«Δεν θα μεταβάλωμεν την διένεξίν μας μετά των Άγγλων εις διένεξιν μετά των Τούρκων με διαιτητάς τους Άγγλους». Τα Σεπτεμβριανά (1955) και η αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄

«Δεν θα μεταβάλωμεν την διένεξίν μας μετά των Άγγλων εις διένεξιν μετά των Τούρκων με διαιτητάς τους Άγγλους». Τα Σεπτεμβριανά (1955) και η αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄

Δρ Σωτηρούλα Βασιλείου

Το βράδυ της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955, ενώ η Τριμερής Διάσκεψη του Λονδίνου έβαινε προς ναυάγιο, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης αλλά και της Σμύρνης βρέθηκαν στο έλεος «στιφών εξάλλων Τούρκων». Αφορμή για το ανθελληνικό πογκρόμ αποτέλεσε προβοκατόρικη έκρηξη, στις 6 Σεπτεμβρίου, στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, στο φερόμενο ως σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ.

Μόνο στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια «της οργανωμένης επιδρομής βαρβάρων» περισσότερες από εβδομήντα εκκλησίες βανδαλίστηκαν και περίπου 3.500 οικίες και 4.500 επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν. Εκατοντάδες Έλληνες και Ελληνίδες τραυματίστηκαν, δεκάδες (ή, ενδεχομένως, εκατοντάδες) γυναίκες βιάστηκαν και περί τα είκοσι άτομα φονεύθηκαν.

«Πρωτοφανείς τρομοκρατικαί επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων εις Κωνσταντινούπολιν και Σμύρνην. Ο αποχαλινωθείς τουρκικός όχλος ελεηλάτησε καταστήματα και επυρπόλησεν εκκλησίας», ήταν ο τίτλος του πρωτοσέλιδου άρθρου της αθηναϊκής «Καθημερινής», στις 8 Σεπτεμβρίου. Δυο μέρες αργότερα, η επίσης αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός», παρέβαλε, στην πρώτη σελίδα της, τις τουρκικές θηριωδίες του 1955 με εκείνες του 1821. Στο ίδιο φύλλο, στην πρώτη σελίδα επίσης, δημοσιεύτηκε άρθρο, υπό τον τίτλο «Οι Άγγλοι πανηγυρίζουν δια τους βανδαλισμούς του εξάλλου τουρκικού όχλου κατά των Ελλήνων».

Όπως ήταν σαφές, από τις πρώτες ώρες, και πλέον είναι και αρχειακά και βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, τα Σεπτεμβριανά εντάσσονται στην προσπάθεια προβολής και αντιμετώπισης του Κυπριακού Ζητήματος ως διένεξης ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους, της οποίας η επίλυση θα ευνοούσε τη Μεγάλη Βρετανία.

Σημειωτέον πως, την προηγούμενη ακριβώς ημέρα, στις 5 Σεπτεμβρίου, χιλιάδες Τούρκοι είχαν κατέλθει σε διαδήλωση, στο Λονδίνο, με κυρίαρχα τα συνθήματα: «Η Κύπρος είναι Τουρκική», «Ένωσις σημαίνει πόλεμον» και «Αυτοδιάθεσις σημαίνει αιματοχυσίαν». Σύμφωνα με τους ομιλητές, η Κύπρος θα έπρεπε είτε να μείνει υπό Βρετανική κυριαρχία ήταν να περιέλθει στην Τουρκία!

Από την πλευρά του, ο ηγέτης των Ελλήνων Κυπρίων, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, μίλησε δημόσια για τα γεγονότα, σε Ελλάδα και Κύπρο, με σύνεση, συστήνοντας ρητά αποφυγή αντιτουρκικών ενεργειών. Παράλληλα, όμως, ανέδειξε τον δόλιο ρόλο όσων, έχοντας συμφέρον από την υπομόχλευση του μίσους ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου και του «Τουρκικού στοιχείου της Κύπρου» αποτέλεσαν τους ηθικούς αυτουργούς των γεγονότων. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Γραμματέα της Εθναρχίας Νίκο Κρανιδιώτη, ήδη από τις 7 Σεπτεμβρίου ο Υπουργός Εξωτερικών και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης της Ελλάδας Στέφανος Στεφανόπουλος είχε ζητήσει από τον Μακάριο να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να ασκήσει όλο του το κύρος, ώστε να αποφευχθούν καταστροφικές διακοινοτικές ταραχές στην Κύπρο.

Την επαύριον του πογκρόμ, στις 8 Σεπτεμβρίου, ο Αρχιεπίσκοπος προέστη της Θείας Λειτουργίας στην πανηγυρίζουσα Μονή της Παναγίας του Κύκκου. Αφού ανέλυσε την ευαγγελική περικοπή της ημέρας, στράφηκε στο εθνικό ζήτημα της Κύπρου, τονίζοντας καταρχάς τη σύνδεση ανάμεσα στο αίτημα της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας και τη χριστιανική ηθική και δικαιοσύνη. Εξέφρασε τη λύπη του για τα «πρωτοφανή» γεγονότα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης και συνέστησε στους Έλληνες Κυπρίους ψυχραιμία. Επισήμανε, επίσης, πως οι Έλληνες Κύπριοι, «ως αληθείς χριστιανοί», έτρεφαν φιλικά αισθήματα «προς το τουρκικόν στοιχείον της νήσου», του οποίου τα δικαιώματα θα εξασφαλίζονταν «πλήρως και απαραβιάστως» με την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης.

Στις 20 Σεπτεμβρίου, ημέρα πανελλήνιας και παγκύπριας διαμαρτυρίας για τις τουρκικές βαρβαρότητες εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, καθώς και για τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι του Κυπριακού, ο Εθνάρχης Μακάριος απηύθυνε στον ελληνικό λαό το πιο κάτω μήνυμα:

«Αι βαρβαρότητες και οι βανδαλισμοί του Τουρκικού όχλου εις βάρος των Ελλήνων αδελφών μας εις Κωνσταντινούπολιν και Σμύρνην συνεκλόνισαν τον ελληνικόν κυπριακόν λαόν και επλήρωσαν πικρίας την ψυχήν του. Καταδικάζομεν τα θλιβερά αυτά γεγονότα και εκφράζομεν την ολόψυχον συμπάθειάν μας προς τους πληγέντας αδελφούς μας. Ολόκληρος ο Ελληνικός λαός της Κύπρου συμμετέχει εις την σημερινήν εκδήλωσιν πένθους. Πρέπει όμως να μη απολέσωμεν την ψυχραιμίαν μας και να συγκρατήσωμεν την αγανάκτησίν μας, εφ’ όσον γνωρίζομεν ότι άλλοι είναι οι υπεύθυνοι και οι ηθικοί αυτουργοί διά τα γεγονότα αυτά και ουχί ο Τουρκικός όχλος. Έναντι του Τουρκικού στοιχείου της Κύπρου ημείς θα συμπεριφερόμεθα πάντοτε με φιλικά αισθήματα. Δεν θα μεταβάλωμεν την διένεξίν μας μετά των Άγγλων εις διένεξιν μετά των Τούρκων με διαιτητάς τους Άγγλους».

Μία εβδομάδα αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου, προσφωνώντας τα μέλη του Εθναρχικού Συμβουλίου, κατά τη συνεδρίαση, η οποία συγκλήθηκε στον απόηχο της απόρριψης της προσφυγής για εγγραφή και συζήτηση του Κυπριακού στα Ηνωμένα Έθνη, ο Μακάριος αναφέρθηκε και στα τραγικά γεγονότα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. «Η Τριμερής […] απέληξεν εις ναυάγιον. Εκείνο, το οποίον μόνον επέτυχεν, ήτο να δημιουργήση μίαν τεχνητήν Τουρκικήν αντίδρασιν, η οποία εις χείρας των όχλων της Κωνσταντινουπόλεως και της Σμύρνης, εξειλίχθη εις τας γνωστάς βιαιοπραγίας. […] Ανεξαρτήτως της πικρίας και της βαθυτάτης θλίψεως, την οποίαν δοκιμάζομεν ως Έλληνες δια τους παθόντας εν Κωνσταντινουπόλει και Σμύρνη ομοεθνείς μας, δεν θα εκτρέψωμεν ουδ’ επί στιγμήν τον αγώνα μας εις Ελληνοτουρκικήν διαφοράν», τόνισε.

Ωστόσο, με την Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, η Τουρκία είχε ήδη αποκτήσει λόγο στην επίλυση του Κυπριακού, με πρόσχημα την παρουσία και προστασία των Τούρκων της Κύπρου και πραγματικό σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας και των δικών της. Μέσα από μια συνολική θεώρηση των γεγονότων, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης μπορούν να θεωρηθούν ως «όμηροι» της Συνθήκης της Λωζάνης (1923), οι οποίοι «αξιοποιήθηκαν» από την Τουρκία την «κατάλληλη» στιγμή. Παράλληλα, η Τριμερής αποτέλεσε το πρώτο βήμα, ώστε η Κύπρος να αρχίσει να καθίσταται όμηρος της Τουρκίας.

*Για το μήνυμα και την προσφώνηση του Εθνάρχη Μακαρίου, βλ. Ουρανία Κοκκίνου και Νέαρχος Νεάρχου (επιμ.), Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τ. Β΄, Λευκωσία 1992.

Share