Πανηγυρικός Εσπερινός για τον προστάτη της Λευκωσίας Νεομάρτυρα Πολύδωρο

Πανηγυρικός Εσπερινός για τον προστάτη της Λευκωσίας Νεομάρτυρα Πολύδωρο

Μέσα σε κλίμα λαμπρό και πανηγυρικό η πόλη της Λευκωσίας τίμησε, με λατρευτικές εόρτιες ακολουθίες, ένα άξιο τέκνο της, τον άγιο νεομάρτυρα Πολύδωρο.

Πλήθος κληρικών και σύσσωμος ο περιούσιος λαός της πρωτεύουσας με επικεφαλής τον Δήμαρχο της κ. Κωνσταντίνο Γιωρκάτζη συμμετείχε σεμνά και κατανυκτικά στον Εσπερινό και την λιτάνευση της εικόνος και του τμήματος των λειψάνων του αγίου.

Στον πανηγυρικό Εσπερινό, της μνήμης του Αγίου Πολυδώρου, που τελέστηκε στον επ’ ονόματί του ιερό ναό του στην περιοχή Καϊμακλίου, προέστη ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Νεαπόλεως κ. Πορφύριος, ο οποίος στον λόγο του, αναφέρθηκε στην «επίγεια πορεία του αγίου μας», αλλά και στην φλογερή του μετάνοια, η οποία τον οδήγησε στην επίτευξη της σωτηρίας.

Πρόσθεσε, ακόμη, ότι «η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να κάνουμε στον άγιο μας, που σήμερα γιορτάζουμε την μνήμη του, είναι ακριβώς να τον μιμηθούμε. Αυτό είναι και το θέλημα του Θεού, αν το θελήσουμε και εμείς η νίκη είναι δική μας».

Το δεξιό αναλόγιο στον πανηγυρικό αυτό εσπερινό ανέλαβε ο παρεπιδημών στην Κύπρο για τις μέρες αυτές καλλιφωνότατος Αρχιμ. Αντίπας αγιορείτης, ο οποίος με τη παραδοσιακή αγιορειτική ψαλμωδία του ανήγαγε τις ψυχές όλων στα δύσβατα ασκητήρια του γηραιού Άθωνα.

Πριν το τέλος του εσπερινού, ο θεοφιλέστατος χειροθέτησε σε αναγνώστη τον ευλαβέστατο κ. Θεοδόσιο, ο οποίος προσφέρει τις υπηρεσίες του επί σειρά ετών στην ενορία του Καϊμακλίου.

Το όνομα του αγίου Πολυδώρου, που πανηγυρικα σήμερα και αύριο εορτάζουμε, δεν είναι γνωστό στους πολλούς. Κι όμως αποτελεί ένα πραγματικό στολίδι της νεότερης κυπριακής ιστορίας κι ένα ηρωικό μαχητή και νέο μάρτυρα της εκκλησίας μας. Ο άγιος Πολύδωρος, γέννημα και θρέμμα της Λευκωσίας, της πρώτης πόλεως της νήσου Κύπρου, όπως αναφέρει το Συναξάριό του, γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου λίγο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα. Γονείς του ήταν ο Λουκάς και η Λουρδανού, άνθρωποι της Εκκλησίας με φόβο Θεού, που του έδωσαν τη χριστιανική μόρφωση. Στην πατρίδα του μεγάλωσε με αρχές «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», μαθαίνοντας τα ιερά γράμματα. Όταν ο Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση έξυπνη και δημιουργική, επιδόθηκε στο εμπόριο. Σ’ ένα από τα ταξίδια του στη χώρα του Νείλου γνωρίστηκε μ’ ένα πλούσιο εξωμότη από την Ζάκυνθο και προσλήφθηκε στην υπηρεσία του.Στην εργασία αύτη συνδέθηκε και με διάφορους τύπους της ηλικίας του. Τύπους που θα ονομάζαμε σήμερα των κατωγείων, τύπους χωρίς ηθικούς φραγμούς. Και γρήγορα άρχισε να ξενυχτά, να πίνει και να μεθά, να χαρτοπαίζει και να νυχτοξημερώνεται στα διάφορα καταγώγια.

Μια βραδιά σ’ ένα από τα κέντρα αυτά της ηδονής παρασύρθηκε κι ήπιε τόσο που μέθυσε. Και στο μεθύσι επάνω, αλλαξοπίστησε κι ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό. Τότε, οι τύψεις που άρχισαν να ξυπνούν μέσα του και που μεγάλωναν μέρα με τη μέρα και πλήθαιναν δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Χωρίς καμιά καθυστέρηση άφησε την Αίγυπτο και πορεύθηκε για τη Βηρυτό. Σαν έφτασε, με λαχτάρα έτρεξε να δει τον Δεσπότη. Και όταν τον βρήκε, με βαθιά συντριβή έπεσε μπροστά του και τον παρακάλεσε να δεχθεί την εξομολόγηση του. Αφού τον παρηγόρησε και τον ενίσχυσε, τον συμβούλεψε για ασφάλεια του και για ξεκούραση να καταφύγει σε κάποιο μοναστήρι.

            Περιήλθε διάφορους τόπους και κατέληξε στο νησί της Χίου. Εδώ επισκέφθηκε κάποιο άλλο πνευματικό, εξομολογήθηκε και πάλι με πόνο ψυχής και ζήτησε να ξαναγίνει δεκτός από την Εκκλησία. Ο πνευματικός δέχτηκε τη μετάνοια του. Του διάβασε τη συγχωρητική ευχή, τον έχρισε με άγιο μύρο και τον κοινώνησε.

Μετά την αποκατάσταση του αυτή στους κόλπους της Εκκλησίας ο Πολύδωρος αναχώρησε για τη Νέα Έφεσο. Ο πόθος του να επανορθώσει πραγματικά το αμάρτημά του, δεν τον αφήνει ήσυχο. 

Τότε τρέχει στον ιεροδικαστή (Καδή) και δείχνοντας την απόφαση του μουφτή του είπε:

— Πριν δέκα χρόνια με ξεγελάσαν και με ‘κάμαν να αρνηθώ την πίστη μου. Πέταξα το χρυσάφι που κρατούσα για να πάρω το χώμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπάμαι γι’ αυτό που έκαμα και στενοχωρούμαι και κλαίω. Πάρτε το χώμα σας κι εγώ ξαναπαίρνω το χρυσάφι μου. Ήμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι είμαι έτοιμος να πεθάνω χριστιανός!

Όλη νύχτα οι δήμιοι βασάνιζαν τον μάρτυρα. Η άκαμπτη επιμονή του είχε εξοργίσει όλα τα μέλη του Συμβουλίου, που για να δώσουν μια διέξοδο στο αδιέξοδο, διέταζαν να ρίξουν και πάλι τον άγιο στη φυλακή και να επαναλάβουν τα βασανιστήρια. Με τα μαρτύρια πέρασε όλη η νύχτα. Το πρωί, κι ενώ ήταν ανυποχώρητος στα βασανιστήρια, διέταξαν να τον απαγχονίσουν. Απαγχονίστηκε στη Νέα Έφεσο (Γενί Κουσάντασι), στίς 3 Σεπτεμβρίου του 1794.

Αρχιμ. Τριφύλλιος Ονησιφόρου

Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου

Print Friendly, PDF & Email

Share this post