Ομιλία του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτη Αγαθόνικου Κυκκώτη στην Κ΄ Συνάντηση Εκπροσώπων Εκκλ. Περιφερειών και Μονών στο Γρ. Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλ. Κύπρου (Πολιτιστικό Ίδρυμα Ιεράς Μονής Κύκκου «Αρχάγγελος», 6 Νοεμβρίου 2025)
Θρησκευτικός Τουρισμός
ή Προσκυνηματική Επίσκεψη
Σας καλωσορίζω στην «Εικοστή Συνάντηση Εκπροσώπων Εκκλησιαστικών Περιφερειών και Μονών στο Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας Κύπρου» και, ιδιαίτερα, καλωσορίζω την Πρόεδρο Ξεναγών Κύπρου κα Λέλια Μυλωνά, μαζί και τους υπόλοιπους ξεναγούς και σας ευχαριστώ ιδιαίτερα, που θυσιάσετε τον πολύτιμό σας χρόνο και είστε παρόντες σήμερα όλοι εδώ μαζί μας.
Ο προσκυνηματισμός στη γλώσσα της οικονομίας και του τουρισμού ειδικότερα αναφέρεται σαν Θρησκευτικός Τουρισμός. Μπορεί να οριστεί ως η μετακίνηση μεμονομένων ατόμων ή οργανωμένων σε ομάδες με προορισμό τόπους θρησκευτικής λατρείας είτε για προσκύνημα, είτε για συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετές ή εκδηλώσεις είτε για εκπλήρωση τάματος ή ακόμη και για λόγους εκπαιδευτικούς, ενημερωτικούς.
Η μετακίνηση αυτή μπορεί να πραγματοποιείται είτε στη χώρα μόνιμης κατοικίας είτε στο εξωτερικό. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, το κίνητρο είναι το θρησκευτικό ενδιαφέρον.
Στη ξενόγλωσση ορολογία ο θρησκευτικός τουρισμός μπορεί να περιγραφεί με τον όρο pilgrimage, ο οποίος, όμως, περιλαμβάνει ευρύτερα την έννοια του προσκυνηματισμού όχι μόνο σε θρησκευτικά μνημεία, αλλά και σε ιστορικούς τόπους και σε μνημεία πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Ο όρος pilgrim (προσκυνητής) προέρχεται από τη λατινική λέξη peregrinus, η οποία αρχικά όριζε τον ξένο, που ζούσε έξω από την περιοχή της Ρώμης και ταξίδευε στην περιοχή γύρω από την πόλη. Η Εκκλησία οριοθέτησε τον όρο αυτό. Χρησιμοποιούνται ακόμη οι όροι faithtours, δηλαδή ταξίδια πίστης, biblicaltours, δηλαδή βιβλικά ταξίδια και religioustours,θρησκευτικά ταξίδια.
Ο θρησκευτικός τουρισμός ή αλλιώς πνευματικός τουρισμός, όπως τον αναφέρουν και οι Haq, F., & Wong, H. Y (2010), χωρίζεται σε δύο υποκατηγορίες. Η πρώτη υποκατηγορία αφορά το προσκύνημα, το ταξίδι δηλαδή για θρησκευτικούς και πνευματικούς σκοπούς. Το προσκύνημα, το οποίο είναι ένα ταξίδι με πνευματικά ή θρησκευτικά κίνητρα, παρατηρείται από την αρχαιότητα και σε πολλές από τις θρησκείες του κόσμου (Turner & Turner, 2011).
Η προσκυνηματική επίσκεψη σε ένα ιερό τόπο δεν αποτελεί έθος των ημερών μας αλλά οι απαρχές της ανάγονται στους αρχαίους χρόνους.
Οι Έλληνες πραγματοποιούσαν τέτοια προσκυνήματα στα ιερά τους, όπως, για παράδειγμα, στα μαντεία είτε των Δελφών, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα και η ιέρεια Πυθία έδινε χρησμούς, είτε στο μαντείο της Δωδώνης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον θεό Δία. Και, μάλιστα, σ’ αυτά τα μαντεία ζητούσαν απαντήσεις σε διάφορα θέματα, προσωπικά, οικογενειακά ή και εθνικά.
Παράλληλα, είχαν ως έθος να επισκέπτονται και άλλα ιερά, όπως την Ακρόπολη των Αθηνών, όπου ο Παρθενώνας ήταν αφιερωμένος στη θεά Αθηνά, ή τον ναό του Απόλλωνα στο Σούνιο, ή τον ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα.
Η δεύτερη υποκατηγορία αφορά κυρίως την επίσκεψη θρησκευτικών μνημείων και αξιοθέατων, τα οποία μπορούν να συγκεντρώσουν διάφορα είδη ενδιαφέροντος, όπως η θρησκεία, η τέχνη, η αρχιτεκτονική, η ιστορία ή ακόμα και η προσωπική καταγωγή (Rinschede, 1992:51-67).
Τα βασικά αίτια που ενθαρρύνουν αυτή την εναλλακτική μορφή τουρισμού είναι κυρίως τα εξής: α) Το θρησκευτικό συναίσθημα, δηλαδή η πίστη που ωθεί τον άνθρωπο στην περιέργεια για γνώση των τόπων όπου έλαβαν χώρα μεγάλα περιστατικά της θρησκευτικής τους ιστορίας, β) Η ημερολογιακή σύμπτωση των εορτών σε διάφορες χώρες και οι θρησκευτικές τελετουργίες, που εξελίσσονται εκείνες τις ημέρες, γ) Η ελκυστικότητα των μνημείων τόσο από άποψη θρησκευτικού όσο και ιστορικού ενδιαφέροντος (Μοίρα, 2009:29).
Ωστόσο, ιεραποδημίες πραγματοποιούσαν και οι Εβραίοι, οι οποίοι ξεκινούσαν σε ομάδες από τις διάφορες χώρες του εξωτερικού, όπου ζούσαν, για να επισκεφθούν την ιερή πόλη τους, την Ιερουσαλήμ. Το όνομα Ιερουσαλήμ σήμαινε την πόλη του βασιλέα της ειρήνης.
Εκεί, ήταν κτισμένος ο ναός, αρχικά, του Σολομώντος (10ος π.Χ. αιώνας), ο οποίος, κατ’ εντολή του Θεού, αντικατέστησε τη Σκηνή του Μαρτυρίου και χωριζόταν σε δύο μέρη: Στο πρώτο, το και μεγαλύτερο, το οποίο λεγόταν «Άγια», υπήρχαν: το Θυσιαστήριο του Θυμιάματος, η Τράπεζα της Προθέσεως με τους δώδεκα άρτους, η Επτάφωτη Λυχνία και ο Λουτήρας.
Στα Άγια έμπαιναν μόνο οι ιερείς. Στο δεύτερο, το και μικρότερο, υπήρχε η Κιβωτός της Διαθήκης, δηλαδή ένα κιβώτιο από άσηπτο ξύλο ακακίας, επενδυμένο με χρυσάφι και μέσα περιείχε τις δύο λίθινες πλάκες με τον Δεκάλογο, τις οποίες παρέδωσε ο Θεός στον Μωυσή στο Σινά, τη ράβδο του Ααρών, αδελφού του Μωυσή, από τη φυλή Λεβί, η οποία βλάστησε και άνθισε, για να φανεί, ότι από τη φυλή αυτή θα προέρχονταν οι λεβίτες-ιερείς. Και ως τρίτο θησαύρισμα υπήρχε η χρυσή στάμνα με το μάννα, για να θυμούνται, ότι ο Θεός για 40 χρόνια στην έρημο τους έτρεφε με αυτό.
Η κύρια λατρεία του Θεού τελείτο στο δυτικό προαύλιο του ναού, πάνω σε βωμό, όπου πρόσφεραν τις θυσίες, και ο λαός παρακολουθούσε.
Σήμερα, ο ναός αυτός δεν υπάρχει, καταστράφηκε το 70 μ.Χ. από τον γιο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Βεσπασιανού, τον Τίτο, και στη θέση του χτίστηκε το τέμενος του Ομάρ (690 μ.Χ.).
Στην Καινή Διαθήκη, τα αρχαία παρήλθαν και τώρα έχουμε, ως κύριο και καίριο προσκύνημά μας, τους Αγίους Τόπους, όπου βάδισε, δίδαξε και θαυματούργησε ο Κύριος, με τη Βηθλεέμ, τον φρικτό Γολγοθά, τον τάφο του Χριστού και άλλα προσκυνήματα.
Για το προσκυνηματικό έθος των Αγίων Τόπων, αλλά και άλλων προσκυνημάτων, μας πληροφορεί το “Οδοιπορικό της Αιθερίας”, ένα κείμενο, που διασώζεται στη λατινική γλώσσα του 380-384 μ.Χ. Σ’ αυτό, η προσκυνήτρια Αιθερία καταγράφει και πληροφορεί τους δικούς της για τα διάφορα προσκυνήματα στην Αγία Γη και αλλού.
Για την ιερότητα και την επισκεψιμότητα οι απόστολοι και οι διάδοχοι τους υποστήριζαν τις νεοσύστατες τοπικές εκκλησίες με επισκέψεις, αποστολές και επιστολές, ενώ το πρόσωπο και το έργο του Χριστού, τα οποία ήσαν στο επίκεντρο του αποστολικού κηρύγματος, ερέθιζαν την ευλάβεια των χριστιανών για προσκυνηματικές επισκέψεις στους θεοβάδιστους ιερούς τόπους της Παλαιστίνης. Η πραγματοποίηση όμως της ευλαβούς αυτής επιθυμίας ήταν δυνατή μόνο για όσους χριστιανούς ανήκαν σε πλησιόχωρες τοπικές εκκλησίες ή είχαν την ευχέρεια χρόνου και χρημάτων για να το αποφασίσουν. Όσοι πραγματοποιούσαν την επιθυμία τους συνδύαζαν τις προσκυνηματικές επισκέψεις των ιερών τόπων με τη συμμετοχή τους και στις ιδιαίτερες ακολουθίες της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, οι οποίες αναφέροντο στη σχέση των ιερών τόπων με τα γεγονότα της ζωής του Χριστού. Όσοι αδυνατούσαν να αναλάβουν μία τόσο δαπανηρή προσκυνηματική επίσκεψη εξέφραζαν την ευλάβεια τους με την επίσκεψη των τάφων των μαρτύρων της πίστεως αποστόλων, επισκόπων, λοιπών κληρικών και λαϊκών, στους οποίους συνέρρεαν οι πιστοί της ευρύτερης περιοχής για να τιμήσουν τους μάρτυρες και να ενισχυθούν στην πίστη τους.
Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού και το τέλος των διωγμών η ευλάβεια των πιστών αναζήτησε πνευματικά ερείσματα στον υποδειγματικό βίο των σκληρών πνευματικών αγωνισμάτων των ασκητών, τα οποία ο Μ. Αθανάσιος παραλληλίζει προς τον αγώνα των μαρτύρων της πίστεως (P.G. 26, 1173) και ο Ιερώνυμος τα χαρακτηρίζει ως «καθημερινό μαρτύριο» (cotidianum martyrium, Epist. 108, 31). Βεβαίως, στη συνείδηση της Εκκλησίας ήταν σαφής η υπεροχή του μαρτυρίου του αίματος έναντι του «μαρτυρίου των δακρύων της μετανοίας», αλλά ήταν γενική η αναγνώριση ότι το δεύτερο ήταν μία αυθεντική συνέχεια του πρώτου. Υπό την έννοια αυτή εξηγείται όχι μόνον ο εύλογος θαυμασμός των πιστών για τα ασκητικά κατορθώματα των μεγάλων ασκητών της ερήμου, αλλά και η σφοδρή επιθυμία τους να αποκτήσουν προσωπική εμπειρία της ασκητικής πνευματικότητας, γι’ αυτό πραγματοποιούσαν προσκυνηματικές επισκέψεις στα μεγάλα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας, ακόμη και σε όσα είχαν αναπτυχθεί στα βάθη της ερήμου (Νιτρίας, Σινά, Λαύρα του αγίου Σάββα κ.ά).
Η ίδρυση μεγάλων μονών στην ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως από τις αρχές του Ε’ αιώνα λειτουργούσε ως συνεχής πρόσκληση ή και ως πρόκληση προς τους πιστούς της ευρύτερης περιοχής για προσκυνηματικές επισκέψεις. Ο συνδυασμός της αδιάλειπτης προσευχής των μοναχών με την αδιάκοπη εικοσιτετράωρη θεία λατρεία στις μονές των Ακοίμητων, καίτοι ήταν καινοτομία στις ασκητικές παραδόσεις, αύξησε με εντυπωσιακό τρόπο όχι μόνο τον αριθμό των ευλαβών προσκυνητών από την Κωνσταντινούπολη και την ευρύτερη περιοχή, αλλά και την πνευματική ακτινοβολία της μονής. Ο εισηγητής της πρακτικής αυτής ηγούμενος Αλέξανδρος κατένειμε τους μοναχούς σε έξι χορούς για την κάλυψη της συνεχούς εικοσιτετράωρης θείας λατρείας, γι’ αυτό και εγκωμιάζεται ότι «νόμον εισάγει καινόν μέν, αλλά, τῇ κατά διαδοχήν των λειτουργούντων υπαλλαγῇ, την ασίγητον ταύτην και άπαυτον τῷ Δεσπότῃ περιποιείσθαι δοξολογίαν» (P G 116, 705-746). Ανάλογη ήταν η ακτινοβολία και των εκκεντρικών μορφών ασκήσεως, όπως του αγίου Συμεών του Στυλίτη στη Β. Συρία, ο Στύλος, του οποίου προσείλκυε προσκυνητές από ολόκληρη την Ανατολή και επηρέαζε με την ακτινοβολία του όχι μόνο την πνευματική, αλλά και την πολιτική ζωή της Συρίας κ.λπ.
Έτσι, όλοι μας έχουμε χρέος να δίνουμε, έχοντας συνείδηση της ιερότητας του χώρου, το μήνυμα ότι στην ανθρωπότητα και στη θεότητα του Χριστού αποκαταστάθηκε η ενότητα Θεού ανθρώπου και κόσμου. Και να μην ξεχνούμε πως το λυτρωτικό μήνυμα του Ευαγγελίου απευθύνεται σε όλα τα έθνη. Και τούτο οφείλουμε εμείς σήμερα να μεταδίδουμε στον κάθε επισκέπτη, που αναζητεί να στηρίζει την πίστη και την εμπιστοσύνη του προς τον Θεό ή τον ξένο, που θέλει να γνωρίσει τη δική μας πίστη και τις παραδόσεις μας. Εμείς σήμερα στο πανορθόδοξο και οικουμενικό προσκύνημα, που το διακονούμε στη Μονή μας, έχουμε την ευλογία να κατέχουμε το ιερό θησαύρισμα, την Εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά….
Μεταφέρω, όμως, και τις ευλογίες του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας, του Καθηγουμένου της θεόπνευστης αυτής Μονής, κ. Νικηφόρου για μια επιτυχή συνάντηση, οικοδομητική για όλους μας.
