Παρουσίαση βιβλίου Γιώργου Καμηλάρη «H Κύπρος στο παρά πέντε και οι ευθύνες των Αθηνών» (Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, 5 Μαρτίου 2026)
Την Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2026, παρουσιάστηκε, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, το βιβλίο του κ. Γιώργου Καμηλάρη «H Κύπρος στο παρά πέντε και οι ευθύνες των Αθηνών». Το παρών έδωσαν εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολιτειακοί αξιωματούχοι και πλήθος κόσμου.
Το βιβλίο παρουσίασαν, εξηγώντας τα γεγονότα που ιστορούνται και την προσέγγιση του συγγραφέα, ο Διευθυντής του Κυ.Κε.Μ. κ. Χρήστος Ιακώβου και ο δημοσιογράφος κ. Παύλος Παύλου. Προηγήθηκε χαιρετισμός από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Γεώργιο. Η εκδήλωση, την οποίαν συντόνισε ο φιλόλογος κ. Στέλιος Παπαντωνίου, ολοκληρώθηκε με αντιφώνηση από τον συγγραφέα, ο οποίος απευθύνθηκε, εναγωνίως, και στο συναίσθημα.
Όπως τονίστηκε από όλους, ο κ. Καμηλάρης εξιστορεί και προβληματίζεται, οδηγείται σε συμπεράσματα στηριγμένος σε πηγές και βιβλιογραφία. Δεν κατηγορεί τον ελληνικό λαό, αλλά τις κυβερνητικές πολιτικές. Κυρίως, όμως, ο συγγραφέας πασχίζει να αφυπνίσει, με αίσθηση της ευθύνης έναντι των απογόνων. «Το βιβλίο το οποίο παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί όμως μία κραυγή αγωνίας, αφού, αν δεν υπάρξει από πλευράς Ελλάδας έμπρακτη εθνική αφύπνιση και εμπλοκή στο εθνικό μας θέμα, ο ελληνισμός της νήσου κινδυνεύει με αφανισμό», επισήμανε ο Αρχιεπίσκοπος. Ο ίδιος τόνισε τη συμβολή του βιβλίου «στον εθνικό προβληματισμό και στο αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων για εθνική δικαίωση και επιβίωση».
Άλλωστε, όπως έγραψε και ο Κωστής Παλαμάς, «Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν, θά ’ρθουν, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί».
Σωτηρούλα Βασιλείου, Δρ Ιστορίας
*************************
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Το να ασχοληθεί κάποιος με τον ρόλο και τις ευθύνες του ελλαδικού κράτους στην ολέθρια πορεία που ακολούθησε το Κυπριακό Ζήτημα, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1950 και εντεύθεν, δεν είναι ευχάριστο θέμα. Το βιβλίο του Γιώργου Καμηλάρη «Η Κύπρος στο παρά πέντε», όπως ο ίδιος ο συγγραφέας τονίζει εμφαντικά από την αρχή, μόνο πόνο προκαλεί. Και νομίζω δικαίως. Εκείνοι που διακήρυτταν «την Ελλάδα θέλουμε και ας τρώγωμεν πέτρες», εκείνοι που κατά την περίοδο της Παλμεροκρατίας γονάτιζαν και προσκυνούσαν την Ελληνική σημαία στο αυτοκίνητου του προξένου της Ελλάδος, την μόνην που επιτρεπόταν να κυκλοφορεί τότε, άλλην μεταχείριση περίμεναν.
Το Κυπριακό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και μακροβιότερα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από τη δεκαετία του 1930. Παρά το ότι, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπήρξε το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τον εξωελλαδικό ελληνισμό, εντούτοις η δικαίωση δεν επήλθε λόγω μίας αλυσίδας λαθών, όπως καταδεικνύει ο συγγραφέας.
Βεβαίως, η κριτική και απονομή ευθυνών στις κατά καιρούς ελληνικές κυβερνήσεις για τις διαχρονικές ακυρώσεις και απογοητεύσεις των Ελλήνων Κυπρίων είναι επώδυνο θέμα και η κριτική αυτή δεν γίνεται με ανθελληνική διάθεση ούτε στρέφεται εναντίον των αδελφών Ελλαδιτών, οι οποίοι όποτε χρειάστηκε έπεσαν ηρωϊκά αγωνιζόμενοι για την Κύπρο. Ο Τύμβος της Μακεδονίτισσας στη Λευκωσία και ο αριθμός των Ελλαδιτών αγνοουμένων επιβεβαιώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτή τη θέση.
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει, σκοπός του βιβλίου που παρουσιάζουμε είναι η αντικειμενική ιστορική καταγραφή του ρόλου και της εμπλοκής των κυβερνήσεων, που κατά καιρούς είχαν την εξουσία στην Ελλάδα, διότι εκεί εντοπίζει τις ευθύνες για τη σημερινή τύχη της Κύπρου. Σκοπός του συγγράμματος είναι η αφύπνιση του κυπριακού ελληνισμού και όλων εκείνων, στον ελλαδικό χώρο, που χειρίζονται τις τύχες του εθνικού μας θέματος.
Μέσα από τα δέκα κεφάλαια του βιβλίου, ο Γιώργος Καμηλάρης κάνει μιαν ιστορική αναδρομή από την εμφάνιση του αιτήματος της Ένωσης της Κύπρου με τον εθνικό κορμό, τις απόψεις περί «χαμένων ευκαιριών», την εξέγερση των Οκτωβριανών του 1931, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950, τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, τον εθνικό διχασμό και το Πραξικόπημα, την τουρκική εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή για να καταλήξει στο δημοψήφισμα του 2004. Μέσα από αυτή την ιστορική αναδρομή θέτει διαρκώς το ερώτημα «τι πήγε λάθος στο Κυπριακό;».
Θεωρεί ότι ο πιο καθοριστικός παράγοντας που συναρτάται άμεσα με τις αποτυχίες στο Κυπριακό ήταν η πολιτική αστάθεια. Η Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα βρισκόταν σε μιαν πρωτοφανή πολιτική αστάθεια, κατά την οποία πρωθυπουργοί και κυβερνήσεις έκλειναν τον κύκλο τους σε βραχύ χρονικό διάστημα μερικών μηνών ή και ημερών, πράγμα που δεν τους επέτρεπε να επιτελέσουν αποτελεσματικό έργο. Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, όπως καταδεικνύει ο συγγραφέας, αυτή η πολιτική αστάθεια έβλαψε ανεπανόρθωτα τον αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωση με την Ελλάδα και επιπλέον υπονόμευσε το νεοσύστατο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον πρώτο πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στην εθνική τραγωδία του 1974.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, υπήρξε η περίοδος της επταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα. Αρχικά η απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας το 1967 και αργότερα η ίδρυση και δράση της ΕΟΚΑ Β’ υπήρξαν αποτέλεσμα της πολιτικής της Χούντας να προωθήσει λύση αντίθετη προς το αμετακίνητο αίτημα του Κυπριακού Ελληνισμού, το οποίο ήταν η αλώβητη Ένωση, χωρίς τις όποιες εδαφικές παραχωρήσεις στην Τουρκία. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υπήρξε σταθερός και συνεπής υποστηρικτής αυτού του αιτήματος του Κυπριακού Ελληνισμού. Η Χούντα, ως εθνικό κέντρο, τότε, δυστυχώς, αντί να υπηρετήσει τα συμφέροντα του εξωελλαδικού ελληνισμού στην Κύπρο τα υπέσκαψε και οδήγησε τα πράγματα στην τραγωδία της τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής της μισής, σχεδόν, Κύπρου. Δυστυχώς, με τη στάση της η ελλαδική χούντα στο τέλος ενταφίασε την Ένωση και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις συνθήκες που διευκόλυναν την εισβολή και στον σημερινό κίνδυνο τουρκοποίησης της Κύπρου.
Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπόσκαψης του Μακαρίου από τη Χούντα αποτελεί το εκκλησιαστικό πραξικόπημα, το οποίο προκάλεσαν οι τρεις μητροπολίτες το 1972 – 73. Έγινε κατόπιν υποκίνησης της Χούντας των Αθηνών με καθαρά πολιτικά κίνητρα. Ο στόχος της Χούντας ήταν να χρησιμοποιήσει τους τρεις μητροπολίτες, εν ονόματι της Ένωσης, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον Μακάριο να φύγει από το πολιτικό σκηνικό και να προωθηθεί η λύση της διχοτόμησης. Οι τρεις μητροπολίτες ζήτησαν την παραίτηση του Μακαρίου από τον αρχιεπισκοπικό Θρόνο, θεωρώντας, αδικαιολόγητα, ότι παραβίαζε τους εκκλησιαστικούς κανόνες και ότι δεν έπρεπε να ασκεί και τα δύο αξιώματα. Αναμφίβολα, η κρίση εκείνη συνδέθηκε με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής και την προσπάθεια αποσταθεροποίησης του Μακαρίου από την χούντα των Αθηνών. Η κρίση συνέβαλε στην περαιτέρω πόλωση ανάμεσα στον Κυπριακό Ελληνισμό και στην επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, με αποτέλεσμα να γίνεται η Κύπρος πιο ευάλωτη στις ορέξεις της Τουρκίας.
Το βιβλίο το οποίο παρουσιάζουμε σήμερα, δεν συνιστά κατηγορητήριο προς τις ελληνικές κυβερνήσεις για τη στάση τους στους αγώνες των Ελλήνων Κυπρίων. Αποτελεί όμως μία κραυγή αγωνίας, αφού, αν δεν υπάρξει από πλευράς Ελλάδας έμπρακτη εθνική αφύπνιση και εμπλοκή στο εθνικό μας θέμα, ο ελληνισμός της νήσου κινδυνεύει με αφανισμό. Για πόσο καιρό θα μπορεί ο Κυπριακός Ελληνισμός να αντιστέκεται, αν η Ελλάδα δεν αποφασίσει επιτέλους να θεωρήσει το Κυπριακό ως μείζον εθνικό θέμα στην εξωτερική πολιτική της; Οφείλει να καταστήσει τη δικαίωση του αγώνα της Κύπρου κύρια εθνική επιδίωξή της, αφού απώλεια της Κύπρου θα έχει άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στις εξελίξεις για το μέλλον της ίδιας της Ελλάδας σε σχέση με το Αιγαίο και τη Δυτική Θράκη. Ελπίζω η αποστολή των δύο φρεγατών και τεσσάρων F-16, να συνιστά την απαρχή της αλλαγής του τρόπου αντιμετώπισης του Κυπριακού εκ μέρους των Ελληνικών Κυβερνήσεων.
Κλείνοντας θα ήθελα να συγχαρώ τον φίλο Γιώργο Καμηλάρη για την έκδοση του βιβλίου του «Η Κύπρος στο παρά πέντε» ελπίζοντας ότι, όπως είναι και η δική του επιθυμία, αυτό θα συμβάλει στον εθνικό προβληματισμό και στο αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων για εθνική δικαίωση και επιβίωση.
*************************
Ακολουθεί η παρουσίαση του βιβλίου απο τον Δημοσιογράφο κ. Παύλο Παύλου:
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΗΛΑΡΗΣ «Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ»
Μακαριώτατε,
Κυρίες και κύριοι,
Το καινούργιο βιβλίο του ακούραστου ερευνητή και ενεργού πολίτη Γιώργου Καμηλάρη, με τον αποκαλυπτικό τού περιεχομένου του τίτλο «Η Κύπρος στο παρά πέντε και οι ευθύνες των Αθηνών», συνιστά κραυγή αγωνίας και έκφραση έντονου προβληματισμού. Και τούτο συμπυκνώνεται στη φράση του συγγραφέα: «Αν δεν συμβεί κάτι το συγκλονιστικό ώστε να ανατραπεί η ισχύουσα γεωπολιτική και γεωστρατηγική κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και αν το Κυπριακό δεν καταλάβει κορυφαία θέση στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, οι Έλληνες της Κύπρου κινδυνεύουν να γίνουν η τελευταία γενιά στον τόπο που γεννήθηκαν».
Δεν είναι, πιστεύω, υπερβολή να λεχθεί ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε και διαβάζεται με πόνο ψυχής. Είναι μία πράξη επώδυνης αυτογνωσίας, καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει και αναδεικνύει γεγονότα και αλήθειες που, για προφανείς λόγους, κρατάμε στο κλειστό ντουλάπι της συλλογικής μνήμης και δεν τολμούμε να εξωτερικεύσουμε.
Η έρευνά του τον οδηγεί σε μία ξεκάθαρη όσο και απόλυτη για τον ίδιο τεκμηρίωση ότι «το Κυπριακό δεν αποτέλεσε ποτέ μείζον εθνικό θέμα στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας για τη δικαίωση του οποίου άξιζε να αγωνιστεί η χώρα».
Σε πολλά σημεία του βιβλίου είναι διάχυτη η έγνοια του συγγραφέα να μην εκληφθεί λανθασμένα η επικριτική προσέγγισή του προς την Ελλάδα. Τονίζει δε ότι άλλο κυβερνήσεις και άλλο ο ελληνικός λαός, που συμπαραστάθηκε με πάθος και κατέθεσε θυσίες αίματος για την ελευθερία της Κύπρου. Δεν παραβλέπει ότι έγιναν λάθη και από κυπριακής πλευράς. Διευκρινίζει όμως ότι στο παρόν του σύγγραμμα επικεντρώνεται στην ελλαδική πλευρά, για να αναδείξει όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν, τα οποία όχι μόνο δεν ωφέλησαν αλλά έβλαψαν την Κύπρο.
Αυτή η οδυνηρή διαπίστωση μού θύμισε συνειρμικά μία άλλη κραυγή αγωνίας, που εκφράστηκε μετά την προδοσία του 1974 από τον αγαπημένο φίλο Μιχάλη Πασιαρδή στο πολυσυζητημένο ποίημά του «Είμαστε Έλληνες», οι δραματικοί στίχοι του οποίου έγιναν τραγούδι από τον Μιχάλη Χριστοδουλίδη στον εμβληματικό του δίσκο «Ες γην εναλίαν Κύπρον» με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα. Απευθυνόμενος στους εν Αθήναις Έλληνες, ο ποιητής καταγγέλλει:
«Δεν είν’ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε. Το ’χετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σ’ άλλους αιώνες, όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες. Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα, τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα.
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα από την Αθήνα.
Είμαστε Έλληνες του πικρού καιρού και της απελπισίας.»
Λόγια σκληρά, που πονούν πολύ. Στο βιβλίο του, ο Γιώργος Καμηλάρης δεν προσεγγίζει συναισθηματικά, όπως ο ποιητής, το σοβαρό θέμα που πραγματεύεται. Καθώς πρόκειται για σύγγραμμα ιστορικό, καταφεύγει στο παρελθόν, στις απαρχές του Κυπριακού και σε πλήθος πρωτογενείς και άλλες πηγές, με στόχο να τεκμηριώσει την άποψή του.
Ευτυχής όσο και ελπιδοφόρος συγκυρία, η παρουσίαση του βιβλίου του φίλου Γιώργου να γίνεται τη στιγμή που ο στρατηγός Κίμων βρίσκεται συμβολικά ξανά στην Κύπρο ως υπερσύγχρονη πολεμική φρεγάτα, ύστερα από 2.476 χρόνια. Ήταν στο 450 π.Χ., όταν ο Αθηναίος στρατηγός Κίμων ο Μιλτιάδου ηγήθηκε εκστρατείας κατά των Περσών και άφησε την τελευταία του πνοή κατά την πολιορκία του Κιτίου.
Από τις αρετές του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η λεπτομερής παράθεση στα δέκα ξεχωριστά του κεφάλαια των σημαντικών ιστορικών γεγονότων που διαμόρφωσαν την πορεία του Κυπριακού. Κάτι βέβαια που γίνεται και σε πολλά άλλα βιβλία. Η διαφορά είναι ότι ο Γιώργος Καμηλάρης το κάμνει, βοηθώντας τον αναγνώστη να κατανοήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονταν τα γεγονότα, για να επικεντρωθεί ακολούθως στον κεντρικό άξονα του βιβλίου του και να τεκμηριώσει την άποψή του για τις ευθύνες των Αθηνών.
Όπως υποστηρίζει, παρουσιάζεται διαχρονικά μία συνέπεια των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι του αγώνα των Κυπρίων για Ελευθέρωση-Ένωση. Συνέπεια όμως, όχι για τη στήριξή τους, αλλά για την αρνητική τους στάση και την αποστασιοποίησή τους από τις εξελίξεις. Υπήρξε, υπογραμμίζει, «πλήρης απραξία και σιγή έναντι της Κύπρου και του αγώνα της». Για να συμπληρώσει πως αυτό που άκουγαν οι Έλληνες της Κύπρου από την Αθήνα, ήδη από το 1890. ήταν η «επαναλαμβανόμενη φράση: «Καθίστε ήσυχα και μη δημιουργείτε προβλήματα στην Ελλάδα».
Προς επίρρωση των ανωτέρω, ο συγγραφέας παραθέτει σωρεία αποδεικτικών στοιχείων, από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ενδεικτικά και μόνο στον περιορισμένο χρόνο μιας παρουσίασης, στεκόμαστε στα εξής:
- Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ήδη από το 1914, αντιδρώντας στις συνεχείς εκκλήσεις και την πίεση που ασκούσαν οι επικεφαλής της εθναρχούσας κυπριακής Εκκλησίας και πολιτικοί παράγοντες, δήλωνε κατηγορηματικά στη Βουλή των Ελλήνων ότι δεν αποδεχόταν τη θέση ότι θα μπορούσε ένα μέρος του ελληνισμού, που δεν βρισκόταν ενωμένο με τον ελεύθερο ελληνικό κορμό «να διευθύνει την τύχη αυτού κατά τας ιδίας αυτού εμπνεύσεις και υπαγορεύσεις των εθνικών αυτού ορμών. Αρνούμαι το δικαίωμα τούτο εις τα καθ’ έκαστον τμήματα του ελληνισμού».
Ο Βενιζέλος είχε πάντοτε την πεποίθηση ότι το Κυπριακό δεν ήταν διεθνές αλλά εσωτερικό θέμα της Κύπρου και της Βρετανίας, που δεν αφορούσε την Ελλάδα.
Σαφέστατη και αναλλοίωτη ήταν η θέση του Εθνάρχη: «Όσον βαθεία και αν είναι η απήχησις που ευρίσκουν εις την ελληνικήν ψυχήν οι εθνικοί πόθοι των Ελλήνων κατοίκων των νησιών τούτων (εννοούσε την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα), είναι αδύνατον εις το ελληνικόν κράτος να αναλάβη την υποστήριξιν τής πραγματοποιήσεως αυτών ή να ανεχθή όπως το έδαφός τους χρησιμοποιείται προς οργάνωσιν συστηματικής αντιδράσεως. Ζωτικά, ζωτικότατα συμφέροντα της Ελλάδος επιβάλλουν εις αυτήν να διατηρή σχέσεις αδιατάρακτου φιλίας και προς την Μεγάλην Βρετανίαν και προς την γείτονά μας μεγάλην μεσογειακήν δύναμιν Ιταλίαν» (η οποία κατείχε τα Δωδεκάνησα).
Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, μέσα από τα γεγονότα επιβεβαιώνεται με κατηγορηματικό τρόπο ότι η Βρετανία δεν ήταν ποτέ διατεθειμένη να προχωρήσει αυτοβούλως στην παροχή ελευθερίας στην Κύπρο, αλλά ότι μέλημά της ήταν η κατοχή και η παραμονή της στο νησί στο διηνεκές. Θεωρεί, επομένως, μύθευμα ότι, αν οι Κύπριοι απέφευγαν οποιασδήποτε μορφής αντίσταση εναντίον τους, οι Βρετανοί θα προέβαιναν σε κάποια θετική ενέργεια. Οι Βρετανοί δεν επέδειξαν ποτέ τέτοια πρόθεση. Η περί του αντιθέτου αντίληψη του Βενιζέλου και των ελληνικών κυβερνήσεων δεν αποδεικνύεται βάσιμη και ορθή με κανένα τρόπο, τονίζει ο συγγραφέας.
- Η απάθεια και η αδράνεια των ελληνικών κυβερνήσεων έναντι της Κύπρου συνεχίστηκαν και μέσα στη δεκαετία του 1940-50 για μια σειρά από λόγους μεταξύ των οποίων και ο φόβος να πέσει η Ελλάδα στα χέρια των κομμουνιστών. Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν μια εξέλιξη που αποστέρησε από την Ελλάδα κάθε δυνατότητα διεκδίκησης εθνικών δικαιωμάτων της, ένεκα της συμμετοχής της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Είναι ιδιαιτέρως σημαντικά τα στοιχεία που καταθέτει ο συγγραφέας, ότι από τον Οκτώβριο του 1944 μέχρι και το 1955 που εκδηλώθηκε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, δηλαδή σε μία περίοδο 11 χρόνων, υπηρέτησαν στην Ελλάδα 26 κυβερνήσεις με μέσο όρο θητείας πέντε μήνες. Επτά (7) πρωθυπουργοί υπηρέτησαν λιγότερο από 30 μέρες. Από τους υπόλοιπους μόνο δύο (2) συμπλήρωσαν 12 μήνες. Κανένας από τους 17 πρωθυπουργούς από το τέλος του ΒΠΠ μέχρι το 1950 δεν ήγειρε ποτέ το Κυπριακό.
- Ανάλογη κατάσταση παρατηρείται και μετά το 1960. Είναι αυτή μία πτυχή του Κυπριακού που δεν μελετήθηκε επαρκώς και δεν προβλήθηκε από τους σύγχρονους πολιτικούς αναλυτές και ιστοριογράφους. Αφορά στην κυβερνητική αστάθεια που μόνιμα ενδημούσε στον ελλαδικό χώρο, με κυβερνήσεις και πρωθυπουργούς να παραμένουν στην εξουσία για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χειριστούν υπεύθυνα οποιοδήποτε μείζον εθνικό θέμα. Σχετικό αποκαλυπτικό γράφημα στο βιβλίο παρουσιάζει παραστατικά αυτήν την εικόνα. Συνεπεία τούτου, το Κυπριακό έχει πληρώσει ακριβό τίμημα, ενώ παράλληλα κακόπαθε σαν μπαλάκι στη διελκυστίνδα των εσωτερικών πολιτικών αντιπαραθέσεων και σκοπιμοτήτων.
Η επίσημη Ελλάδα δεν τοποθετείται εναντίον του πόθου των Κυπρίων για Ένωση. Ομολογεί, όμως, σχεδόν κυνικά πως δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει το δίκαιο αυτό αίτημα.
- Πολύ χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι και η δήλωση του υπουργού Στρατιωτικών της κυβέρνησης (Θεμιστοκλή) Σοφούλη, Φίλιππου Δραγούμη: «Την Κύπρον την θέλομεν, δεν υπάρχει Έλλην που να μην την θέλει. Αλλά η λύσις μπορεί να βρεθεί μόνον μέσα εις το πλαίσιον της πολύτιμης, πολύτιμης όσο ποτέ άλλοτε, ελληνοβρετανικής φιλίας. Η τύχη μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν της Αγγλίας.»
- Συγκλονιστική είναι και η εξομολόγηση το 1957 στη Βουλή των Ελλήνων του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή: «Η Ελλάς είναι υποχρεωμένη να διεξάγη τον κυπριακόν αγώνα εις το πλαίσιον των συμμαχιών της. Το τελευταίο αυτό καθιστά το Κυπριακόν ένα πρόβλημα με δραματικές αντιφάσεις, αφού μία ενέργεια προωθούσα το Κυπριακόν είναι δυνατόν να είναι επιβλαβής δια την ελευθέραν Ελλάδα. Υπάρχουν αντιθέτως καλές περιπτώσεις, κατά τας οποίας μία ενέργεια ορθή διά την εθνικήν πολιτικήν να γίνεται επιζημία διά την Κύπρον».
- Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, με καταλυτική συμμετοχή και εξέχοντα ρόλο στα περί του Κυπριακού πλάι στον Καραμανλή, επικρίνοντας τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο δήλωσε ότι ένα μικρό τμήμα του ελληνισμού δεν μπορούσε να χαράσσει την πολιτική του εθνικού κέντρου, χωρίς την υπεύθυνη εκτίμηση των συμφερόντων όλων των τμημάτων του ελληνισμού.
Για την επιλογή των Ελλήνων Κυπρίων για Ένωση και τις κατά καιρούς επικρίσεις πολλών (που βέβαια εκδηλώνονται , (που βέβαια εκδηλώνονται όψιμα, με την εκ των υστέρων γνώση των γεγονότων), ο συγγραφέας αντιτείνει: «Με την τροπή που πήραν τα πράγματα και με ορατό τον κίνδυνο εκτουρκισμού της Κύπρου και αφανισμού του ελληνισμού, είναι κατανοητός ο φόβος και η αγωνία για το μέλλον της πατρίδας μας, αλλά δεν μπορεί να είναι λάθος ένας εθνικός προσανατολισμός δύο αδελφών λαών που απορρέει από την κοινή εθνική καταγωγή, την κοινή γλώσσα, την κοινή θρησκεία και τον κοινό πολιτισμό τους». Γεγονός που, όπως καταδεικνύει ο συγγραφέας, ακόμη και οι Βρετανοί αποικιοκράτες σε στιγμές ειλικρίνειας αναγνώριζαν με τον πιο επίσημο τρόπο, αλλά υπερτερούσαν πάντοτε τα συμφέροντά τους.
Το εύρος της ιστορικής καταγραφής εκτείνεται σε όλα τα σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την πορεία του Κυπριακού. Για τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου διατυπώνει τη γνώμη ότι: «Τίποτε στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία δεν καταπόνησε τόσο πολύ την Κύπρο και τον κυπριακό λαό όσο οι Συμφωνίες αυτές, των οποίων το τίμημα πληρώνουν οι Κύπριοι μέχρι σήμερα με απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον».
Συνεχίζει με όσα σημάδεψαν το νησί μας μέχρι την τραγωδία του 1974 και το Σχέδιο Ανάν, για το οποίο υπογραμμίζει ότι για την ελληνική κυβέρνηση (μνημονεύει ιδιαίτερα τον Κώστα Σημίτη και τον Γιώργο Παπανδρέου και λιγότερο τον άβουλο τότε Κώστα Καραμανλή) ήταν μια καλοδεχούμενη διέξοδος, γιατί αν το αποδεχόταν η Κύπρος θα ελύετο το Κυπριακό με τον άλφα ή βήτα τρόπο και θα τερματιζόταν έτσι η αντιπαλότητά της με την Τουρκία.
Ο τίτλος «Η Κύπρος στο παρά πέντε» και το περιεχόμενο του βιβλίου δεν συνιστά έκφραση ηττοπάθειας και φόβου, αλλά ξυπνητήρι στις καρδιές των Ελλήνων. Ο συγγραφέας δεν χαϊδεύει αφτιά, δεν μετέρχεται ευχολόγια για να μοιράσει ελπίδα. Αγωνιών ψάχνει το πώς καταλήξαμε ώς εδώ στην άκρη του γκρεμού, αλλά θέτει επί τάπητος και το δέον γενέσθαι.
Με τον εύγλωττο τίτλο ΕΤΣΙ ΠΙΑΣΑΜΕ ΠΑΤΟ του τελευταίου κεφαλαίου, ο Γιώργος Καμηλάρης διατυπώνει σαφή προειδοποίηση πως, αν δεν να γίνουν όσα πρέπει, η Κύπρος θα προστεθεί στη θλιβερή αλυσίδα των χαμένων πατρίδων: Σμύρνης, Πόντου και Βορείου Ηπείρου.
Φίλε Γιώργο, κοπιώδης η ερευνητική και συγγραφική σου προσπάθεια. Αξιόλογο και αξιοπρόσεκτο το αποτέλεσμα. Καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο σου.








