Πρωτοχριστιανική Τέχνη της Κύπρου

Πρωτοχριστιανική Τέχνη της Κύπρου

Τα πρώτα αρχαιολογικά τεκμήρια χριστιανικής παρουσίας στην Κύπρο Περίγραμμα χρονικής περιόδου 33 – 324

Ο Χριστιανισμός φαίνεται να έφτασε στην Κύπρο πολύ γρήγορα γύρω στο 34-35 μ.Χ., αμέσως μετά τον λιθοβολισμό από τους Εβραίους, του πρωτομάρτυρα Στέφανου σύμφωνα με το χωρίο των Πράξεων 11, 19-20, που αναφέρει: «Οι χριστιανοί που είχαν διασκορπιστεί από τα Ιεροσόλυμα μετά το διωγμό που ακολούθησε το λιθοβολισμό του Στεφάνου έφτασαν ως τη Φοινίκη, την Κύπρο και την Αντιόχεια. Σε κανέναν δεν κήρυτταν για το Χριστό παρά μόνο στους Ιουδαίους». Σημειωτέον ότι στην Κύπρο υπήρχαν εγκατεστημένοι Εβραίοι ήδη από την εποχή των Πτολεμαίων σύμφωνα με το Α΄ Μακ. 15,23.

Ο χριστιανισμός στο νησί ουσιαστικά εδραιώθηκε με τις αποστολικές περιοδείες των Αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου το 45 μ.Χ. και των Βαρνάβα και Μάρκου το 49 μ.Χ. οπόταν εγκαθίστανται εδώ οι πρώτοι επίσκοποι. Φαίνεται ότι η διάδοση της νέας θρησκείας γίνεται με βραδύ ρυθμό, ενώ η συνύπαρξη ειδωλολατρών και χριστιανών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γενικά ως ειρηνική εκτός από κάποια μεμονωμένα περιστατικά, που αναφέρονται σε αγιολογικά κείμενα. Ειδωλολάτρες φαίνεται να υπάρχουν στο νησί μέχρι και το τέλος του 5ου ή αρχές του 6ου αι.

Ελάχιστα είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, που μπορούν να αποδοθούν σε χριστιανούς κατά τους τρεις πρώτους αιώνες. Οι μοναδικές αρχαιολογικές ενδείξεις για ύπαρξη χριστιανών στην Κύπρο είναι πέντε κρυπτοχριστιανικές επιγραφές, πάνω σε επιτύμβιους κιονίσκους, που έχουν αντί του γράμματος Χ το Σταυρό ή το Χριστόγραμμα και χρονολογούνται στο 2ο-3ο αι. μ.Χ. Κατά τα άλλα είναι ίδιες με τις αντίστοιχες ειδωλολατρικές. Μια επιγραφή που βρέθηκε στο Σπιτάλι της Λεμεσού και φυλάσσεται στο Μουσείο της πόλης αναφέρει:

ΤΙΜΟΔΩΡΕ
+ΡΙΣΤΕ
+ΑΙΡΕ.

Ένας άλλος επιτύμβιος κιονίσκος (εικ. 1), που βρέθηκε στην Κοφίνου και φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Λάρνακας, αντί του Χ φέρει Χριστόγραμμα, μια σαφέστερη δηλαδή αναφορά στη χριστιανική ιδιότητα της νεκρής. Η επιγραφή αυτή μπορεί να χρονολογηθεί στο τέλος του Γ΄ αι. αλλά και στις αρχές του 4ου αι.

Οι κιονίσκοι αυτοί δυστυχώς δεν βρέθηκαν in situ δηλαδή επί τόπου ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αρχαιολογικά ο περιβάλλον χώρος. Η αναφορά σε κρυπτοχριστιανικές επιγραφές και όχι σε χριστιανικές, οφείλεται στο ότι η χριστιανική πίστη ήταν υπό διωγμό μέχρι και το 313 μ.Χ. χρονιά που εκδόθηκε το λεγόμενο «Διάταγμα των Μεδιολάνων ή της ανεξιθρησκίας» από τους συναυτοκράτορες Μ. Κωνσταντίνο και Λικίνιο.

Επίσης μια λίθινη σαρκοφάγος (εικ.2), που αποδίδεται στον άγιο Ρηγίνο και βρίσκεται σε υπόγειο λαξευτό τάφο στο χωριό Φασούλα της Λεμεσού χρονολογείται στον 3ο αι. μ.Χ. Η σαρκοφάγος είναι διακοσμημένη μόνο στη μια πλευρά της με ανάγλυφες σκηνές κυνηγίου αλλά και κλιματίδα με σταφύλια (Άμπελος) καθώς και ένα ψάρι (Ιχθύς), προσφιλή χριστιανικά σύμβολα των πρώτων αιώνων.

Μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί αμιγώς χριστιανικά νεκροταφεία, που να μπορούν να χρονολογηθούν στους τρεις πρώτους αιώνες. Φαίνεται ότι οι ειδωλολατρικοί τάφοι χρησιμοποιούνταν και από τους χριστιανούς αφού έχουν βρεθεί μεταξύ άλλων και κοινές ταφές, όπως στην Κερύνεια, στην Αμαθούντα κ.ά. Η πρακτική αυτή ευνοήθηκε από το ειρηνικό κλίμα, που ως επί το πλείστον επικρατούσε στην Κύπρο την εποχή αυτή όπως φαίνεται και από τους Βίους του Αγίου Αυξιβίου και Αγίου Σπυρίδωνος αλλά και από τις δύο γνωστές σύγχρονες επιγραφές του 5ου αι. στην Οικία του Ευστολίου στο Κούριο, που αναφέρονται η μια στον Χριστό και η άλλη στον Φοίβο Απόλλωνα. Αυτό που διαφοροποιούσε τους ειδωλολατρικούς από τους χριστιανικούς τάφους ήταν το χάραγμα του σημείου του Σταυρού στα τοιχώματά τους, όπως στην περίπτωση των Τάφων των Βασιλέων στην Πάφο, των «Αληνόσπηλιων», των τάφων της περιοχής Πέγειας, της Χρυσοκάβας στην Κερύνεια (Εικ.3) και της περιοχής Τσάμπρες στον Άγιο Φίλωνα της Καρπασίας (εικ. 4).

Τα Μαρτύρια

Όπως στην αρχαιότητα τιμούσαν τους ήρωες κτίζοντας μαυσωλεία ή ηρώα προς τιμήν τους, έτσι και οι χριστιανοί, ειδικά των πρώτων αιώνων έκτιζαν Μαρτύρια για να τιμήσουν μάρτυρες της νέας πίστης. Μαρτύρια υπάρχουν και σε κατακόμβες, που χρονολογούνται ειδικά από τον 2ο αι. και εξής. Οι περιπτώσεις των λεγομένων «κατακομβών» της Αγίας Σολομονής και του Αγίου Λαμπριανού στην Πάφο, δεν μπορούν αδιαμφισβήτητα να χαρακτηριστούν ως τέτοιες, αφού δεν έχουν βρεθεί αρχαιολογικά τεκμήρια, που να συνδέουν τους τάφους αυτούς με χρήση τους κατά την πρωτοχριστιανική ή την παλαιοχριστιανική περίοδο.

Κάθε χρόνο στην επέτειο του μαρτυρίου γίνονταν συναθροίσεις πιστών, όπου ο τάφος χρησιμοποιείτο και ως θυσιαστήριο δηλ. ως Αγία Τράπεζα (Mensa Martyris), όπως στην περίπτωση του τάφου του ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου αποστόλου Βαρνάβα στην Αμμόχωστο. Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, όπου υπήρχαν Μαρτύρια αυτά τα ξεχώριζαν και έκτιζαν πάνω από αυτό ναό, που ονομαζόταν και αυτός Μαρτύριο (λατ. Confessio) όπως στην περίπτωση του μεγάλου σταυρόσχημου ναού του αγίου Ιωάννου στην Έφεσο ή κτιζόταν δίπλα μεγαλόπρεπος ναός όπως στην βασιλική του Ιλισού στην Αθήνα, που συγκοινωνούσε με υπόγειο νεκρικό θάλαμο. Από τον 4ο αι. και μετά έχουμε και το συνήθειο της μετακομιδής των λειψάνων των μαρτύρων οπόταν οι ναοί που κτίζονταν εθεωρούντο και αυτοί Μαρτύρια. Πρότυπο βέβαια όλων των Μαρτυρίων ήταν ο Πανάγιος Τάφος στα Ιεροσόλυμα. Άλλα γνωστά Μαρτύρια εκτός Κύπρου είναι το Καλάτ Σεμάν (Άγιος Συμεών ο Στυλίτης) στη Συρία και ο περίφημος ναός των αγίων Αποστόλων (το Αποστολείον) στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλάσσονταν ιερά λείψανα των αγίων Αποστόλων και αυτοκρατόρων.

Στην Κύπρο Μαρτύρια θεωρούνται μεταξύ άλλων ο ναός του Αγίου Επιφανίου στη Σαλαμίνα, όπου και ο τάφος του, η Χρυσοπολίτισσα στην Πάφο, ο ναός του αγίου Ηρακλειδίου στο Πολιτικό κτισμένος πάνω από υπόγειο λαξευτό τάφο, αλλά πιθανόν και το μνημείο στους Αγίους Σαράντα στην Τύμπου όπου πάνω από το υπόγειο σύμπλεγμα λαξευτών τάφων κτίστηκε παλαιοχριστιανική βασιλική.

Στο τέλος του 4ου αι. φαίνεται πλέον να γενικεύεται η χρήση επίγειων τάφων, όπως στη βασιλική του Αποστόλου Βαρνάβα, στη βασιλική της Καμπανόπετρας στη Σαλαμίνα, ή στη βασιλική του Αγίου Τύχωνος στην Αμαθούντα και στην κοιμητηριακή βασιλική των Αγίων Πέντε στη Γεροσκήπου.

Ανδρέας Φούλιας
Θεολόγος-Βυζαντινολόγος

Print Friendly, PDF & Email

Share this post