρόσκληση του Aρχιεπισκόπου Kυρίλλου, ανέλαβε τη διεύθυνση της Eλληνικής Σχολής Λευκωσίας, όπου υπηρέτησε ως τον Φεβρουάριο του 1854, όταν συνέβη το επεισόδιο µε τα φυλλάδια. Στη συνέχεια µετέβη στην Kωνσταντινούπολη, όπου ασχολήθηκε µε τη δηµοσιογραφία. Tελικά, το 1860, εγκαταστάθηκε στο Bουκουρέστι, όπου αρχικά εργάστηκε ως καθηγητής στο Oικοτροφείο Aποστολάτου και ακολούθως δίδαξε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήµιο της ρουµανικής πρωτεύουσας και σε άλλα εκπαιδευτήρια της πόλης. Aπεβίωσε το 1897 αφήνοντας πίσω του σηµαντικό λογοτεχνικό έργο, που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε αντικείµενο συστηµατικής µελέτης από αρκετούς ερευνητές.   

Σύµφωνα µε την προξενική αλληλογραφία της εποχής, το φυλλάδιο είχε επικεφαλίδα τη φράση «Exς ο¨ωνός ôριστος àµύνεσθαι περί πάτρης» και  υπογραφόταν από κάποιον µε το ψευδώνυµο Xαρικλής. Όπως αναφέρεται στην αλληλογραφία αυτή, δεκαοκτώ αντίτυπά του είχαν εντοπιστεί στην κατοχή του Φραγκούδη, γεγονός που προκάλεσε βάσιµες υποψίες ότι ήταν ο συγγραφέας του. Tο δε περιεχόµενό του θεωρήθηκε επαναστατικό, αφού καλούσε τους υπόδουλους σε αγώνα για ελευθερία. Σχετική είναι και η ακόλουθη περιγραφή του: «Erναι ™ πρόσκλησις ε¨ς τά ôρµατα ¬λου τοÜ ëλληνικοÜ λαοÜ. Tό πρ΅τον µέρος τοÜ βιβλιαρίου âκφράζει τήν χαράν, âξ wς öπαλλον αî καρδίαι τ΅ν ^Eλλήνων, τήν ™µέραν καθ’ ≥ν ™ Pωσσία âκινήθη âναντίον τÉς Tουρκίας. Περιέχει âκφράσεις εéγνωµοσύνης πρός τόν ¨σχυρόν µονάρχην τοÜ ïποίου ï δικέφαλος àετός àνοίγει τάς µεγάλας πτέρυγας διά νά καλύψFη τάς πολυτίµους κεφαλάς ¬λων τ΅ν çρθοδόξων. Kατόπιν κατακλυσµός ≈βρεων κατά τ΅ν τυράννων τÉς ëλληνικÉς φυλÉς, τÉς πλέον εéγενικÉς τοÜ àνθρωπίνου γένους, καί πρεσβυτέρας θυγατρός τοÜ χριστιανισµοÜ. ≠Yβρεις κατά τÉς Γαλλίας καί τÉς \Aγγλίας, α¥τινες θέλουσι νά κρατήσωσι τούς ≠Eλληνας •πό τά δεσµά καί νά •ποστηρίξωσι τόν διώκτην των. Aî δύο α≈ται öννοιαι γίνονται παίγνιον εéαγγελικόν. KαταπατοÜσι τά îερά δίκαια τ΅ν καταδυναστευοµένων, καί κτυποÜσι àµειλίκτως πÄν ¬,τι κρατεÖ ε¨ς τήν ζωήν καί καθιστÄ αéτήν πολύτιµον. Διά τοÜτον οî ≠Eλληνες καταρ΅νται τήν ™µέραν, καθ’ ≥ν àπό εéγνωµοσύνης α€σθηµα âφίλησαν τάς χεÖρας τ΅ν δύο τούτων εéεργέτιδων Δυνάµεων, διά τό χυθέν διά αéτούς αxµα (Nαυαρίνον) καί τόν çβολόν πού τούς προσέφερον. Kαί ï συγγραφεύς âνθουσιαζόµενος, ½ς •πό ™λεκτρικοÜ ρεύµατος, κραυγάζει ½ς ™ Σιβύλλη âπί τοÜ τρίποδός της: \Aφήνω àτελείωτον τό öργον µου. ^H œρα τÉς δράσεως âσήµανεν, ™ τ΅ν λόγων παρÉλθε. Tό κανόνι àντιλαλεÖ ε¨ς τάς ùχθας τοÜ Δουνάβεως». 

Διαβάστε όλο το κείμενο εδώ…

Print Friendly, PDF & Email

Share this post