Πανηγυρικός για την 28η Οκτωβρίου 1940 του Δρ. Πέτρου Παπαπολυβίου (28.10.2017)

Πανηγυρικός για την 28η Οκτωβρίου 1940 του Δρ. Πέτρου Παπαπολυβίου (28.10.2017)

Πανηγυρικός για την 28η Οκτωβρίου 1940

Λευκωσία, 28-10-2017

Πέτρος Παπαπολυβίου

Αναπλ. καθηγητής

Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας

Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

Το να γιορτάζει ένας λαός ή ένα έθνος τις επετείους του, είναι καθήκον και υποχρέωση των νεοτέρων, και η ελάχιστη απότιση χρέους και οφειλής σε αυτούς που θυσιάστηκαν για το καλό των πολλών, την εθνική ελευθερία και ανεξαρτησία. Είναι παράλληλα, απαραίτητο τμήμα της διατήρησης των εθνικών συμβολισμών, χωρίς μεγαλοστομίες και ρητορικές υπερβολές, της συλλογικής μνήμης και των βασικών στοιχείων που διαμορφώνουν την κοινή ταυτότητα, σε έναν κόσμο και ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται και μεταμορφώνεται. Βέβαια, με το να τιμούμε και μόνο τυπικά και μηχανικά τις εθνικές επετείους, ή χάριν της αργίας, δεν μας χορηγείται πιστοποιητικό διαγωγής του σωστού δημοκρατικού πολίτη, ούτε μας δίνονται εξ αποκαλύψεως τα αναγκαία διδάγματα και οι λύσεις για τα σύγχρονα προβλήματα της χώρας μας και του Ελληνισμού.

Τι ήταν λοιπόν η 28η Οκτωβρίου 1940, την εβδομηκοστή εβδόμη επέτειο της οποίας τιμούμε και εμείς σήμερα στη Λευκωσία, στην ημικατεχόμενη Κύπρο, μαζί με τον απανταχού Ελληνισμό; Προφανώς η ημέρα του Όχι είναι μια από τις μεγαλύτερες, σε συμβολισμό και ακτινοβολία, ημέρες της ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού. Μια ημέρα, όπου η Ελλάδα, 18 χρόνια μετά την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής, και αφήνοντας πίσω τον Εθνικό Διχασμό και τον ταραχώδη Μεσοπόλεμο με την πολιτική αστάθεια και μια μακρά δικτατορία, με πρωτοφανή εθνική ομοψυχία απάντησε στο ιταλικό τελεσίγραφο, απορρίπτοντάς το, διά στόματος του Ιωάννη Μεταξά και διά του καθολικού παλλαϊκού και πανεθνικού συναγερμού στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, με την παράλληλη κινητοποίηση του παροικιακού και του υπόδουλου Ελληνισμού.

Με την 28η Οκτωβρίου 1940 η Ελλάδα, μια μικρή χώρα, με το ηθικό ανάστημα και το βάρος που της αναλογούσε, στον κορυφαίο ιδεολογικό διχασμό της παγκόσμιας ιστορίας, τον πρώτο ουσιαστικά σε αυτό το μέγεθος, δεν επέλεξε το φασιστικό στρατόπεδο, ούτε την επιτήδεια ουδετερότητα, όπως οι γείτονες, πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα για αυτή την επιλογή. Όχι μόνο με τον φόρο του αίματος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο αλλά, κυρίως, με το μαρτύριο της τριπλής φασιστικής κατοχής, που επέβαλε ο χιτλερικός στρατός και το άγος του αγκυλωτού σταυρού στην Ακρόπολη, μέχρι την απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944.

Ο ελληνικός λαός αντιστάθηκε στις σιδερόφρακτες φασιστικές ορδές με τα στρατευμένα παιδιά του στα ηπειρωτικά βουνά και στο αλβανικό μέτωπο, σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, στο χιόνι και στη λάσπη, χωρίς κάλυψη αεροπορίας, με προβλήματα στην επιμελητεία, παλεύοντας και εναντίον των στοιχείων της φύσης. Και στα μαρτυρικά χρόνια της Κατοχής η πανεθνική αντίσταση των Ελλήνων, ένοπλη και μαζική, παρά τις ομηρίες, τις ομαδικές εκτελέσεις αντιποίνων και την τρομοκρατία, αποτελεί φαινόμενο που πρέπει να τιμάμε, να μελετούμε και να μην ξεχνάμε, ειδικά σήμερα που ο φασισμός, εκμεταλλευόμενος τις δύσκολες  κοινωνικές συνθήκες, τη φτώχια και την εξαθλίωση σηκώνει ξανά το εφιαλτικό κεφάλι του στην Ευρώπη.

Και η ιδιαίτερή μας πατρίδα, η Κύπρος; Παρούσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο από την έναρξή του, το 1939, ως βρετανική Αποικία, και έχοντας ήδη στείλει άνδρες στο Δυτικό Μέτωπο, στη Δουγκέρκη και στη Βόρεια Αφρική, σείστηκε συθέμελα την 28η Οκτωβρίου 1940. Τότε το νησί μας και οι κάτοικοί του συστρατεύθηκαν με ομοψυχία στο στρατόπεδο των συμμάχων της Ελλάδας. Ο λαϊκός ενθουσιασμός που ακολούθησε την είδηση της έκρηξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, οδήγησε στην κατάργηση των αυστηρών νόμων της «Παλμεροκρατίας», και οι κυπριακοί δρόμοι κατακλύστηκαν και πάλι, εννέα ακριβώς χρόνια μετά τα Οκτωβριανά του 1931, από ελληνικές (και λιγότερες τουρκικές και αγγλικές) σημαίες, σηματοδώντας την παταγώδη αποτυχία της βρετανικής αντεπαναστατικής πολιτικής στην Κύπρο στη δεκαετία του 1930. Μια άλλη συνέπεια του λαϊκού ενθουσιασμού ήταν η έξαρση του εθελοντικού ρεύματος: Μετά από έκκληση του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού θρόνου Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, χιλιάδες Κύπριοι γράφτηκαν σε ειδικούς καταλόγους, που άνοιξε η κυπριακή Εκκλησία, ως εθελοντές για τον ελληνικό στρατό, ενώ ανάλογη αύξηση παρουσίασε η στρατολόγηση και στο «Κυπριακό Σύνταγμα», που είχε ήδη ιδρυθεί από τους Βρετανούς.

Παρά τις προσπάθειες του Μητροπολίτη Πάφου και την εγγραφή χιλιάδων Κυπρίων στους καταλόγους για εθελούσια στράτευση στον ελληνικό στρατό, η βρετανική κυβέρνηση δεν επέτρεψε αυτή την κατάταξη. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των στρατολογηθέντων νησιωτών στελέχωσε τελικά το «Κυπριακό Σύνταγμα» και την «Κυπριακή Εθελοντική Δύναμη». Και οι κυπριακές θυσίες είναι βαρύτατες στον πανανθρώπινο αγώνα εναντίον του φασισμού: Από τους Κυπρίους εθελοντές του βρετανικού στρατού, Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Μαρωνίτες, και Λατίνους, σκοτώθηκαν ή αποβίωσαν εν υπηρεσία 373 άνδρες και μια γυναίκα. Τάφοι και κενοτάφια Κυπρίων στρατιωτών του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εντοπίζονται στην Κύπρο και σε άλλες 23 χώρες, σε 72 στρατιωτικά κοιμητήρια και μνημεία πολέμου. Στα κοιμητήρια της Ελλάδας είναι θαμμένοι οι περισσότεροι Κύπριοι στρατιώτες του πολέμου, 100 συνολικά, αριθμός που δείχνει το μέγεθος των κυπριακών θυσιών στην εκστρατεία στην Ελλάδα, το 1941. Τη μεγαλύτερη συγκίνηση στον σημερινό ερευνητή προκαλούν οι τάφοι τριών Κυπρίων στρατιωτών του βρετανικού στρατού στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κογκ και στο Ιμπχάλ της Ινδίας, κοντά στα σύνορα με την Μπούρμα. Σύμφωνα με τη γνωστή θουκυδίδεια ρήση, παρά την «ανωνυμία» τους, και παρότι θάφτηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Κύπρο, παραμένουν «άνδρες επιφανείς», αφού έχασαν τη ζωή τους προασπίζοντας τα υψηλότερα ιδανικά της γενιάς τους και της ανθρωπότητας, της ελευθερίας και της επικράτησης της δικαιοσύνης. Της δικαιοσύνης και της ελευθερίας που ο ήλιός τους  αναμένεται, ακόμη, και στην Κύπρο…

Ένας άλλος τομέας που εκδηλώθηκε γενναιόδωρη η κυπριακή συμπαράσταση προς τη συμμαχική προσπάθεια, αλλά κυρίως προς την Ελλάδα, ήταν η οικονομική ενίσχυση με τη διεξαγωγή εράνων. Η επιτυχία των εράνων τις ημέρες που ακολούθησαν την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν χωρίς προηγούμενο, αφού συγκεντρώθηκε ένα σεβαστό χρηματικό ποσό και εκατοντάδες κιβώτια με τρόφιμα και είδη ρουχισμού, ενώ δεκάδες χιλιάδες Κύπριοι, άνδρες και γυναίκες, οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας, μέσα σε κλίμα έντονης συγκινησιακής φόρτισης και ενθουσιασμού πρόσφεραν τα δακτυλίδια τους και άλλα προσωπικά τους είδη και χρυσαφικά, μεγάλης υλικής αλλά κυρίως συναισθηματικής αξίας, στους δίσκους που περιφέρονταν στους ναούς, με την ευλογία της Εθναρχούσης Εκκλησίας, για τη στρατιωτική ενίσχυση της Ελλάδας. Οι μετριότεροι υπολογισμοί για το συνολικό χρηματικό ποσό των κυπριακών εράνων υπέρ των αναγκών της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του πολέμου κυμαίνονται στις 300 – 350 χιλιάδες λίρες. Σε μια εποχή που η οικονομική κατάσταση του Κύπριου αγρότη ήταν άθλια και οι πιο πάνω εισφορές και ο «οβολός της χήρας» εξοικονομούνταν κυριολεκτικά με αίμα.

            Μακαριώτατε, Εξοχώτατε κύριε πρόεδρε,

Ανεξάρτητα από το μέγεθος της κυπριακής προσφοράς στον πόλεμο κατά του φασισμού, και τις ποσότητες του νεανικού αίματος που χύθηκε, πρέπει να τονιστεί ότι η μαζική συμμετοχή των κατοίκων της μεγαλονήσου στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο είχε κατ’ εξοχήν ελληνοκεντρικό χαρακτήρα και συνδεόταν με την αναμενόμενη εθνική αποκατάσταση της Κύπρου. Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του προς τους Κύπριους εθελοντές του ελληνικού στρατού, τον Δεκέμβριο του 1940, στην Αθήνα, ο εξόριστος Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος, ανέφερε και τα εξής:

Η Κύπρος πυκνώνουσα και σήμερον, όπως εις κάθε στιγμήν της ζωής του Έθνους τας ελληνικάς ηρωϊκάς φάλαγγας, δεν συνεχίζει απλώς την ελληνικήν παράδοσιν του αμύνεσθαι περί Πάτρης, αλλ’ ακολουθεί τον δρόμον της αιωνίας αυτής προσηλώσεως και αφοσιώσεως προς την αθάνατον Μητέρα.

Σε ανάλογο ύφος, τον Μάιο του 1942, ο τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, σε υπόμνημά του προς τον κυβερνήτη της Κύπρου Τσαρλς Γούλλεϋ, υποστήριζε ότι ο κυπριακός λαός βοηθούσε τους συμμάχους, «έχων αντικειμενικόν σκοπόν την Ανάστασιν της Μεγάλης Ελλάδος και την Ένωσιν της Κύπρου μετά της Ελλάδος».

Αλλά και από την πλευρά της, ένα χρόνο αργότερα, τον Ιούνιο του 1943, η Κεντρική Επιτροπή του ΑΚΕΛ, του μεγαλύτερου κόμματος την εποχή εκείνη, που είχε ιδρυθεί τον Απρίλιο του 1941, ανακοινώνοντας την ιστορική απόφαση για κατάταξη εκατοντάδων μελών και στελεχών του κόμματος στον βρετανικό στρατό, τόνιζε ότι η εθελοντική στρατολόγηση γινόταν «προς ενίσχυσιν του αγώνος δι’ απελευθέρωσιν της Ελλάδος από την χιτλερικήν τυραννίαν, απελευθέρωσιν των υποδούλων χωρών και εξασφάλισιν του εθνικού, πολιτικού και κοινωνικού μέλλοντος της νήσου».

Βέβαια, σε επίπεδο διακηρύξεων, τόσο η ελληνική αντίσταση στον φασισμό όσο και η κυπριακή συμμετοχή στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, επαινέθηκαν σε πολλές ευκαιρίες από Βρετανούς πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους, και οι αόριστες υποσχέσεις μοιράζονταν αφειδώς και χωρίς κόστος. Πιο γνωστό παράδειγμα αποτελούν οι δηλώσεις του Άγγλου πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ, του πατέρα της συμμαχικής νίκης, κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, τον Ιανουάριο του 1943: «Μετά το τέλος του πολέμου τούτου, το όνομα της Κύπρου θα περιλαμβάνεται εις τον κατάλογον εκείνων, τα οποία κατέστησαν άξια, όχι μόνον των Ηνωμένων λαών, οι οποίοι τώρα συμπολεμούν, αλλά, ως ακραδάντως πιστεύω, και των μελλουσών γενεών της ανθρωπότητος.»

Τα παραπάνω εξηγούν γιατί πολέμησαν οι Έλληνες Κύπριοι στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και ειδικότερα το 1940-1941. Εξηγούν και γιατί ξαναπήραν τα όπλα για την ελευθερία τους το 1955-1959, όταν εξεγέρθηκαν απηυδισμένοι από τα αποικιακά «Ουδέποτε» και την ηχηρή διάψευση των ιδανικών του πολέμου, για ελευθερία και αυτοδιάθεση των μικρών λαών. Και προβάλλουν, για τη δική μας γενιά, ως αυστηρό και αδυσώπητο μέτρο σύγκρισης. Και εάν είναι δύσκολο, ίσως αδύνατο, να καταφέρουμε να γίνουμε «πολλώ κάρρονες τούτων», ας μην ξεχνάμε το χρέος και την οφειλή για αυτά που παραλάβαμε και, κυρίως, για αυτά που θα παραδώσουμε.

Print Friendly, PDF & Email

Share this post