Ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Χρήστου Πεττεμερίδη

Θεολόγου – Φιλολόγου

Τὸ Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (Ε΄ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν) ἀναγινώσκονται ὅλες οἱ Στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε καὶ Χαιρετισμοὺς τῆς Θεοτόκου.[1] Τὴν ἀνάγνωση τῶν Στάσεων πλαισιώνει ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὁ ὁποῖος ψάλλεται καὶ τὶς Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὁπόταν ἀναγινώσκεται τμηματικὰ ὁ Ἀκάθιστος καθὼς καὶ στὸν Ὄρθρο τοῦ Ἀκαθίστου, τὸ Σάββατο τῆς Ε΄ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. Σύμφωνα μὲ τὶς πηγὲς ὁ κανόνας ἀποδίδεται στὸν  Ἰωσὴφ  τὸν Ξένο ἢ Ὑμνογράφο. Ὁ Κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου, ὅπως καὶ ἐν γένει τὸ ὑμνολογικὸ εἶδος τοῦ Κανόνα εἶναι μεταγενέστερο ἀπὸ τὸ εἶδος τοῦ Κοντακίου, στὸ ὁποῖο ἀνήκει καὶ ὁ Ἀκάθιστος.[2]

Συνοπτικὰ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει ὡς πρότυπο καὶ πηγὴ ἔμπνευσης τὰ περίτεχνα Κοντάκια τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ καὶ ἰδιαίτερα τὸ Κοντάκιον “εἰς τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου”, ὅπου ἀπαντοῦν τὰ συνεχόμενα “χαῖρε”.[3] Οἱ συνεχεῖς ἐκφράσεις χαρᾶς καὶ ἀγαλλίασης πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου πηγάζουν ἀπὸ τὴ γραφίδα τῶν ὑμνογράφων γιατὶ διὰ τῆς Θεοτόκου συνετελέσθη ἡ Ἐναθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Στὸ ἴδιο μοτίβο κινεῖται καὶ ὁ κανόνας τοῦ Ἀκαθίστου, ὁ ὁποῖος συμπλέκει τὸν χαιρετισμὸ “χαῖρε” μέσα στὶς ποιητικὲς εἰκόνες, τὶς ὁποῖες συνθέτει γιὰ τὴ Θεοτόκο. Ἡ ἀκρόαση τῶν συνεχόμενων “χαῖρε” στοὺς Οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ἐνδιάμεσα τὰ ποιητικῶς συμπεπλεγμένα “χαῖρε” μέσα στὸν Κανόνα, ἔχουν καταστήσει ἕνα ἄρτιο ἐγκώμιο στὴν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποῖα ἔγινε “τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως […]θρόνος πύρινος, τοῦ Παντοκράτορος”.

Θὰ ἦταν προτιμότερο ἀπὸ τὴν ὅποια ἀνάλυση τῶν τροπαρίων, νὰ διαβάσει κάποιος ὡς ποίημα τὸν Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου γιατὶ ἀπὸ αὐτὸν πηγάζουν ὅλα τὰ ἀρώματα εὐχαριστίας καὶ τῆς ἀγαλλίασης πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας μας. Ἐμεῖς ἁπλῶς ἐπισημαίνουμε συνοπτικὰ κάποιες εἰκόνες ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὴ σύνθεσή του, οἱ ὁποῖες σὲ μᾶς φαντάζουν ἀκατανόητες καὶ ξένες, γιατὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ζοῦμε σὲ ἄλλο πολιτιστικὸ περιβάλλον. Τὸ μόνο σταθερὸ ποὺ εἶναι κοινὸ εἶναι οἱ πέντε αἰσθήσεις, τὶς ὁποῖες προσπαθεῖ ὁ ὑμνογράφος νὰ διεγείρει.

Τὸ ὀσφράδιον δὲν εἶναι σὲ μᾶς μιὰ γνωστὴ λέξη ὅπως οἱ ὑπόλοιπες τοῦ ἴδιου τροπαρίου “Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, τὸ μῆλον τὸ εὔοσμον”. Σίγουρα, ὅμως, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ ἀπὸ τὸ πλαίσιο ποὺ τίθεται καὶ ἀπὸ τὴ ρίζα τῆς λέξης ὀσφρ-, ὅτι ἔχει σχέση μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ὄσφρησης. Τὸ ὀσφράδιον  εἶναι οὐσία μὲ ἰσχυρὴ ἀρωματικὴ μυρωδιά. Στὰ βυζαντινὰ χρόνια ὀνομάτιζαν ἔτσι καὶ τὸ ἀντικείμενο ποὺ περιεῖχε τὴν ἀρωματικὴ οὐσία καὶ ἦταν σύνηθες νὰ τὸ κρατοῦν οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ βασιλεῖς γιὰ νὰ τοὺς δίνουν ὄμορφη εὐωδία. Ὁ ὑμνογράφος χρησιμοποιεῖ σχεδὸν σὲ ὅλα τὰ τροπάρια τῆς ἴδιας ᾠδῆς μυριστικὲς εἰκόνες: ἡδύπνοον κρίνον, θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον.

στάχυν ἡ βλαστήσασα τὸν θεῖον….τὸν βότρυν τὸν πέπειρον

Ὁ ὑμνογράφος χρησιμοποιεῖ συστηματικὰ σὲ ὅλον τὸν κανόνα εἰκόνες γεωργικῆς ζωῆς, καθότι ἔτσι μίλησε καὶ ὁ Κύριος στὸν κόσμο, δεδομένου ὅτι ὁ λαὸς τότε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶχε ἐπαφὴ μὲ τὴ γεωργία. Ἔτσι συναντοῦμε στὸν κανόνα τὸν στίχο “στάχυν ἡ βλαστήσασα τὸν θεῖον”, καθότι τὰ στάχυα εἶναι καὶ ἡ πρώτη ὕλη γιὰ τὴν παραγωγὴ τοῦ ψωμιοῦ, τὸ ὁποῖο παραδίδει ὁ Χριστὸς ὡς τὸ ἀντίτυπο τοῦ Σώματός Του. Ἀκολούθως ἀπαντοῦν εἰκόνες ἀπὸ τὴν ἀμπελουργία, καθότι ὁ Χριστὸς μᾶς παραδίδει τὸ κρασὶ ὡς ἀντίτυπο τοῦ αἵματός του: “ἄμπελος ἀληθινή, ἡ γεωργήσασα, οἶνον”. Χαρακτηριστικὴ ἡ φράση ποὺ ἀποδίδει στὴ Θεοτόκο ὅτι καλλιέργησε “τὸν βότρυν τὸν πέπειρον”, δηλαδὴ τὸ ὥριμο σταφύλι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγεται ποιοτικὸ καὶ γλυκὸ κρασί, ἐννοώντας βέβαια τὸν Χριστό!

Γιὰ τὸν Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου μποροῦμε νὰ ἀναλώσουμε πολλὲς σελίδες καὶ μελάνη καὶ ὑπάρχουν ἤδη πολλὰ γραμμένα, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν τὴν ἀναφορά μας αὐτὴ πτωχή. Θὰ ἦταν παράλειψη ὅμως νὰ μὴν ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Κανόνας συμπλέκει αὐτὲς τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ παράλληλα παραθέτει πολλοὺς παραλληλισμοὺς τῆς Θεοτόκου, οἱ ὁποῖοι ἀπαντοῦν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀκολουθώντας τὸ σχῆμα τῆς τυπολογίας, τὸ ὁποῖο ἀνθοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχή. Στόχος τοῦ ὑμνογράφου εἶναι νὰ συνοψίσει στὸ ἐγκώμιό του αὐτὸ γιὰ τὴν Παναγία τὴν πορεία ποὺ ἀκολούθησε ὁ Κύριος, ὥστε νὰ οἰκονομήσει τὸ πεπτωκὸς γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ φέρει διὰ τῆς Κυρίας Θεοτόκου τὴ συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό γι’ αὐτὸ χαρακτηρίζει τὴν Παναγία “πάντων πρὸς Θεὸν καταλλαγή”.

Φέτος συμπληρώνονται 1400 χρόνια ἀπὸ τὴ ψαλμώδηση τοῦ Ἀκαθίστου στὴν Κωνσταντινούπολη (626 μ.Χ.)  στὸν Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὁπόταν ὁ λαὸς κατέφυγε ὑπὸ τὸν Πατριάρχη Σέργιο γιὰ νὰ εὐχαριστήσει γιὰ τὴ βοήθεια τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἔσωσε τὴν Πόλη ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Ἀβάρων. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος προστέθηκε στὸ Κοντάκιον τοῦ Ἀκαθίστου καὶ δεύτερο προοίμιο (ἐκτὸς ἀπὸ “Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς”), τὸ “Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια”. Τὸ προοίμιο αὐτὸ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τότε ὅταν τὸ γένος τῶν Χριστιανῶν βρίσκεται σὲ κίνδυνο ἀπὸ ἐξωτερικὲς ἀπειλές. Ἀποτελεῖ πλέον ὀργανικὴ ἑνότητα μὲ τὸν Κανόνα τοῦ Ἀκαθίστου, ὅπου καὶ κράζουμε πρὸς τὴν Κυρία Θεοτόκο “ρῦσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως, καὶ πάσης ἄλλης πληγῆς”.

[1] Τὰ Κοντάκια εἶχαν τὴν μορφὴ ποὺ ἔχει σήμερα ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ κατὰ μέσο ὅρο εἶχαν 18-24 στροφὲς ἀλλὰ μὲ ἕνα ἐφύμνιο π.χ. χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε, τὸ ὁποῖο ἐπαναλαμβανόταν μελωδικὰ ἀπὸ τὸν λαό/χορό. Εὔκολη πρόσβαση στὰ κοντάκια τοῦ Ρωμανοῦ ἀποτελεῖ ἡ ἔκδοσή τους ἀπὸ τὸν μακαριστὸ π. Ἀνανία Κουστένη, ὁ ὁποῖος παραθέτει καὶ δική του ἀπόδοση στὴ νέα ἑλληνική, Ρωμανοῦ Μελῳδοῦ, Ὕμνοι, Ἀθήνα: Κυπρὴς 32021.

[2] Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους περιορισμοῦ τοῦ Κοντακίου, ἴσως νὰ ἦταν ἡ ἐπικράτηση τοῦ μοναστικοῦ ἀντὶ τοῦ ᾀσματικοῦ τυπικοῦ, μὲ τὶς σαφεῖς καὶ ξεκάθαρες δογματικὲς διατυπώσεις ποὺ εἶχε τὸ ποιητικὸ εἶδος τοῦ κανόνα, τὸ ὁποῖο μέχρι σήμερα ἀποτελεῖ τὸν κύριο κορμὸ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου. Τὸ ἐρώτημα ὅμως, γιὰ τὴν «ἀπώλεια» τοῦ κοντακίου παραμένει στοὺς ἐρευνητές. πρβλ. Μητσάκης, Κ., Βυζαντινὴ ὑμνογραφία, σελ. 527∙ Κουρεμπελές, Ἰ., Ῥωμανοῦ Μελῳδοῦ Θεολογικὴ Δόξα, σελ. 33.

[3] Στὸ ἔργο τοῦ Ῥωμανοῦ τὸ «χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε» ἀπαντᾶ ὡς ἐφύμνιο στὸ κοντάκιο 36 «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου» καὶ τὸ «ἀλληλούια» στὸ κοντάκιο 55. Ὁ Ἀκάθιστος καὶ τὸ Κοντάκιο τοῦ Ρωμανοῦ γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ χαρακτηρίστηκαν ὡς ἐπεξεργασία καὶ διασκευὴ τῶν λόγων τοῦ Βασιλείου Σελευκείας «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς παναγίας Θεοτόκου», PG 85, 425-452.

 

*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 63 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2026), σελ. 267-269.

Share