Ομιλία Δρ Νίκου Ορφανίδη στην εκδήλωση «Κύπρος: Φάρος Πίστης και Ελευθερίας. Τιμώντας τους ήρωες της Μεσαορίας, ΕΟΚΑ 1955-1959»

Ομιλία Δρ Νίκου Ορφανίδη στην εκδήλωση «Κύπρος: Φάρος Πίστης και Ελευθερίας. Τιμώντας τους ήρωες της Μεσαορίας, ΕΟΚΑ 1955-1959»

Γιὰ τὸν ἥρωα καὶ μάρτυρα Σπῦρο Χατζηγιακουμῆ

ἀπὸ τὴν Κυθρέα

Νίκος Ὀρφανίδης

Καθὼς ἐπιχειροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τοὺς ἥρωες μας τοῦ 1955-59, αἰσθανόμαστε νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ ἕνα νέφος μαρτύρων, ἕνα Νέον ν τ Νήσ Κύπρ Μαρτυρολόγιον. Εναι τ πλθος  ἐκείνων ποὺ μαρτύρησαν στὴν Κύπρο, τόσο στὰ χέρια τῶν Ἄγγλων ἀποικιοκρατῶν, δυναστῶν καὶ κατακτητῶν, ἀπὸ τὸ ἔτος 1955 ἕως 1959, κατὰ τὴν διάρκεια, δηλαδή, τοῦ ὑπὲρ Ἐλευθερίας ἀγῶνος τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, ὅσο καὶ στὰ χέρια τῶν Τούρκων, μὲ τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος.

Στεκόμαστε, λοιπόν, ἐξόχως ἀπόψε στὸν ἡρωϊσμὸ ἀλλὰ καὶ τὸ μαρτυρίο καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ὁμολογία ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐτελειώθησαν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἀγῶνος Ἐλευθερίας τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, ἀπὸ τὴν 1η  Ἀπριλίου τοῦ 1955, μέχρι τὸ 1959.

Μιὰ ἀτέλειωτη σειρὰ νέων μαρτύρων ἀναδείχθηκε ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Ὑπὲρ πίστεως πρῶτα καὶ μαζὶ ὑπὲρ πατρίδος ἡ θυσία τους. Καθὼς ἠ ἀποψινὴ βραδυὰ εἶναι ἀφιερωμένη στον κόσμο τῆς Μεσαορίας καὶ στοὺς ἥρωές της ἐκείνων τῶν χρόνων, μνημονεύουμε κι ἕνα μεγάλο πλῆθος νέων ἀνθρώπων ποὺ ἀνέδειξε ἡ Μεσαορία. Νέων ποὺ ἀνέθρεψε ἐν Χριστῷ ὁ κόσμος τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, πιστῶν στὴν Ἐλλάδα καὶ στὸν Χριστό.

Τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ ἀφήσω; Γιὰ τὸν Μάκη Γεωργάλλα ποὺ πέθανε ψιθυρίζοντας ἢ ψελλίζοντας τὸ Ζήτω ἡ Ἑλλάδα καὶ ποὺ χαιρότανε μαθητής, ὅταν τοῦ ἀνετέθη ὁ ρόλος τοῦ κατηχητῆ; Ἢ γιὰ τὸν Γρηγόρη Αὐξεντίου, ἀπὸ τὴ Λύση, ποὺ στὰ χέρια του πέθανε ὁ Μάκης Γεωργάλλας καὶ ποὺ ὁ ἴδιος μαρτύρησε ὡς φλεγόμενη βάτος στὸν Μαχαιρᾶ; Ἢ γιὰ τὸν Κώστα Λοΐζου ἀπὸ τὸν Μαραθόβουνο, που πέθανε ἀπὸ ἐγκαύματα; Ποὺ μιὰ ἀτέλειωτη πομπὴ χιλιομέτρων μετέφερε τὰ λείψανά του στὸν Μαραθόβουνο, μὲ ἐμᾶς σκαρφαλωμένους στὴν σκεπὴ ἑνὸς λεωφορείου;  Ἄλλοι χρόνοι κι ἄλλοι καιροί. Μιὰ ἀτέλειωτη σειρὰ ἡρώων καὶ μαρτύρων ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ποὺ τοὺς μνημονεύουμε ἀπόψε μὲ ἀγάπη, μὲ δέος καὶ σεβασμό. Εἴκοσι χρόνια μετὰ θὰ ἀκολουθήσει ἕνα ἄλλο νέφος μαρτύρων μὲ τὴν εισβολὴ τοῦ 1974, ποὺ θὰ ἁγιάσει τὸν κάμπο τῆς Μεσαορίας, μὲ τὰ πηγάδια γεμᾶτα νεκρούς.

Ἀπόψε, καθὼς ἡ βραδυὰ συμπίπτει μὲ τὴν ἐπέτειο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς θυσίας του, τιμοῦμε, ὅλως ἰδιαιτέρως ἕνα μάρτυρα τῆς Ἀγγλοκρατίας στὴν Κύπρο. Τὸν Σπῦρο Χατζηγιακουμῆ ἀπὸ τὴν Κυθρέα. Ἕνα νέο ἄνθρωπο, ποὺ μαρτύρησε, κατὰ τρόπο φρικτό, στὰ χέρια τῶν Ἄγγλων, στὰ ἡρωϊκὰ καὶ μαζὶ βασανιστικὰ καὶ ἐπώδυνα χρόνια τοῦ ἀγῶνος τοῦ 55-59. Ἀποκαλύπτοντας, μὲ τὸν θάνατό του, ἀπὸ τὴ μιὰ τὸν ἔρωτα τῆς ἐλευθερίας ποὺ τὸν διακατεῖχε, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ μένος καὶ τὴ λύσσα τῶν νεοβαρβάρων. Ἕνας ἀκόμα μάρτυς τῆς πίστεως καὶ τὴς πατρίδος ὑπῆρξε ὁ Σπῦρος Χατζηγιακουμῆς, ὑπακούοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ «θνῆσκε ὑπὲρ πίστεως και μάχου ὑπέρ πατρίδος» τῶν Φιλικῶν. Αὐτὸ ποὺ μᾶς δίδαξε ἢ ἔθεσε προμετωπίδα τῆς Ἑλληνικῆς Σχολῆς Λευκωσίας, τοῦ μετέπειτα Παγκυπρίου Γυμνασίου, ὁ ἐθνομάρτυς Ἀρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Κι αυτὴ ἡ στάση ζωῆς διαπερνοῦσε τὸν τρόπο βίου τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Κύπρου ὅλα τὰ χρόνια.

Θὰ μιλήσω, λοιπόν, ἀπόψε, γιὰ τὸν Σπῦρο Χατζηγιακουμῆ πρῶτα βιωματικὰ ἢ αὐτοβιογραφικά. Τὸν θάνατό του τὸν θυμᾶμαι μέχρι σήμερα. Κι ἂς ἤμουνα μόνο 9 χρόνων. Ἤμαστε τότε στὸ τέλος τῶν χρόνων τοῦ Δημοτικοῦ, μὲ τὸν κατ’ οἶκον περιορισμό, τὶς ἔρευνες, τὴ βία τῶν Ἄγγλων, τότε ποὺ ἔστηναν ἕνα πολυβόλο στὴν αὐλή μας. Κι ὄχι τυχαῖα. Γιατὶ ἀπὸ τὸ στενὸ τὸ μονοπάτι, δίπλα ἀπὸ τὸ σπίτι  μου, μετακινοῦνταν οἱ ἀγωνιστὲς τῆς ΕΟΚΑ τὰ βράδυα.

Ἦταν ἀκόμα καὶ ἐκείνη ἡ σκηνή, ποὺ τὴν κρατάω μέχρι σήμερα, μὲ τὸν κουκουλοφόρο καθισμένο στὸ πίσω μέρος τοῦ λαντρόβερ, νὰ περνᾶ ἀπὸ τὸ δρόμο, μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ πρόδωσε τὸν Σπῦρο Χατζηγιακουμῆ. Διέσχιζε κατηφορίζοντας τὴν Κυθρέα ἀπὸ τὴν μάντρα, βόρεια τοῦ Κεβαλοβρύσου, κάτω ἀπὸ τὸ βουνό, καὶ φτάνοντας στὸν δρόμο, στὴ γειτονιά μου.

Ἀμέσως μετά, μάθαμε γιὰ τὸν μαρτυρικό του θάνατο. Ἐμεῖς στὴ γειτονιά μου δὲν τὸν ξέραμε, ἔτσι ὅπως ἦταν ἡ Κυθρέα ἀραιοκατοικημένη. Ὅμως ἦταν μιὰ εἴδηση συγκλονιστική. Νὰ πεθάνει κανεὶς ἀπὸ τὰ βασανιστήρια.

Τὸ ἄλλο ποὺ κρατάω, ἕνα ἢ δύο χρόνια μετά, ἦταν τὰ ἐγκαίνια τῆς προτομῆς του, ἐκεῖ στὴν μικρὴ πλατεῖα στὸν Κεφαλόβρυσο, κάτω ἀπὸ τὰ πλατάνια. Τὰ ἐμβατήρια, τὰ ἄσματα, τὶς σημαῖες, τὸ πλῆθος. Ἐμεῖς στὴν Ἕκτη πιὰ τοῦ Δημοτικοῦ, ἑτοιμαζόμενοι γιὰ τὸ Παγκύπριο Γυμνάσιο.

Αὐτά, μέσα ἀπὸ τὶς δικές μου μνῆμες. Τὴν οἰκογένεια τοῦ Σπύρου Χατζηγιακουμῆ τὴ γνώρισα χρόνια ἀργότερα. Καὶ μὲ ἕνα τρόπο παράδοξο τὶς μέρες τοῦ πολέμου τοῦ 1974.

Δίνω τὸ σύντομο καὶ μαζὶ λιτὸ βιογραφικό του, μαζὶ καὶ ὅσα ἀφοροῦν στὴ θυσία, ἔτσι ὅπως τὰ συναντοῦμε στὴ σχετικὴ βιβλιογραφία:

«Ὁ Σπύρος Χατζηγιακουμὴ γεννήθηκε στὴ Συρκανιὰ τῆς Κυθρέας τὸ 1932. Γόνος τῆς πολυμελοῦς οἰκογένειας τοῦ Κώστα καὶ τῆς Ἑλένης Χατζηγιακουμή, φοίτησε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο Χαρδακιώτισσας καὶ ἀκολούθησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πατέρα του, ποὺ ἦταν βοσκός. Τὸ 1953 νυμφεύθηκε τὴν Εἰρήνη Γιάννη Ζήσιμου ἀπὸ τὸν Λάρνακα τῆς Λαπήθου, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά: τὸν Ἀνδρέα, ―ἥρωα μετέπειτα τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς― τὸν Κώστα, τὸν Γιάννη, ποὺ μετονομάστηκε σὲ Σπύρο μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, καὶ τὴ Χρυστάλλα.

Ὁ ἥρωας, ποὺ κατατάγηκε στὶς τάξεις τῆς ΕΟΚΑ τὸ 1955 καὶ ἀνέλαβε σὰν σύνδεσμος καὶ τροφοδότης τῶν ἀντάρτικων ὁμάδων στὴν περιοχή του Πενταδακτύλου, συνελήφθη κατὰ τὴν ἔφοδο τοῦ βρετανικοῦ στρατοῦ στὴν Κυθρέα στὶς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 1958 καὶ κατέληξε μαζὶ μὲ ἄλλους ἁλυσοδεμένος στὸν στάβλο τῆς μάντρας τοῦ Σαββῆ τοῦ Καλογήρου. Στὶς 13 τοῦ μῆνα, στὶς 9 τὸ βράδυ, κλήθηκε γιὰ ἀνάκριση καὶ βασανίστηκε βάναυσα. Τὸ ἑπόμενο πρωὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ Ἄγγλους ἔνοπλους στρατιῶτες καὶ Τούρκους ἐπικουρικοὺς στὴν ὀροσειρὰ τοῦ Πενταδαχτύλου, ὅπου τοῦ ζητοῦσαν ἐπίμονα νὰ δείξει κρησφύγετα τῶν καταζητουμένων. Ἀρνούμενος νὰ ὑπακούσει ξυλοκοπήθηκε ἄγρια ἐπανειλημμένα. Στὴ συνέχεια μεταφέρθηκε πίσω στὴ μάντρα, ὅπου συνεχίστηκαν τὰ βασανιστήρια. Ὁ ἥρωας παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὶς 16 Ὀκτωβρίου.

Στὶς 17 τοῦ μῆνα Ἄγγλοι στρατιῶτες μετέφεραν στὸ χωριὸ νεκρὸ τὸν Σπῦρο Χατζηγιακουμῆ καὶ κατευθύνονταν πρὸς τὸ νεκροταφεῖο. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, ποὺ ἀντιλήφθηκαν τὶς προθέσεις τῶν Ἄγγλων νὰ τὸν θάψουν, ὅρμησαν στοὺς δρόμους ἀγνοῶντας τὸν περιορισμό, ἀπέσπασαν τὸν νεκρὸ καὶ τὸν μετέφεραν στὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἄννας, ὅπου τελέστηκε ἡ κηδεία. Ἡ χήρα του, Εἰρήνη Χατζηγιακουμῆ, περιγράφοντας τὰ πόδια του, εἶχε πεῖ πὼς αὐτὰ ἦταν τρυπημένα λὲς καὶ κρατοῦσες μπάρα μὲ βελόνες καὶ τὸν κτυποῦσες, ἐνῷ γυναῖκες, ποὺ ξεσκέπασαν τὸ νεκρό, διαπίστωσαν πὼς τὸ κεφάλι του ἀπὸ πίσω ἦταν κούφιο, καὶ στὸ κάτω μέρος τῆς κοιλιᾶς ὑπῆρχε τρύπημα ἀπὸ ξιφολόγχη.

Στὴν ταφή του, ποὺ ἔγινε ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν ὅπλων, ὁ ἱερέας σκόπιμα δὲν ἔριξε χῶμα στὸ φέρετρο γιὰ νὰ γίνει τὸ βράδυ ἐκταφὴ τοῦ νεκροῦ γιὰ νεκροψία, τὴν ὁποία οἱ Ἄγγλοι δὲν εἶχαν διενεργήσει, ὅπως προβλεπόταν. Ὁ τάφος ὅμως ἐφρουρεῖτο τόσο ἀπὸ στρατιῶτες ὅσο καὶ ἀπὸ ἑλικόπτερο γιὰ δέκα μέρες καὶ ἡ ἐκταφὴ ἦταν ἀδύνατη.

Ἡ σύζυγός του μετὰ τὴν ταφὴ δήλωσε: «Εἶμαι περήφανη γιὰ τὸν ἄντρα μου. Χαλάλι τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Πατρίδας ὁ ἄντρας μου».

Ὅσες προσπάθειες ἔκανε ἡ οἰκογένεια γιὰ νὰ λάμψει ἡ ἀλήθεια ἔπεσαν στὸ κενό. Στὴ θανατικὴ ἀνάκριση τοῦ τότε ἰατροδικαστῆ μὲ ἡμερομηνία ἕνα χρόνο μετὰ τὴ δολοφονία, ἡ αἰτία θανάτου του ἔμεινε ἀναπάντητη, ἀφοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος περιέγραφε στὴν ἔκθεσή του, οἱ ἐξηγήσεις ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὰ ἐμπλεκόμενα πρόσωπα, δὲν ἦταν πειστικές. Στὴν πραγματικότητα, οἱ ἄνδρες τῶν βρετανικῶν μυστικῶν ὑπηρεσιῶν, σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ καλύψουν τὸ ἀποτρόπαιο ἔγκλημά τους, εἶπαν ἀργότερα πὼς ὁ Χατζηγιακουμῆς ἐπιχείρησε νὰ ἀποδράσει καὶ στὴν προσπάθειά του αὐτὴ ἔπεσε ἀπὸ ἕνα λόφο καὶ χτύπησε θανάσιμα στὸ κεφάλι.

Πρόσφατα, ἡ βρετανικὴ ἐφημερίδα «Mail on Sunday» ἀναφέρθηκε στὸ κέντρο κράτησης τῆς Κυθρέας καὶ τοὺς βασανισμοὺς ποὺ ὑπέστησαν ἐκεῖ κρατούμενοι ἀγωνιστές, στηριζόμενη στὶς σχετικὲς μαρτυρίες του ποὺ ἔχουν διασωθεῖ. Τὰ βασανιστήρια καὶ τὶς κραυγές, ποὺ ἄκουγαν οἱ φρουροί. Στὶς καταγγελίες τους. Ἡ ὑπόθεση ἔφτασε στὰ αὐτιὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυβερνήτη Χιοὺ Φούτ, ἀπὸ τὸν φίλο του ταγματάρχη Μάϊκλ Στιοῦρτον, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ διακινδυνεύσει συγκάλυψη τῶν γεγονότων ἀπὸ τὸν στρατό.

Ὅταν ὁ Κυβερνήτης ἐνημερώθηκε γιὰ τὰ ὅσα φρικτὰ εἶχαν λάβει χώρα στοὺς λόφους της Κυθρέας, ἔδωσε ἐξοργισμένος ἐντολὴ νὰ τὸν συνοδεύσουν στὸ σημεῖο. Ἡ ἐπικείμενη ἔφοδος τοῦ Κυβερνήτη στὸ κέντρο κράτησης διέρρευσε καὶ οἱ ὑπαίτιοι τοῦ θανάτου του Χατζηγιακουμῆ φρόντισαν νὰ κρύψουν κάθε ἴχνος. Ἔτσι, ὅταν πιὰ ἔφτασε ὁ Κυβερνήτης, δὲ βρῆκε ἀπολύτως τίποτα ποὺ νὰ ἀποδεικνύει ὅσα εἶχαν καταγγελθεῖ, παρὰ μόνο στιβαγμένους κρατούμενους νὰ κείτονται σὲ ἄθλιες συνθῆκες μέσα στὸν ἀχυρῶνα.

Παρὰ τὴ σφοδρὴ ἐχθρότητα ποὺ δέχτηκαν οἱ δύο πρωτεργάτες τῆς ἀποκάλυψης ἀπὸ τὸν στρατὸ καὶ τὴν προσπάθεια παραποίησης τῶν ὅσων συνέβησαν, μερικὰ χρόνια ἀργότερα δύο ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὸ ἀνακριτικὸ κέντρο, ἀναγκάστηκαν σὲ ἀποχώρηση ἀπὸ τὸν στρατό.»

Ὅσα ὑπέστη ὁ Σπῦρος τὰ βρίσκουμε, σχεδὸν πανομοιότυπα, καὶ σὲ ἕνα πρόσφατο βιβλίο, μὲ τίτλο 14 ἐγκλήματα μιᾶς Αὐτοκρατορίας τῆς δημοσιογράφου Ἐλίνας Σταματίου. «Στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τῆς ΕΟΚΑ 1955-1959, πολλοὶ ἀγωνιστὲς ἔχασαν τὴ ζωὴ τοὺς σὲ ἐνέδρες, στὸ ἀντάρτικο, σὲ κρησφύγετα, στὴν ἀγχόνη, σὲ διαδηλώσεις. Γιὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἐφάρμοσαν οἱ Ἄγγλοι μαζὶ μὲ ὄργανά τους, κυρίως Τούρκους ἐπικουρικούς, ὑπάρχουν ἀμέτρητες μαρτυρίες ἀπὸ ἐπιζήσαντες παθόντες. Τὸ βιβλίο τῆς δημοσιογράφου Ἐλίνας Σταματίου  ξεχωρίζει, γιατί οἱ παθόντες δολοφονήθηκαν μέσῳ φρικαλέων βασανιστηρίων. Ἡ συγγραφέας, μέσα ἀπὸ διεισδυτικὴ ἔρευνα, ἐντοπίζει ἄγνωστα ἀρχεῖα καὶ πηγὲς τῆς ἀποικιοκρατίας, διασταυρώνει μαρτυρίες καὶ ἀποκαλύπτει μὲ τεκμηριωμένο τρόπο 14 περιπτώσεις ἀντρῶν 17-37 χρονῶν, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν καὶ ὑπέστησαν φριχτὰ βασανιστήρια μέχρι θανάτου. Τὰ 14 ἐγκλήματα ἔγιναν σὲ διάφορους τόπους στὴ διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα, ἐν ὅσῳ ἡ «πολιτισμένη» Βρετανία δεσμευόταν ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Διακήρυξη γιὰ ἀπαγόρευση τῶν βασανιστηρίων!

Ἡ ὠμὴ ἀλήθεια εἶναι τόσο τεκμηριωμένη, ποὺ οἱ περιγραφὲς φρίκης μὲ βασανιστές-κτήνη πάνω σὲ ἀνυπεράσπιστους ἀνθρώπους, μεταξύ τους ἔφηβους καὶ πολύτεκνους γονεῖς, προκαλοῦν ἴλιγγο στὸν ἀναγνώστη.

Στὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, τὸ κακοποιημένο ἕως θανάτου σῶμα τοῦ 17χρονου μαθητῆ Λουκᾶ Λουκᾶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Νάπα, τοῦ ὁποίου τὸ κρανίο συνέθλιψε Ἄγγλος ἀξιωματικός, προϊδεάζει γιὰ τὶς ἀτελείωτες ὧρες καὶ ἐνίοτε μέρες βασανιστηρίων, στὰ ὁποῖα ὑποβάλλονταν ἀγωνιστές. Στὶς Πλάτρες καταχείμωνα, ἀγωνιστὴς δεμένος μέσα σὲ σιντριβάνι μὲ παγωμένο νερὸ ὅλη νύχτα μέχρι ποὺ ξεψύχησε… Ἀδιάκοπα χτυπήματα μὲ γκλὸπ στὸ κεφάλι, μέχρι ποὺ ἔφυγε κομμάτι ἀπὸ τὸ κρανίο… Χοντροκομμένο ἁλάτι γιὰ φαγητὸ κι οὖρα μὲ τὸ ζόρι γιὰ νερό. Τεχνητοὶ πνιγμοί. Ἄγριο μαστίγωμα γεννητικῶν ὀργάνων κι ἀκρωτηριασμοί… Σπάσιμο τῶν κλειδώσεων μὲ ρόπαλα. Σύνθλιψη κρανίων μὲ σιδερένια μέγγενη… Αὐτὲς ἦταν μερικὲς ἀπὸ τὶς πρακτικὲς τῶν Βρετανῶν ἀνακριτῶν σὲ κρατητήρια, ἀποθῆκες, μάντρες καὶ ἀχυρῶνες, ποὺ γίνονταν κολαστήρια καὶ μάρτυρες βογγητὼν πόνου καθὼς ἀγωνιστὲς ὅδευαν πρὸς τὸν θάνατο, μὲ ὕστατες κραυγὲς πρὶν τὸ τέλος: «Τὰ μωρά μου…Τὰ μωρά μου»… «Παναγία μου…», «Βγαίνει ἡ ψυχή μου»…. Στὴν συνέχεια, παραποιημένα πιστοποιητικὰ θανάτου, ψευδεῖς νεκροψίες, ἀναφορὲς γιὰ δῆθεν ἀπόπειρες ἀπόδρασης, ὅταν ὁ ἀγωνιστὴς ἦταν ἀναίσθητος ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, μὲ ἀφροὺς στὸ στόμα καὶ μὲ «ἕναν ἦχο σὰν λιοντάρι ποὺ γρυλίζει καθὼς πέθαινε ἀφημένος στὸ τσιμέντο.» Ἕναν δεκαοχτάχρονο τὸν εἶδαν συναγωνιστές του στὴν ἀνάκριση μὲ «τὸ πρόσωπό του γεμᾶτο αἷμα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει», ἀργότερα ἄκουσαν «βογγητὰ καὶ θορύβους» καὶ νὰ οὐρλιάζει πρὶν ξεψυχήσει. Στὸ νεκροτομεῖο, τὸ πρόσωπό του αἱματοβαμμένο καὶ παραμορφωμένο, ἀλλὰ τὰ κλινικὰ ἔγγραφα ἀνέφεραν ἄγνωστη αἰτία πτώσης…»

Ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζαμε, λίγο ἓως πολύ, ἀπὸ μαρτυρίες καὶ ἀποτυπώσεις τῶν ἴδιων τῶν ἀγωνιστῶν ποὺ ἐπέζησαν. Στέκομαι πρῶτα σὲ ἐκείνη ἡ συγκλονιστική, ἕως σπαρακτικὴ κατάθεση τοῦ Σοφοκλῆ Λαζάρου γιὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 55-59, ποὺ περιέχεται ἢ συνοψίζεται στὸ ἀφήγημά του Ὁδὸς Ἐλευθερίας – Στάση Θανάτου.

«Πάλι τὸ πανὶ στὸ στόμα, πάλι τὸ νερό· οἱ μποτίλιες μὲ τὸ νερό. Ξανά· ἡ ἴδια δουλειά, οἱ ἴδιες κινήσεις, οἱ ἴδιες χειρονομίες. Οἱ ἀντιδράσεις του, ἡ ἄμυνά του. Οἱ κλωτσιὲς στὰ πλευρά, οἱ μπηχτές. Ὁ πόνος, τὸ μουγγρητό. Ἕνα ἀλαλιασμένο, σκοτωμένο μουγγρητό.

Γιόμισε κιόλας τὴν αἴθουσα. Ἅπλωσε, ἔπηξε, κυριάρχησε,  ὕλη ποὺ δὲν τὴν πιάνεις μὲ τὸ χέρι σου· κάθεται στοὺς τοίχους, συνωστίζεται στὶς γωνιές, μπαίνει στ’ αὐτιά, φτάνει ὣς τὴν ψυχή. Κυριάρχησε σωρουλιαστό, ἀναζητᾶ διέξοδο. Γλιστρᾶ καὶ ξεχύνεται στὴν αὐλή. Εἰσχωρεῖ στὰ μπουντρούμια. τρυπώνει ἐρεθιστικὰ στὶς αἰσθήσεις τῶν ἐνοίκων, τοὺς ἀγριεύει τὸ συναίσθημα τοῦ φόβου…  

Τὸν πιάσαν χέρια πόδια καὶ τὸν κουβάλησαν μέσα ἀπὸ ἕνα στενό, κατασκότεινο διάδρομο, σ’ ἕνα κελὶ στὴν πόρτα μπροστά. Τὸν ἔριξαν μέσα σὰν τσουβάλι, ἔνιωσε τὰ πισινά του καὶ τοὺς ἀγκῶνες ποὺ πέσαν σὲ σκληρὴ γῆ, τσιμέντο ἦταν.

Αὐτὸ ποὺ φεύγοντας ἄφησαν πίσω τους δὲν μπόρεσε νὰ ξεχωρήσει ἂν ἦταν ἡ πόρτα τοῦ κελιοῦ ἢ ἡ μαύρη κουρτίνα τοῦ σκοταδιοῦ  ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὸν  διάδρομο».(Ἀνθολογία Κυπριακῆς Πεζογραφίας, ΕΠΟΚ, σελ. 283-284 καὶ σελ. 387).

Εἶναι καὶ τὰ βιβλία, χρόνια μετά, τοῦ Θάσου Σοφοκλέους, Πόθος Ἐλευθερίας, καὶ στὴν ἑνότητα «Βασανιστήρια». Κι ἀκόμα στὸ βιβλίο του Χρόνια Ὀδύνης. Τὸ χρονικὸ ἑνὸς ἰσοβίτη ἀγωνιστῆ τῆς ΕΟΚΑ στὶς φυλακὲς τῆς Ἀγγλίας (2015). Ἔτσι γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν λογοτεχνικὴ προσέγγιση καὶ τὴ μαρτυρία καὶ τὰ μαρτύρια ἐκείνων τῶν χρόνων, δοσμένα λογοτεχνικῶς ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστές του. Περιορίζομαι ἐδῶ σὲ μιὰ μαρτυρία τοῦ Θάσου Σοφοκλέους:

«Μὲ εἶδε ἡ μάνα μου ποὺ στεκόταν ἔξω ἀπὸ τὸ συρματόπλεγμα καὶ δὲν μὲ κατάλαβε. Εἶδες τὸν γιό μου; Μὲ ρώτησε. Τὸ ὄνομά του Θάσος. Ἐγὼ εἶμαι μάνα, ἀπάντησα. Δὲν μὲ ἀναγνώρισε. Τὰ βασανιστήρια ἄλλαξαν τὴ μορφή μου… Μὲ βασάνιζε ὁ Μέρλιν».

Ὁ Θάσος Σοφοκλέους πέρασε ἀπὸ τὰ κελιὰ βασανιστηρίων τοῦ Κάστρου τῆς Κερύνειας καὶ ἀπὸ στρατόπεδο ὅπου ὑπέστη φρικτὲς δοκιμασίες. Ἡμιθανῆ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ μαρτύριο Ἄγγλος γιατρός, μὲ σπασμένους σπονδύλους.»

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια ὑπῆρξαν ἡρωϊκά. Καὶ μαζὶ βασανιστικὰ καὶ μαρτυρικά. Αὐτὴ τὴν διάσταση τοῦ μαρτυρίου θέλησα νὰ δώσω ἀπόψε, ἀναφερόμενος στὴ θυσία καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ Σπύρου Χατζηγιακουμῆ.

Share