Προσφώνηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσσίας (2 Δεκεμβρίου 2017)

Προσφώνηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κατά τη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσσίας (2 Δεκεμβρίου 2017)

Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος, την Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017, μετέβη, κατόπιν προσκλήσεως του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Μόσχας και πασών των Ρωσσιών κ. Κυρίλλου, στην Μόσχα για  να συμμετάσχει μαζί με άλλους Προκαθημένους της Ορθοδοξίας, στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδος ανασυστάσεως του Πατριαρχείου στην Εκκλησία της Ρωσίας.

 Ακολουθεί η ομιλία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου, την οποία εκφώνησε το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου ενώπιον της Ιεράς Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας, η οποία πραγματοποιεί τις εργασίας της στην Αίθουσα Συνελεύσεων του Ιερού Καθεδρικού Ναού Σωτήρος Χριστού Μόσχας.

 

Από το Συνοδικό Γραφείο Διεκκλησιαστικών Σχέσεων της Εκκλησίας της Κύπρου

 

 *************************************************************************

 

 

ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ

ΤΗΣ Α.Μ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

κ. κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΣΣΙΑΣ.

2  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ   2017

 

Μακαριώτατε Πατριάρχα Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσσιῶν,

Μακαριώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Συνοδικοί,

 

Νωπὲς παραμένουν ἀκόμα στὴ μνήμη μας οἱ μεγαλειώδεις ἐκδηλώσεις γιὰ τὰ 1025 χρόνια ἀπὸ τὴ βάπτιση τῶν Ρώς. Ἐναργεῖς σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς καὶ οἱ παλαιότεροι ἑορτασμοὶ γιὰ τὰ χίλια χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ μεγάλη αὐτὴ χώρα.

Καὶ σήμερα, πάλιν, ἡ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ καὶ ἐν ἑορτίῳ περιβολῇ» καὶ ἐν πανηγυρικῇ συνεδρίᾳ συμπάσης τῆς Ἱεραρχίας Αὐτῆς, μᾶς ὑποδέχεται ὅλους, Προκαθημένους καὶ Ἐκπροσώπους τῶν ἀνὰ τὸν κόσμον Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἱερὰ ἐπισήμανση καὶ ἑορτασμὸ ἄλλων μεγάλων γεγονότων: τῆς ἐπετείου τῶν ἑκατὸν χρόνων ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Πανρωσσικῆς Κληρικολαϊκῆς Συνόδου, τῆς ἀνασύστασης τοῦ Πατριαρχικοῦ θεσμοῦ στὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία καὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἐνθρόνισης στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Μόσχας, τοῦ Ἁγίου Τύχωνος.

Μέγιστος, ἀσφαλῶς, σταθμὸς στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ Ρωσσικοῦ λαοῦ παραμένει τὸ ἔτος 988, ὅταν χάρις στὶς ἐνέργειες τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου καὶ στὴ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, αὐτὸς μετεστράφη «ἐκ τῆς ματαίας αὐτοῦ ἀναστροφῆς τῆς πατροπαραδότου» (Πρβλ. 1 Πέτρ. 1,18)  εἰς τὴν εἰς  Χριστὸν πίστιν . Ἀπὸ τότε, στὴ ζωὴ τοῦ Ρωσσικοῦ λαοῦ τὸν πρῶτο ρόλο ἔχει ἡ Ἐκκλησία του.

  Μεγάλος, χωρὶς ἀμφιβολία, σταθμὸς γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἐδῶ Ἐκκλησίας εἶναι καὶ τὸ ἔτος 1589, ὅταν αὐτὴ ἀνεκηρύχθη εἰς Πατριαρχεῖο καὶ ἔλαβε τὴ θέση της ἀνάμεσα στὶς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἴσως, μέχρι τότε, οὔτε ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία, ἡ Κωνσταντινούπολις, οὔτε ὁ ὑπόλοιπος Ὀρθόδοξος κόσμος νὰ εἶχαν συνειδητοποιήσει τὴ σπουδαία τομὴ ποὺ ἐπέφερε στὴν παγκόσμια Ἱστορία ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου  Ἰσαποστόλου Βλαδιμήρου. Τώρα, ὅμως,  ὅλοι ἀντιλαμβάνονται πλήρως τὴν ἀνέλιξη τοῦ Θεϊκοῦ σχεδίου.

Σημαντικὸς σταθμὸς ἀναδείχθηκε γιὰ τὸν ἐδῶ παροικοῦντα λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔτος 1917, ὄχι γιὰ τὴν καθεστωτικὴ ἀλλαγή, ποὺ τόσα δεινὰ καὶ ταλαιπωρίες προκάλεσε, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνασύσταση τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πατριαρχείου, ποὺ εἶχε καταργηθεῖ διακόσια καὶ πλέον χρόνια πρίν.

Ὅταν μία Ἐκκλησία διαβαίνει ἐπὶ αἰῶνες πολλοὺς τὰ μονοπάτια τῆς Ἱστορίας, εἶναι φυσικὸ στὰ κατάστιχα τῆς μνήμης της νὰ συναντῶνται  πλῆθος γεγονότων∙ ἡμερομηνίες θριάμβων ἀλλὰ καὶ ὀδύνης∙ περηφάνεια γιὰ ἐπιτεύγματα καὶ θρῆνος γιὰ ἀστοχίες. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, τὸ ὅτι καὶ στὴν Ἱστορία τῆς Ρωσσικῆς  Ἐκκλησίας παρουσιάστηκε τὸ θλιβερὸ 1700. 

 Ἡ ἐπιρροὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸν λαὸ προκαλεῖ πολλάκις τὴν ἀντίθεση τῶν κυβερνώντων, καὶ ὡς ἐκ τούτου προσπαθοῦν, ἔστω κι ἂν αὐτοὶ εἶναι τέκνα της,   νὰ τὴν ἀποδυναμώσουν. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ἔχουμε τέτοια ἐμπειρία, ὁ καθένας στὴ δικὴ του Ἐκκλησία. Δόξα τῷ Θεῷ, ὅμως. Γιὰ τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία οἱ δύσκολοι καιροὶ παρῆλθαν. Καὶ ἡ ἀνάμνησή τους γίνεται ὠφέλιμη γιὰ ἀποφυγὴ τῶν λαθῶν τοῦ παρελθόντος.

Ἡ λήθη εἶναι ἀτομικὸ δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ συλλογικὴ μνήμη, ὅμως, ἀποτελεῖ ὑποχρέωση τῶν λαῶν. Ὄχι γιὰ νὰ μισοῦν ἢ νὰ ἐκδικοῦνται, μὰ γιὰ νὰ ἐπιβιώνουν. Γιὰ νὰ διδάσκονται καὶ νὰ μὴν ξανακάνουν τὰ ἴδια λάθη. Κι εἶναι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῶν ἑορτασμῶν αὐτῶν.

Κατὰ τὴν ἐπίσημη καὶ πλήρη πολλαπλῶν συγκινήσεων αὐτὴ στιγμή, στρέφουμε μαζὶ μέ Σᾶς, Μακαριώτατε Πατριάρχα Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσσιῶν καὶ Ἅγιοι Συνοδικοί, μὲ εὐγνωμοσύνη, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδία μας πρὸς ὅλους ἐκείνους, τοὺς γνωστοὺς ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀφανεῖς ἥρωες, τοὺς ὑπερμάχους τῆς πίστεως,
οἱ ὁποῖοι μὲ τοὺς ἀγῶνες τους ὁδήγησαν στὴν  ἀνασύσταση τοῦ Ρωσσικοῦ Πατριαρχείου καὶ μᾶς ἔδωσαν τὴ χαρὰ αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων. Ἀφήνοντας, ὁ καθένας μας πίσω του τὶς θλίψεις ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες τῆς Ἐκκλησίας του, ποὺ σὲ μερικὲς περιπτώσεις, ὅπως στὴν περίπτωση τῆς δικῆς μου Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, εἶναι τραγικές, ἀφοῦ διακυβεύεται ἡ παρουσία μας στὴν ἴδια τὴν πατρίδα μας, σπεύδουμε σήμερα νὰ συνεορτάσουμε μαζί Σας, Μακαριώτατε ἀδελφὲ κ. Κύριλλε καὶ Ἅγιοι Συνοδικοί, τὸ σημαντικὸ γεγονὸς τῆς ἀνασύστασης τοῦ Πατριαρχείου σας. Ἀκολουθοῦμε, ἔτσι, καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο ποὺ διδάσκει ὅτι «εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη»
(1 Κορ.12,26).

Ἄν ἡ Ἱστορία εἶναι ἡ γνώση τῶν δοκιμασμένων δυνάμεων ἑνὸς λαοῦ καὶ τῶν ἐκδηλωμένων ἰδιοτήτων του στὰ ἐμπόδια καὶ στὶς δοκιμασίες, κατὰ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πὼς ἡ Ἱστορία ποὺ κατέγραψε ὁ Ὀρθόδοξος Ρωσσικὸς λαός, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἐξετάζουμε, εἶναι ἡρωικὴ καὶ ἔνδοξη, μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη. Παραφράζοντας τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο θὰ μπορούσαμε χωρὶς καμία ἀμφιβολία νὰ ποῦμε ὅτι ὅπως «… οὔτε θάλασσα δεῖται τῶν  εἰσρεόντων εἰς αὐτὴν ποταμῶν, κἄν εἰσρέωσι πλεῖστοι καὶ μέγιστοι», ἔτσι «οὔτε ὁ Ρωσσικὸς λαὸς (δεῖται) τῶν ἡμετέρων βραδυγλώσσων καὶ δυσήχων λόγων, ἀφοῦ ἄλλωστε τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ σιωπώμενα κέκραγε».  Καὶ πράγματι!
Ἡ βαθιὰ πίστη τοῦ Ρωσσικοῦ λαοῦ, μαρτυρουμένη ἀπὸ παλαιά, ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἡμέρας τῆς εἰσόδου του στὸν Χριστιανισμό, παραμένει καὶ σήμερα τὸ ἴδιο θαλερὰ καὶ καρποφόρα.

Ὁ Θεός, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (1 Τιμ. 2,4),  μέσα στὶς ἀνεξερεύνητες βουλὲς Του ἐπέτρεψε ὥστε, ἅμα τῇ ἀνασυστάσει τοῦ Πατριαρχείου, νὰ πνεύσουν βίαιοι ἀντιεκκλησιαστικοὶ ἄνεμοι στὴ χώρα αὐτή, οἱ ὁποῖοι ἔπληξαν γιὰ ἑβδομήντα καὶ πλέον χρόνια καὶ ἀπείλησαν σοβαρὰ τὸν εὐσεβῆ Ρωσσικὸ λαό, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ μπορέσουν νὰ σβήσουν τὴ φλόγα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεώς του.

  Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέλυσαν τὸ τσαρικὸ καθεστὼς ἐπαγγελλόμενοι τὴν εὐημερία καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, δὲν εἶχαν ἐπίγνωση τῶν ἀνθρωπίνων ὁρίων τους, οὔτε καὶ φόβο Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ προσπάθησαν νὰ στηρίξουν τὸ οἰκοδόμημά τους στὸ κενὸ της ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Κοινωνία, ὅμως, χωρὶς πίστη σὲ Θεὸ εἶναι κοινωνία χωρὶς θεμέλια, χωρὶς συνεκτικὴ ἀρχὴ καὶ δύναμη. Κι ἦταν φυσικὸ τὸ κενὸ τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ νὰ προκαλέσει ἀνέμους ἰσχυροὺς καὶ νὰ δημιουργήσει θύελλες πρωτοφανεῖς, ποὺ τελικὰ ἀνέτρεψαν καὶ τοὺς ἰδίους τοὺς πρωτεργάτες τοῦ ἐγχειρήματος καὶ τὸ ἐγχείρημά τους.

Σ’ ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια παρακολουθήσαμε τὴν Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας νὰ μοιάζει μὲ βράχο ἀρραγῆ μέσα σὲ ἀφρισμένη θάλασσα ποὺ πάνω του ξεσποῦσαν τὰ κύματα, οἱ καταιγίδες καὶ οἱ κεραυνοί. Εἴδαμε τοὺς πατριάρχες της καὶ τοὺς ἐπισκόπους της νὰ ἀποδεικνύονται ἄφοβοι σὲ ἐξαιρετικὰ κρίσιμες καταστάσεις κατὰ τὴν  ἄσκηση τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τους. Ἀπεδείκνυαν ἔμπρακτα ἐκεῖνο ποῦ ὅλοι διαχρονικὰ ὁμολογοῦμε:ὅτι στὴ διάρκεια τῆς δισχιλιετοῦς ἱστορικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας, τὸ μαρτύριο ὑπῆρξε ἡ οὐσιαστικότερη ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας της. Μᾶς δίδαξαν ὅτι, ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ δύσκολες συνθῆκες, ὁ πιστὸς εἶναι δυνατὸν νὰ εὐτυχεῖ καὶ νὰ εὐφραίνεται μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ αὔριον, τὸ ὁποῖο θὰ εἶναι καλύτερο.

Μαζὶ μέ Σᾶς καὶ τὸν λαό Σας, Μακαριώτατε Πατριάρχα Μόσχας, εὐχαριστοῦμε κι ἐμεῖς, οἱ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί  Σας, τὸν Θεὸ γιὰ τὴν «ἐν παθήμασι καὶ αἵμασι πολλοῖς» ἐπιτυχῆ Χριστιανική Σας πορεία σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο, τὴν εἰς νέφη ὁλόκληρα νέων μαρτύρων ἐκφαινομένην, ἡ ὁποία ὁδήγησε στὴ σημερινὴ ἐν ἐλευθερίᾳ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας Σας στὸν Ὀρθόδοξο Κόσμο.

Καὶ τώρα, καλούμαστε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι «τὰ ὀπίσω»  ἐπιλανθανόμενοι νὰ ἐπεκταθοῦμε στὰ «ἔμπροσθέν» μας πιεστικὰ  προβλήματα. Εἰς τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, τὸν ζωτικὸ χῶρο μας, μεταφυτεύονται σήμερα, ὅσον ποτὲ ἄλλοτε, ἀπὸ τὴ Δύση, ὁ ὑλισμός, ἡ μηχανοκρατία, ὁ σχετικισμός. Δημιουργεῖται, ἔτσι, μία ἐντελῶς πρωτόγνωρη ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς, ξένη πρὸς τὶς παραδόσεις μας, ἡ ὁποία ἀποπροσανατολίζει τοὺς πιστούς μας.

Ἄν ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας θὰ δοῦμε ὅτι τὰ πάντα, σήμερα, ἔχουν ἀνατραπεῖ. Πατροπαράδοτοι θεσμοὶ καὶ παραδόσεις ἀμφισβητοῦνται. Οἱ ἔννοιες τῆς ἐλευθερίας, τῆς δημοκρατίας, τῆς ἀρετῆς, τῆς δικαιοσύνης, διαστρεβλώνονται. Ἡ σοφία ἀντικαταστάθηκε ἀρχικὰ ἀπὸ τὴ γνώση κι ὕστερα ἀπὸ τὴν πληροφόρηση. Ἡ Τέχνη μὲ τὰ διαχρονικά, τὰ πνευματικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ ἐπιτεύγματά της, ὑπονομεύεται ἀπὸ μιὰν «κουλτούρα» μὲ παρανοϊκὲς ἐκδηλώσεις καὶ φαντασιώσεις τοῦ ὑποσυνείδητου.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ τεχνολογία κατέστησε πιὸ ἄνετη τὴ ζωὴ μας καὶ μᾶς πρόσφερε τὴ δυνατότητα γιὰ μιὰν ποιοτικὰ καλύτερη διαβίωση. Ὅμως, ὅσο πᾶμε, τόσο καὶ περισσότερο κατανοοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Λουκ. 4,4). Μπορεῖ τὰ διάφορα κοινωνικὰ συστήματα, ἐξοβελίζοντας ἀπὸ  τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων τὸν Θεό, νὰ διακηρύσσουν ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἐστιν ἡ οἰκονομία»,  ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία «ἐν ἀρχῇ» καὶ στὸ κέντρο καὶ τελικὸς σκοπός της, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τὸ μοναδικὸ αὐτὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ.

Πόσο εὔκολα μποροῦμε καὶ πῶς  μποροῦμε νὰ δράσουμε, ὡς Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μεταστρέψουμε πρὸς τὰ πνευματικὰ ἐκείνους ποὺ παραδόθηκαν στὴν ὕλη; Μήπως στὶς νέες καταστάσεις πραγμάτων κάποιοι προσπαθοῦν νὰ συναντήσουν τὸν Θεὸ στὴν ὀθόνη ἑνὸς ὑπολογιστῆ καὶ ὄχι στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου τους; Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, μποροῦν, ἄραγε, τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καθημερινὰ πλοηγοῦνται στὸ ἠλεκτρονικὸ σύμπαν, νὰ ψηλαφίσουν τὴν ἐλπίδα, νὰ ἀνακαλύψουν τὸν Θεὸ καὶ νὰ κατανοήσουν τὰ ἔργα Του μέσῳ τοῦ διαδικτύου; Ποιὰ εἶναι ἡ εὐθύνη μας καὶ ποιὸ τὸ καθῆκον μας, ὡς Ὀρθοδόξων ἡγετῶν ἀπέναντι στὸν κόσμο καὶ ἰδιαίτερα στὸ ποίμνιό μας;

Οἱ ἀστοχίες τοῦ παρελθόντος πρέπει νὰ γίνουν πηγὲς ἄντλησης διδαγμάτων καὶ ἐπιλογῆς πορείας γιὰ μᾶς. Τὸν 18ο  αἰώνα οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Διαφωτισμοῦ ἀποκήρυξαν τὸν Θεὸ καὶ ἀνακήρυξαν τὴν παντοδυναμία τῆς  Λογικῆς . Τὸν αἰώνα τῆς Λογικῆς διαδέχθηκε ὁ αἰώνας τῆς Ἐπιστήμης . Ὁ αἰώνας αὐτός, ὁ 19ος , γέμισε μὲ οἴηση τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος νόμισε ὅτι λόγῳ τῶν ἐπιτευγμάτων του ἔγινε «ἴσος τῷ Θεῷ».  Ὁ 20ος  αἰώνας, παρὰ τὸν ἀσύλληπτο καλπασμὸ τῆς Τεχνολογίας, ἀπέβη ὁ αἰώνας τοῦ παραλόγου, ἀφοῦ ὁδήγησε σὲ δύο παγκοσμίους πολέμους καὶ πολὺ περισσότερους τοπικούς, εὐνόησε ὁλοκληρωτικὰ καθεστὠτα καὶ εὐτέλισε τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ 21ος αἰώνας ἐξελίσσεται σὲ αἰώνα πέραν τοῦ παραλόγου, σὲ αἰώνα τοῦ τρόμου. Ποτὲ πρὶν δὲν ὑπῆρξε τόσος ἑωσφορικὸς σαδισμός, τόσος κατατρεγμὸς ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπο, τόσες ἑκατόμβες ἀθώων θυμάτων. Πράγματι, ὁ αἰώνας  μας ἐπαληθεύει ἐκεῖνο ποὺ ἡ θυμοσοφία τοῦ λαοῦ μας λέει, ὅτι δηλαδὴ «τὰ κτήνη εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κτηνωδία τοῦ ἀνθρώπου». Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ τόσο καὶ πιὸ ἄδειος γίνεται. Κι ὅσο πιὸ ἄδειος εἶναι, τόσο περισσότερο γεμίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Τελικὰ ἡ ἐγωκεντρικότατα τὸν ἐξωθεῖ στὴν ἐκκεντρικότητα.

Ἀναδεικνύεται, λοιπόν, ἐπιτακτικὰ τὸ καθῆκον μας, ὡς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν καθοδήγηση  τοῦ παραπαίοντος σημερινοῦ κόσμου, ἀρχῆς γενομένης ἐκ τῶν πιστῶν μας. Ἐκεῖ που ἔχει εἰσδύσει ὁ ὑλισμὸς τῆς Δύσης πρέπει νὰ προσφέρουμε τὴν πνευματικότητα τῆς Ἀνατολικῆς μας Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ που βασιλεύει ὁ τυφλὸς φανατισμὸς νὰ κηρύξουμε τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ποὺ ἐπικρατεῖ ἡ βία νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀκουστεῖ ἡ εἰρηνοποιὸς φωνὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Εἶναι τοῦτο τὸ βαρὺ χρέος μας ἀπέναντι, τόσο στὸν Θεὸ ὅσο καὶ στοὺς πιστοὺς μας, κατὰ τὴ νέα περίοδο που διανοίγεται μπροστὰ μας.

Συγχαίροντας καὶ πάλιν, τόσον Ἐσᾶς Μακαριώτατε Πατριάρχα Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσσιῶν, ὅσο καὶ τὴν ἧς προΐστασθε  Ἐκκλησίαν γιὰ τὴν ἑορταζομένη σημαντικὴ καὶ αξιομνημόνευτη ἐπέτειο, καὶ εὐχαριστώντας Σας θερμὰ γιὰ τὴ    φιλοξενία τῆς ὁποίας τυγχάνουμε,  εὐχόμαστε κάθε πρόοδο καὶ κάθε εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν εὐσεβῆ Ρωσσικὸ λαό.               

               

Print Friendly

Share this post