«Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία»
Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ
Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἢ τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς λαοφιλέστερες ἀκολουθίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Κατ’ ἀκρίβειαν Ἀκάθιστος Ὕμνος ἢ Χαιρετισμοὶ τῆς Θεοτόκου ὀνομάζεται τὸ Κοντάκιο, τὸ ὁποῖο ψάλλεται πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου κατὰ τὸν Ὄρθρο τοῦ Σαββάτου τῆς Ε’ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ ποὺ ἐπεκράτησε νὰ ψάλλεται τμηματικῶς κατὰ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τὶς Παρασκευὲς τῶν τεσσάρων πρώτων ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ εἴκοσι τέσσερεις Οἴκους μὲ ἀλφαβητικὴ ἀκροστιχίδα, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν περιττοὶ εἶναι ἐκτενέστεροι καὶ κατακλείονται μὲ τὸ ἐφύμνιο «Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε», οἱ δὲ ἄρτιοι εἶναι συντομώτεροι καὶ κατακλείονται μὲ τὸ ἐφύμνιο «Ἀλληλούϊα».
Ἡ ὀνομασία Ἀκάθιστος Ὕμνος συνδέεται μὲ ἕνα ἱστορικὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἐπεσυνέβη τὸ ἔτος 626 μ.Χ., πρὶν ἀπὸ ἀκριβῶς 1400 χρόνια. Πρόκειται γιὰ τὴ θαυμαστὴ ἀπαλλαγὴ τῆς βασιλίδας τῶν πόλεων, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπὸ τὴν πολιορκία της ἀπὸ τὸν στόλο τῶν Ἀβάρων καὶ τῶν Περσῶν καθ’ ὃν χρόνο ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος ἀπουσίαζε σὲ ἐκστρατεία στὴ Μικρὰ Ἀσία. Οἱ κάτοικοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τότε μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη Σέργιο καὶ ἔχοντας τὶς ἐλπίδες τους μόνο στὸν Θεὸ καὶ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λιτάνευσαν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας γύρω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Στὶς 8 Αὐγούστου τοῦ ἔτους ἐκείνου, παρότι τὰ δεδομένα ἦταν ὄντως τραγικά, ὁ στόλος τῶν ἐχθρῶν διασκορπίστηκε καὶ καταστράφηκε μετὰ ἀπὸ σφοδρὴ θύελλα. Ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπέδωσε τὴ σωτηρία τῆς πόλεως στὴ Θεομήτορα καὶ προσέτρεξε στὸν ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς νύκτας τὴν ὑμνοῦσε σὲ ὄρθια στάση.
Τὸ Κοντάκιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου εἶναι κατ’ οὐσίαν Κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ ψαλμωδία του κατὰ τὶς Παρασκευὲς τῶν πέντε πρώτων ἑβδομάδων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀναπληρώνει τὴν ἀπουσία προεορτίων καὶ μεθεόρτων τῆς Δεσποτικοθεομητορικῆς Ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Οἱ πρῶτοι δώδεκα Οἶκοι (Α-Μ) ἀποτελοῦν τὸ ἱστορικὸ μέρος, στὸ ὁποῖο ἐξιστοροῦνται τὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου μέχρι τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι δώδεκα Οἶκοι (Ν-Ω) ἀποτελοῦν τὸ θεολογικὸ ἢ δογματικὸ μέρος, στὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ σημασία τοῦ γεγονότος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Στοὺς τέσσερεις πρώτους Οἴκους (Α-Δ) περιγράφεται μὲ πολὺ ὄμορφο ποιητικὸ τρόπο τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Στὸν πέμπτο Οἶκο γίνεται ἀναφορὰ στὴν ἐπίσκεψη τῆς Θεοτόκου στὴν ἐξαδέλφη της τὴν Ἐλισάβετ, ἐνῶ στὸν ἕκτο Οἶκο περιγράφεται ἡ ταραχὴ τοῦ σώφρονος Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος ἐξαιτίας τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Παναγίας.
«Ἔχουσα θεοδόχον ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε· καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον».
Ἔχοντας ἡ Παρθένος Μαρία μέσα στὴ μήτρα της τὸν ἴδιο τὸν Θεό, «ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς», ἔτρεξε σὲ κάποια πόλη τῆς ὀρεινῆς Ἰουδαίας, γιὰ νὰ συναντήσει τὴν ἐξαδέλφη της τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης (= ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος) μόλις κατενόησε τὸν χαιρετισμὸ τῆς Παναγίας ἔνοιωσε μεγάλη χαρὰ καὶ φώναζε πρὸς τὴ Θεοτόκο μὲ τὰ ἐμβρυϊκά του ἅλματα σὰν τραγούδια.
Ὁ Ζαχαρίας καὶ ἡ Ἐλισάβετ ἀποτελοῦσαν ἕνα εὐλογημένο ἀνδρόγυνο. Ὡστόσο, ἦσαν ἄτεκνοι, γιατὶ ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα, ἐνῶ ἦσαν καὶ οἱ δύο σὲ πολὺ προχωρημένη ἡλικία. Προσεύχονταν λοιπὸν συνεχῶς στὸν Ἅγιο Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει ἕνα παιδί, ὥστε ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας. Ὁ Θεὸς εἰσήκουσε τὶς προσευχές τους καὶ ἕξι μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἀνήγγειλε στὸν ἱερέα Ζαχαρία, καθ’ ὃν χρόνο ἐκτελοῦσε τὰ ἱερατικά του καθήκοντα στὸν Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅτι θ’ ἀποκτήσει υἱὸ καὶ τὸ ὄνομά του θὰ εἶναι Ἰωάννης. Ὁ Ζαχαρίας, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζητοῦσε μὲ θερμὲς προσευχὲς νὰ ἀποκτήσει παιδί, δὲν πίστεψε στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ τὸν τιμωρήσει ὁ Θεὸς νὰ χάσει τὴ φωνή του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννιόταν ὁ Ἰωάννης, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου καὶ ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν».
Μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας καὶ τὴ σύλληψη στὰ σπλάχνα της τοῦ σεσαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ Παρθένος Μαρία πῆγε στὸ ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Ἰουδαίας, στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ ἐξαδέλφη της ἡ Ἐλισάβετ, γιὰ νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ. Ἡ εὐλογημένη αὐτὴ συνάντηση περιγράφεται στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Κατὰ Λουκᾶν Εὑαγγελίου. Εἰσερχομένη στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία ἀσπάστηκε τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ τότε ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ἕξι μόλις μηνῶν ἔμβρυο στὴν κοιλία τῆς μητέρας του, «ἐσκίρτησε ἐν ἀγαλλιάσει». Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἑρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ γεγονός, τονίζουν ὅτι ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀξιώθηκε ἐκ κοιλίας μητρὸς νὰ λάβει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ καταστεῖ Προφήτης τοῦ Θεοῦ. Κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει ὁ ἴδιος, μίλησε μὲ τὸ στόμα τῆς μητέρας του, μεταδίδοντας καὶ σ᾿ αὐτὴν τὸ προφητικό του χάρισμα. Ἡ Ἐλισάβετ, λοιπόν, «ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου» καὶ ἀπευθύνθηκε στὴν Παρθένο Μαρία, χαρακτηρίζοντάς την Μητέρα τοῦ Κυρίου της, Μητέρα δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ.
«Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη· πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούια».
Ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἔνοιωσε μεγάλη ταραχὴ ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ἀμφιβολίας ποὺ τοῦ προκάλεσαν ἐσωτερικὴ ζάλη. Διότι, γνωρίζοντας ὅτι ἦσουν ἀγαμη, ὑπέθεσε, Ἄμεμπτε, ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη σου ἦταν κλεψίγαμη. Ὅταν, ὅμως, πληροφορήθηκε ἀπὸ Ἄγγελο Κυρίου, ὅτι ἡ σύλληψη προερχόταν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, φώναξε Ἀλληλούια.
Ὁ Μνήστωρ Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν κατὰ πολὺ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία ἀπὸ τὴν Παναγία, ἦταν παντρεμένος μὲ ἄλλη γυναίκα, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε ἀρκετὰ παιδιά. Ἡ γυναίκα του, ὅμως, ἀπέθανε καὶ ἔμεινε χῆρος. Τότε ἐμνηστεύθη τὴ Μαριάμ, τὴν ὁποία οὐδέποτε νυμφεύθηκε, ἀλλὰ ἀνέλαβε τὸ ρόλο τοῦ προστάτη καὶ συμπαραστάτη της. Ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἔμεινε ἔγκυος, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ πέρασε μία μεγάλη δοκιμασία. Γνωρίζοντας ὅτι ἡ Μαριὰμ ἦταν Παρθένος καὶ βλέποντάς την νὰ εἶναι ἔγκυος, ὑπέθεσε, ὅπως ἦταν λογικό, ὅτι ἦταν κλεψίγαμος, ὅτι δηλαδὴ ἔμεινε ἔγκυος ἀπὸ παράνομη σχέση μὲ ἄλλον ἄντρα. Αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ ἀμφιβολίας τοῦ προκάλεσαν ἐσωτερικὴ ζάλη. Γιὰ νὰ μὴν ἀναγκαστεῖ, λοιπόν, νὰ παραδειγματίσει τὴ μνηστή του, νὰ γνωστοποιήσει δηλαδὴ τὴν ὑποτιθέμενη μοιχεία, γεγονὸς ποὺ θὰ τὴν ὁδηγοῦσε σὲ καταδίκη στὴν ποινὴ τοῦ λιθοβολισμοῦ, ἀπεφάσισε, «δίκαιος ὤν», νὰ τὴν ἐγκαταλείψει καὶ νὰ διαλύσει τὸν ἀρραβώνα χωρὶς τὴν ἐπίσημη διαδικασία. Τότε, ὅμως, παρενέβη ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ ἀπεκάλυψε τὸ μέγα μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ζήτησε νὰ συνεχίσει νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν προστασία του τὴν Παρθένο Μαρία καὶ τοῦ ἀπεκάλυψε ὅτι «τὸ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου», καθὼς καὶ ὅτι «αὐτὸς σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α’, 20-21). Ὁ σώφρων Ἰωσὴφ χωρὶς δεύτερη σκέψη ἔκανε ἀπόλυτη ὑπακοὴ στὸν Θεό, ὅπως καὶ ἡ Παρθένος Μαρία κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ μὲ τὰ λόγια: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. α’, 38).
Θὰ κλείσουμε αὐτὴ τὴν ἀναφορά μας στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο μὲ τοὺς τελευταίους στίχους τοῦ πέμπτου Οἴκου. Σ’ αὐτοὺς τοὺς στίχους λέει ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: «Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία». Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ εὐδοκία (= ἡ ἀγαθὴ βουλὴ) τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους· χαῖρε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ παρρησία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό.
Τὸ κατ’ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στὴ θελογικὴ γλώσσα μιλοῦμε γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, γιὰ τὸ σχέδιο δηλαδὴ ἐκεῖνο ποὺ ἐφάρμοσε ὁ Θεὸς μετὰ τὴν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν κονωνία μαζί Του. Γιὰ νὰ μὴν παραβιάσει τὴν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ δῶρα ποὺ τοὺς χάρισε μὲ τὴ δημιουργία τους, ἔστειλε τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο Του στὸν κόσμο, γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ζήσει ἀνάμεσά μας. Πρόκειται γιὰ τὸ μέγα μυστήριο τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τῆς Σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ μπορέσει, ὅμως, νὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτὸ τὸ μέγα μυστήριο, ἔπρεπε πρῶτα νὰ βρεθεῖ ἡ γυναίκα ἐκείνη ποὺ θὰ ἦταν τόσο καθαρὴ καὶ τόσο ἁγία, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ κυοφορήσει τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Καὶ αὐτὴ ἡ γυναίκα ἦταν ἡ Παρθένος Μαρία. Καμμία ἄλλη γυναίκα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φέρει εἰς πέρας αὐτὸ τὸ ἀσύλληπτο ἔργο, γιατὶ μόνο ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν μετ’ ἐμφάσεως, ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος ποὺ ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε τὴ δεδομένη χρονικὴ στιγμή ἦταν τὸ ὅτι γεννήθηκε τότε ἡ γυναίκα ἐκείνη ποὺ ἦταν ἡ μόνη ποὺ μποροῦσε νὰ συλλάβει στὰ σπλάχνα της τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, λοιπόν, εἶναι ἡ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι αὐτὴ διὰ τῆς ὁποίας εὐδόκησε ὁ Πανάγαθος Θεός, νὰ εἰσέλθει ὁ προαιώνιος καὶ ἄπειρος Λόγος τοῦ Θεοῦ στὰ πεπερασμένα δεδομένα τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας.
Ἀκριβῶς, ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἡ εὐδοκία τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ ἡ παρρησία τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεό. Δὲν ἀξιώθηκε νὰ γίνει μόνο Μητέρα τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνει ὄντως Θεοτόκος, ἀλλὰ κατέστη καὶ μητέρα ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ ὅπως γιὰ κάθε ἄνθρωπο τὸ πιὸ οἰκεῖο συγγενικό του πρόσωπο στὸν κόσμο εἶναι ἡ βιολογική του μητέρα, ἔτσι καὶ γιὰ κάθε ὀρθόδοξο πιστὸ τὸ πιὸ οἰκεῖο πρόσωπο στὴν πνευματική του ζωὴ εἶναι ἡ πνευματική του μητέρα, ἡ Παναγία. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔχει παρρησία στὸν ἐπουράνιο θρόνο τοῦ Υἱοῦ της περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀνθρωπίνη ἢ ἀγγελικὴ ὕπαρξη. Γι’ αὐτὸ κάθε πονεμένη ψυχὴ σὲ κάθε δυσκολία τῆς ζωῆς σ᾿ αὐτὴν κατὰ πρῶτο λόγο ἀπευθύνεται καὶ ζητᾶ τὴ μεσιτεία καὶ τὶς πρεσβεῖες της.
*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 63 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2026), σελ. 262-266.
