Εὐαγγέλιο τῆς ἐν τῷ ναῷ Εἰσόδου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου

Εὐαγγέλιο τῆς ἐν τῷ ναῷ Εἰσόδου τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου

Πρωτ. Κωνσταντίνου Λ. Κωνσταντίνου

Θεολόγου

(Λουκ. ι΄ 38 – 42, ια΄ 27 – 28)

Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. Γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. Ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; Εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς. ᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. Αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

* * *

Κατά τή μεγάλη ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου πού πανηγυρικά γιορτάζει ἡ Έκκλησία μας στίς 21 Νοεμβρίου, ἀκοῦμε νά διαβάζεται στή Θεία Λειτουργία,  ἡ γνωστή εὐαγγελική περικοπή πού ἀρχίζει μέ τή φράση «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά». Σέ ὅλες τίς μεγάλες θεομητορικές ἑορτές ἀκοῦμε νά ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἴδια εὐαγγελική περικοπή. Εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό κατά Λουκάν ἅγιο Εὐαγγελιο (ι΄ 38-42, ια΄ 27-28). Μᾶς διηγεῖται μία ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου στό σπίτι τοῦ Ἁγίου Λαζάρου καί τή φιλοξενία πού δέχθηκε ἀπό τίς ἀδελφές του.  Ἡ πρώτη, πού ὀνομαζόταν Μάρθα, προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο, σάν καλή οἰκοκυρά, νά φροντίσει τόν ὑψηλό φιλοξενούμενό  της. Αὐτό εἶχε σάν φυσικό ἀποτέλεσμα νά ἐπιφέρει σωματική κόπωση, ἀλλά καί ἀγανάκτηση γιά  τήν ἀδελφή της, Μαρία, πού δέν ἔκανε τίποτα γιά νά τήν βοηθήσει παρά μόνο καθόταν σάν «μαθητριούλα» «παρά τούς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καί ἤκουε τόν λόγον αὐτοῦ.» Παρά τή  δικαιολογημένη θά λέγαμε ἀγανάκτηση τῆς Μάρθας καί τήν παράκλησή της πρός τόν Κύριο, νά ἐπιβάλει τάξη καί νά καλέσει τή Μαρία νά τή βοηθήσει, ὁ Χριστός ἀντίθετα ἐπιβραβεύει τή στάση της λέγοντας: «τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’  αὐτῆς». Ἐξηγεῖ μάλιστα   σέ ὅλους πώς ἡ Μαρία  βρῆκε  τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς, πού καμιά δύναμη δέν μπορεῖ νά τό ἀφαιρέσει ἀπό τήν καρδιά της. Ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου δέν σαγήνευσε μόνο τή Μαρία, ἀλλά καί τό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων πού μαζεύτηκαν γιά νά δοῦν τόν Χριστό. Αὐτό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα, κάποια γυναίκα μέ  φωνή θαυμασμοῦ νά  μακαρίσει ὡς εὐλογημένη καί εὐτυχισμένη τή μητέρα τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ διδασκάλου. «ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας».

Ἀναφωνεῖ πώς εὐτυχισμένη πρέπει νά εἶναι ἡ γυναίκα πού τόν γέννησε. Μακαρία γιατί τόν δέχτηκε στά σπλάχνα της καί μέ τό γάλα της, Τοῦ πρόσφερε τροφή καί μητρική φροντίδα.

Ἡ πρώτη πού ἄκουσε καί ἐφάρμοσε τόν λόγο τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της ἦταν ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ὅλα τά θαυμαστά γεγονότα πού ἔζησε στόν Εὐαγγελισμό, τή Θεία γέννηση στό σπήλαιο, τήν Ὑπαπαντή, τήν φυγή στήν Αἴγυπτο καί ὅσα ἄκουσε ἀπό τό πανάχραντο στόμα τοῦ Υἱοῦ της «ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.» (Λουκ. β΄, 51).

Αὐτά καθόρισαν τήν ζωή της ἀλλά καί τήν αἰώνια πορεία τῆς μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἡ ἴδια ὁμολογεῖ ταπεινά πώς αὐτή ἡ προσφορά της θά εἶναι ἡ αἰτία γιά νά τήν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων ἀφοῦ ὁ Θεός ἐπέβλεψε σ’ αὐτήν καί τήν χρησιμοποίησε γιά νά ἐπιτελέσει σπουδαία γεγονότα. «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριούσι με πᾶσαι αἱ γενεαί. ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεία ὁ δυνατός.» (Λουκ. α΄, 48 -49)

Ὁ μακαρισμός αὐτός τῆς Θεοτόκου ἀπό τούς χριστιανούς δέν περιορίζεται μόνο στήν τιμητική ἀπεικόνισή της μέσα στούς ναούς καί τήν γιορταστική προσφορά ὕμνων γιά τά γεγονότα τῆς ζωῆς της. Τό παράδειγμά της, ἡ ζωή της, πρέπει νά γίνει πρότυπο καί παράδειγμα στή ζωή τῶν πιστῶν. Ἕνας σοφός ἱεράρχης τῶν ἡμερῶν μας ὁ π. Αὐγουστίνος Καντιώτης (†2010) μητροπολίτης Φλωρίνης,  συνήθιζε, ὅταν χάριζε στίς γυναῖκες ἕνα εἰκόνισμα τῆς Θεοτόκου, νά τούς λέει: «Χαίρεσαι γιά τήν ὀμορφιά σου; Θά σοῦ δώσω  ἕναν καθρέφτη γιά νά βλέπεις σ’ αὐτόν τήν πραγματική ὀμορφιά. Προσπάθησε νά της μοιάσεις. Νά  μιμηθεῖς τίς ἀρετές της. Τήν ἀγάπη της πρός τόν Θεό, τή σεμνότητα, τή σιωπή, τή μητρική στοργή, τή θυσία της».

Στά δύσκολα χρόνια πού περνοῦμε, οἱ ἀρετές τῆς Θεοτόκου εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαῖες γιά ὅλους μας, ὥστε νά παραδειγματιστοῦμε καί νά βγοῦμε ἀπό τήν πνευματική ξηρότητα πού μᾶς ἔχει κατακλύσει.

Ἄν προσέξουμε τήν ἱερή εἰκόνα τῶν Εἰσοδίων, βλέπουμε τή μικρή Μαριάμ νά πορεύεται πρός τόν ναό, συνοδευομένη ἀπό τούς γονεῖς της, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα. Ἡ ἐκδήλωσή τους αὐτή, δηλώνει τήν πεποίθησή τους, πώς τά παιδιά δέν εἶναι κτῆμα τῶν γονιῶν τους, ἀλλά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά φαίνονται σάν καρπός τῆς ἀγάπης τῶν γονιῶν τους, στήν πραγματικότητα ὅμως, ἦρθαν στόν κόσμο μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Μόνο ὅσα ζευγάρια πέρασαν ἀπό τή δυσκολία τῆς ἀτεκνίας μποροῦν εὔκολα νά καταλάβουν αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια. Ὅσοι ἀπέλαυαν εὔκολα τό δῶρο τῆς τεκνογονίας, δύσκολα μποροῦν νά βιώσουν τόν πόνο πού ἔχουν ὅσοι θέλουν καί δέ μποροῦν νά ἀποκτήσουν  παιδί. Οἱ δίκαιοι προπάτορες, Ἰωακείμ καί Ἄννα, ὁλόκληρη ζωή παρακαλοῦσαν τόν Θεό νά πάρει ἀπό πάνω τους τή ντροπή τῆς ἀτεκνίας. Στά χρόνια ἐκεῖνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅσοι ἦταν ἄτεκνοι, θεωροῦνταν αὐτόματα πώς ὁ Θεός τούς εἶχε ἀποκλείσει ἀπό τό εὐλογημένο γένος τῶν προγόνων τοῦ Μεσσία. Τά δῶρα τους δέ γίνονταν δεκτά ἀπό τούς ἱερεῖς. Ἡ  κοινωνία τούς ἔβαζε στό περιθώριο καί ἡ ἐπωνυμία στείρα ἦταν ντροπή καί ὄνειδος γι’ αὐτούς. Αὐτά τά βιώματα  περιγράφει ἡ Ἁγία Γραφή  ὅταν μᾶς περιγράφει τά γεγονότα τῆς Γεννήσεως τοῦ Τιμίου Προδρόμου: «συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε,   λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις». (Λουκ. α΄, 24 -25) Δηλαδή μετά τή θαυμαστή φανέρωση τοῦ ἀγγέλου στόν γέροντα ἱερέα Ζαχαρία, ἔμεινε ἔγκυος ἡ γυναίκα του ἡ Ἐλισάβετ καί ἔκρυπτε ἐπιμελῶς τόν ἑαυτόν τῆς ἐπί πέντε μῆνες. Καί ὅταν τό γεγονός ἔγινε πλέον φανερόν, ἔλεγεν ἡ Ἐλισάβετ ὅτι “ἔτσι μου ἔχει κάμει τό καλό αὐτό ὁ Κύριος εἰς τάς ἡμέρας τῆς γεροντικῆς μου ἡλικίας, κατά τάς ὁποίας ἐπέβλεψε μέ καλοσύνη καί εὐδόκησε νά μοῦ ἀφαιρέσει τήν ἐντροπήν τῆς ἀτεκνίας μου μεταξύ τῶν ἀνθρώπων”.

Ἡ χαρά πού πῆραν οἱ γονεῖς τῆς Θεοτόκου ὅταν γεννήθηκε, ὁλοκληρώθηκε, ὅταν σύμφωνα μέ τήν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς πρόσφεραν τό παιδί τους στόν ναό, μέσα σέ ἑορταστικό κλίμα συνοδευόμενη ἀπό λαμπαδηφόρες νεάνιδες σάν δῶρο δοξολογίας καί εὐχαριστίας στόν Θεό. «Ἄννα ἡ θεία χάρις σαφῶς, χαριτωθείσαν τήν ἁγνήν Ἀειπάρθενον, προσάγει μετ’εὐφροσύνης, εἰς τόν Ναόν τοῦ Θεοῦ, προσκαλεσαμένη προπορεύεσθαι, αὐτῆς τάς νεάνιδας λαμπαδηφόρους καί λέγουσα· Ἄπιθι τέκνον, τῷ δοτήρι γενήθητι, καί ἀνάθημα, καί εὐῶδες θυμίαμα. Εἴσελθε εἰς τά ἄδυτα, καί γνώθι μυστήρια, καί ἑτοιμάζου γενέσθαι, τοῦ Ἰησοῦ οἰκητήριον, τερπνόν καί ὡραῖον, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ, τό μέγα ἔλεος.» (Στιχηρά Προσόμοια Ἑσπερινοῦ)

Λειτουργοῦν ἔτσι σάν γονεῖς πού βλέπουν τό παιδί τους ὡς μέρος τοῦ σχεδίου τῆς θείας οἰκονομίας, γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πόσο διαφορετική θά ἦταν ἡ ζωή καί ἡ κοινωνία μας ἄν κάθε γονιός καταλάβαινε πώς τά παιδιά εἶναι ἐλεύθερες προσωπικότητες καί ἡ ἔκφραση τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά συμμετοχή στήν αἰωνιότητα! Πόσες ὑπερβολές, πόσες ἀφύσικες παθολογικές ἀγάπες  θά σταματοῦσαν νά βασανίζουν γονεῖς καί παιδιά; Ἄν ἀναγνωρίζαμε ὅλοι τόν οὐράνιο πατέρα ὡς τόν πραγματικό φροντιστή καί κηδεμόνα μας, πόσες φοβίες καί ἀνασφάλειες, ἀλήθεια, θά ξεπερνούσαμε;

Ἡ πανηγυρική εἴσοδος τῆς Θεοτόκου στόν ναό καί ἡ ὑποδοχή της ἀπό τόν προφήτη Ζαχαρία σύμφωνα μέ τούς ἑρμηνευτές προεικονίζει τήν εἴσοδο ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας στήν αἰώνια ἕνωση μέ τόν Θεό. Τό ἀπολυτίκιο τῆς μέρας εἶναι ξεκάθαρο: «Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τό προοίμιον, καί τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις»· πανηγυρίζουμε, γιατί ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι σίγουρο πλέον πώς θά βγεῖ ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀφοῦ βρέθηκε ἡ ἐκλεκτή κόρη σέ λίγο ὁ Ἄγγελος θά τῆς ἀνακοινώσει τό μέγα μυστήριο. Ὅτι ἡ μικρή κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἡ Μαριάμ, θά γίνει ἡ Θεοτόκος.  Θά γεννήσει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ καί θά ἑνώσει τά διεστῶτα.  Θά γίνει ὅπως ψάλλουμε στήν ἀκολουθία τῶν χαιρετισμῶν  «κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός·» ἀλλά καί  «γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.»

Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν σ’ ἕνα σχόλιό του γιά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων γράφει: «Ἀπό τή στιγμή πού ἡ Παναγία εἰσῆλθε στά “ἅγια τῶν ἁγίων”, ἡ ἴδια ἡ ζωή ἔγινε Ναός. Κι ὅταν ἑορτάζουμε τά Εἰσόδιά της, ἑορτάζουμε τό θεῖο νόημα τοῦ ἀνθρώπου καί τή λαμπρότητα τῆς ὑψηλῆς του κλήσεως. Δέν γίνεται λοιπόν νά ἐξαφανιστοῦν καί νά ξεριζωθοῦν ὅλα αὐτά ἀπό τή μνήμη τοῦ ἀνθρώπου» (π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν. Ἡ Παναγία, σελ. 35).

Θεληματικά λοιπόν βρισκόμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία καί πορευόμαστε, διά τῆς Θεοτόκου, στήν αἰωνιότητα. Τίποτε δέ θά μᾶς σκανδαλίσει τίποτε δέ θά μᾶς βγάλει ἀπό τόν στόχο αὐτό. Μέ ταπεινό φρόνημα μέ ὑπακοή, προσευχόμενοι γιά τούς ἑαυτούς καί τούς ἀδελφούς μας,  μετανοοῦντες γιά τίς προσωπικές μας πτώσεις,θά προχωροῦμε δοξάζοντας τόν Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο, πού μᾶς ἄνοιξαν τήν εἴσοδο στήν Ἐκκλησία.

*Τό παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό “Παρέμβαση Ἐκκλησιαστική”, τεύχος 62 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2025), σελ.176 -181.

Share