Οι εικόνες του Μυστικού Δείπνου και της Πεντηκοστής: ο εξαγιασμός του υλικοπνευματικού ανθρώπου
Δέσποινας Ιωάννου Βασίλειου
Είναι άξιο προσοχής, ότι δυο εικόνες του Δωδεκάορτου έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Αναφέρομαι στις εικόνες του Μυστικού Δείπνου και της Καθόδου του Αγίου Πνεύματος[1] ή αλλιώς της Πεντηκοστής[2]. Πολλές φορές νοητά συνδυάζω τις δυο εικόνες σε μια για να εξαγάγω βαθύτερα θεολογικά μηνύματα. Αυτή τη συνδυαστική καινοτομία θα τολμήσω να μοιραστώ με τον αναγνώστη αυτού του άρθρου.
Στις δυο εικόνες οι μαθητές κάθονται σε ημικύκλιο σε ομάδα των έξι αντίστοιχα. Στον μεν Μυστικό Δείπνο ο Χριστός είναι παρών στη μέση των μαθητών. Αυτό παραπέμπει στη σάρκωση του Λόγου, στη διφυή υπόσταση, η οποία καταξιώνει και ανακαινίζει την ανθρώπινη φύση και δίνει την δυνατότητα ανάπλασης της ύλη. Ο Χριστός ευλογεί και αγιάζει την ύλη, το ψωμί και το κρασί και το μεταβάλλει σε σώμα και αίμα του. Στη δε εικόνα της Πεντηκοστής οι μαθητές κάθονται σε έδρανα και στο κέντρο υπάρχει η θέση του Χριστού που διοικεί αοράτως την Εκκλησία, ενώ εκ των άνω τροφοδοτούνται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός και στα δυο γεγονότα κάνει χρήση του ρήματος λαμβάνω. «Λάβετε φάγετε»[3], «λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον»[4]. Με την προστακτική «λάβετε» θέλει να δώσει τη δυναμική εκείνη πράξη που οφείλουν οι άνθρωποι όλων των εποχών να μεταλαμβάνουν, ώστε να φτάσουν στο φωτισμό και στην αγιότητα.
Εξάλλου από την δημιουργία του ανθρώπου, ο Θεός γνώριζε ότι, ο άνθρωπος ως ψυχοσωματικό ον το σώμα έχει ανάγκη την ύλη, ενώ η ψυχή την πνευματική τροφή. Αφού «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς»[5], του χαρίζει τις τρεις μορφές ύλης[6]: την υλική τροφή, «καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον … καλὸν εἰς βρῶσιν», την υγρή ύλη εις πόσιν από τον ποταμό τον οποίο «ἐκπορεύεται ἐξ ᾿Εδὲμ ποτίζειν τὸν παράδεισον»[7] και την αέρια[8] ύλη. Για την ψυχή «ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»[9]. Αμφότερα, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό «Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ, καὶ οὐ μέρος μέρει· καὶ οὐ περιέχεται ὑπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτὸ ὥσπερ πῦρ σίδηρον, καὶ ἐν αὐτῷ οὖσα, τὰς οἰκείας ἐνεργείας ἐνεργεῖ»[10], γι’ αυτό και ο Θεός δίνει τις αισθήσεις για να συνδέεται η ύλη με το πνεύμα. Έτσι «ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν»[11] να βλέπει την κτίση και να χαίρεται η ψυχή του. Ταυτόχρονα αυτό που έχει ο Θεός κατά φύσιν το προικοδοτεί στον άνθρωπο κατά χάριν[12], ώστε με τις ικανότητες του κατ’ εικόνα να φροντίζει την κτίση. Άρα ο νους, η λογική, η δημιουργικότητα, η κοινωνικότητα, η αγάπη και η ελευθερία είναι επιμέρους χαρακτηριστικά της κατ’ εικόνα λειτουργίας της ψυχής, τα οποία, αν ο άνθρωπος τα αξιοποιήσει σωστά, έχουν αντίκτυπο στην υλική δημιουργία του Θεού, «καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν»[13]. Συνεπώς το να περιφρουρεί και να εργάζεται ο άνθρωπος στον παράδεισο είναι ψυχικές λειτουργίες που αντανακλώνται με έργα και αποδείξεις στην υλική τους διάσταση.
Ο άνθρωπος είναι ενιαία ψυχοσωματική ολότητα «μὴ ἂν ψυχὴν μόνην, μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ συναμφότερον»[14]. Και η ψυχή μας είναι μια οντότητα πολυδύναμη, η οποία χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα που δημιουργήθηκε μαζί της. «Το σώμα υπάρχει ως η φυσική και αισθητή παρουσία της ψυχής, που είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την πνευματική υπόσταση. Η ψυχή δεν υπάρχει χωρίς το σώμα, ενώ το σώμα χωρίς την ψυχή είναι νεκρό»[15]. Σύμφωνα, λοιπόν, και με τον άγιο Επιφάνιο, το «κατ’ εικόνα» «πληροῦται» κατά το σώμα[16].
Ο Θεός χάρισε στους πρωτόπλαστους υλικά αγαθά και πνευματικά χαρίσματα. Στον Παράδεισο η ύλη ήταν αγιασμένη γιατί ήταν παρόν ο Θεός. Ο άνθρωπος συναναστρεφόταν με την πηγή της ζωής, τον Θεό και τρεφόταν με τα δώρα Του. Άρα ο άνθρωπος είχε αρμονικές σχέσεις με το Θεό και την κτίση. Με την νέα Διαθήκη υπενθυμίζει στο ανθρώπινο γένος τον προορισμό και την ευθύνη όλων για αξιοποίηση των υλικοπνευματικών χαρισμάτων. Όλα ανήκουν σε όλους και αυτό γίνεται κατανοητό στις δυο εικόνες με τους δώδεκα μαθητές. Είναι γνωστό ότι ο αριθμός δώδεκα παραπέμπει στην παλαιοδιαθηκική αναφορά των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, συμβολίζει την ολότητα, τελειότητα και αρτιότητα του κόσμου. Ο Χριστός επιλέγει δώδεκα μαθητές, ώστε όλες οι φυλές, όλα τα έθνη, να περιλαμβάνονται στη διάδοση του ευαγγελίου και στο φωτισμό, στη χρήση και την απόλαυση της υλικής δημιουργίας. Μέσα από τον αριθμό δώδεκα[17] μεταφράζεται η πληρότητα του Σώματος του Χριστού, η Εκκλησία.
Οι δώδεκα μαθητές και στις δυο εικόνες κάθονται σε ημικύκλιο. Ο αγιογράφος με τον τρόπο που τοποθετεί τους μαθητές φανερώνει την καθολικότητα, την ενότητα, την ομόνοια και τη συνοχή της Εκκλησίας[18]. Κανένα μέλος της δεν είναι μονάδα ανεξάρτητη αλλά μέλος ενός συνόλου, όπου βοηθά και βοηθιέται, διδάσκει και διδάσκεται, μιλά και ακούει, προσφέρει και μοιράζεται τα πάντα με τους πάντες. Οι μαθητές δεν κάθονται σε έδρανο με ευθεία γραμμή, γιατί αυτό θα δήλωνε την απόσταση μεταξύ τους. Θα είχαν διαφορετικές προοπτικές, θα είχαν αντίθετη φορά. Δεν κάθονται ούτε σε καθέτως παράλληλα έδρανα, διότι ακριβώς θα ήταν δύο αντίθετα στρατόπεδα, που μάχονται μεταξύ τους για το ποιος θα υπερισχύσει. Η κυκλική δε διάταξη των αποστόλων θα έδινε την εντύπωση στο θεατή ότι τα γεγονότα συνέβησαν μια φορά σε συγκεκριμένο χρόνο, χώρο και πρόσωπα και δεν μπορεί κάνεις άλλος να συμμετέχει. Αντιθέτως, στις δυο άκριες του ημικύκλιου και στις δυο εικόνες κάθονται νεαροί απόστολοι. Αυτό δηλώνει τον διαχρονικό φωτισμό και την χρήση των υλικών αγαθών από όλους τους ανθρώπους καθώς και τη μετοχή τους στο δείπνο που παραθέτει ο Χριστός σε κάθε Θεία Ευχαριστία. Το ημικύκλιο δεν απομονώνει κανένα, φέρει τους ανθρώπους σε μια αγαπητική συνύπαρξη και ισότιμη συμμετοχή όλων στα υλικά και πνευματικά αγαθά. Ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος προσφέρεται δίκαια, όπως και η τροφή στο τραπέζι ανήκει σε όλους χωρίς ταξικές διαφορές και διακρίσεις. Εξάλλου ο Θεός «κατ’ εἰκόνα Αύτοῦ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον»[19]. «Ἐποίησε ἐξ ἑνός αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων»[20] , ώστε να έχουν κοινό χαρακτηριστικό την «κοινωνία αγάπης» κατά το πρότυπο της Αγίας Τριάδος[21].
Αν και ισότιμοι, όλοι έχουν τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό φαίνεται από τις κινήσεις ελευθερίας του σώματός τους. Ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, κινείται ελεύθερος ανάλογα με την προσωπικότητά του και μέσα στην αγάπη του Θεού όλοι προσφέρουν στο σύνολο με το δικό τους τρόπο, προάγοντας έτσι την ενότητα. Η ενότητα δεν ισοπεδώνει, ούτε ομαδοποιεί. Κάθε πρόσωπο καλείται να πραγματώσει τον εαυτό του, να ελευθερωθεί από κάθε εσωτερική ιδιοτέλεια και να προσφέρει για το καλό της κοινωνίας και της αρμονικής συνύπαρξης με τους συνανθρώπους του, τη φύση και τον Θεό. Στην μεν εικόνα του Μυστικού Δείπνου οι μαθητές κάθονται σε τράπεζα έχοντας υλικές τροφές και μπορούν όλοι να απολαμβάνουν ισότιμα, ενώ στην εικόνα της Πεντηκοστής οι μαθητές προσλαμβάνουν ισότιμα τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Συνεπώς και οι δυο εικόνες αντίστοιχα έχουν να κάνουν με την υλική και πνευματική διάσταση της ζωής του ανθρώπου και της κοινωνίας ευρύτερα. Με τη χρωστική γραφίδα του ο αγιογράφος παρουσιάζει τα αίτια του κοινωνικού προβλήματος και προτείνει τρόπους επίλυσης.
Στην εικόνα της Πεντηκοστής παρουσιάζονται ξεκάθαρα οι τρεις κόσμοι. Πάνω είναι ο Θεϊκός κόσμος, στο μέσο οι μαθητές βρίσκονται στο φωτεινό κόσμο, ενώ στο κάτω μέρος ο σκοτεινός κόσμος. Ένας ηλικιωμένος άντρας ως προσωποποίηση του κόσμου βρίσκεται μόνος στο σκοτάδι της αγνωσίας και του θανάτου, των παθών και της μοναξιάς, του εγωισμού και της ψυχοσωματικής σχάσης. Έτσι υπάρχει η αντιφατικότητα της ανθρώπινης πραγματικότητας, η οποία κινείται μέσα σε μια διαλεκτική τάση λόγου και α-λόγου, πίστεως και γνώσεως, πτώσεως και ανόδου. Ο καθένας σε οποία θέση και επίπεδο βρίσκεται υπάρχει η προσωπική ελευθερία και ελπίδα βελτίωσης και επανόδου στο αρχαίο κάλλος. Εξάλλου το στατικό και το ακίνητο δεν επικροτείται από το σώμα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ο ηλικιωμένος άντρας στην εικόνα φορεί στο κεφάλι του κορώνα για να φανερώσει την προσωπική ευθύνη των επίλογων και των συνεπειών της ζωής του, ως βασιλέα του εαυτού του.
Η διαστροφή της ζωής και η είσοδος του θανάτου στον κόσμο έγινε από τους πρωτόπλαστους με μια πράξη βρώσης – τη βρώση του καρπού «του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν». Η αιτία της πτώση τους ήταν ότι ξεχώρισαν την πρόσληψη της τροφής από την κοινωνία και σχέση με τον Θεό. Πήραν την τροφή και κατ’ επέκταση την ύλη[22] για τον εαυτό τους και μόνο, για τη συντήρηση της ατομικότητάς τους, θέλησαν να πραγματοποίησουν τη ζωή όχι ως κοινωνία και σχέση, αλλά ως ατομική – φυσική επιβίωση και αυθυπαρξία[23].
Μέσα στις δυο εικόνες φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ορθοδοξία έχει υπόψη της ότι μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας και στην ιστορία του κάθε ανθρώπου ενεργούν αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια πλευρά υπάρχει μια εξαιρετική αρμονία η οποία μαρτυρεί τη θεία ενέργεια και από την άλλη την ύπαρξη μιας παρασιτικής δύναμης που προκαλεί αναταραχές και οδηγεί στο σκοτάδι. Δίκαια λοιπόν στην μεν εικόνα του Μυστικού Δείπνου παρουσιάζει τον Ιούδα που είχε την ευκαιρία της μετοχής στις θείες δωρεές αλλά τις απέρριψε, ενώ από την άλλη έχουμε την εικόνα της Πεντηκοστής όπου ο Απόστολος Παύλος από διώκτης των χριστιανών κατάφερε με την προσωπική του πεντηκοστή να μεταστραφεί και να φτάσει σε κορυφαία θέση.
Συνεπώς όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και με την σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού ανύψωσε όλη την ανθρωπότητα. Ο Θεός επαναφέρει τις σχέσεις του με τους ανθρώπους προσφέροντας ξανά τα δυο υλικοπνευματικά δώρα στον άνθρωπο. Όπως τότε στον παράδεισο δίνει βρώση και πνοή ζωής, έτσι και με την ανακαίνιση του ανθρώπου προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του εις βρώσιν και πόσην και για πνευματική τροφή προσφέρει Πνεύμα Άγιον[24]. Είναι γνωστή η ρήση του Αποστόλου Παύλου «οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος καὶ ἐλευθερο, ἀλλα πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός»[25] . Αυτή η αλήθεια γίνεται πράξη σε κάθε Θεία Λειτουργία. Ανεξάρτητα από τη φυλή, την εθνότητα, την κοινωνικοοικονομική τάξη και το αξίωμα, «Μελίζεται και διαμελίζεται ό Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τούς μετέχοντας αγιάζων». Οι πατέρες εξάλλου επιμένουν στην «ὁμοτιμίαν καὶ ἰσοτιμίαν»[26] των ανθρώπων.
Οι άνθρωποι, λαμβάνοντας το σώμα Του μεταμορφώνουν το πνεύμα τους και λαμβάνοντας το Άγιο Πνεύμα δια του σώματος Του μεταμορφώνεται το είναι τους. Ο Θεός επεμβαίνει και αγιάζει δια του Αγίου Πνεύματος την ύλη, ώστε δια της ύλης ο άνθρωπος να ανατραφεί και να μετέχει και αυτός στον αγιασμό. Μοναδικός τρόπος να ενωθεί ο κτιστός με τον άκτιστο, ο φθαρτός με τον άφθαρτο και να παραταθεί η ζωή του αιώνια.
Οι σωματικές ανάγκες καλούν άμεσα τους ανθρώπους να περιστοιχίσουν την τράπεζα της υλικής πανδαισίας, ώστε δια μέσου της ύλης να παρατείνουν την ζωή τους. Εξάλλου ο άνθρωπος ζει και υπάρχει μόνο σε άμεση και οργανική σχέση με τον κόσμο. Στο ανά τους αιώνες δείπνο ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού προσφέρει την ύλη στους ανθρώπους για να θυμίσει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος οφείλει να θυμάται ότι η ύλη προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό ως δώρο σε αυτόν. Θα ήταν ευχής έργο αν την ίδια στιγμή που ο άνθρωπος προσλαμβάνει την τροφή του αντιλαμβανόταν ότι του προσφέρει ζωή, σχετίζεται έμπρακτα με τον κόσμο αλλά και κοινωνεί με το δωρεοδότη της κτίσης.
Σε κάθε Θεία Λειτουργία για να μπορέσει να γίνει η ανακαίνιση της ζωής του κτιστού πρέπει να παρέμβει ο Παράκλητος. Με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος μεταβάλλεται ακόμα και η φθαρτή τροφή σε τροφή αθανασίας, με την επανάληψη και μίμηση του Μυστικού Δείπνου. Η Εκκλησία είναι ένα δείπνο, μια πράξη βρώσης και πόσης με σκοπό την επίτευξη αιώνιας ζωής, «φάρμακον αθανασίας» και όχι απλά εφήμερης επιβίωσης. Σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη ο Ιερέας παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα «Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα». Ο καθαγιασμός που συντελείται με τη κάθοδο του Αγίου Πνεύματος αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, τη προσφορά της κτίσης στο Θεό από τον άνθρωπο. Αυτό μεταμορφώνει τον τρόπο της ζωής μεταβάλλοντας την ύπαρξη του ανθρώπου και της φύσης σε ευχαριστιακή κοινωνία με τον Θεό και σε μετοχή στο τριαδικό πλήρωμα της ζωής[27].
Ο άνθρωπος στην Ευχαριστία προσφέρει στον Θεό ό,τι αναγνωρίζει ως δώρο της αγάπης του Θεού «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν, σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα, καὶ διὰ πάντα». Έτσι η κτιστή τροφή του ανθρώπου ενώνεται με το άκτιστο και προσφέρει τη δυνατότητα ελεύθερης μετοχής του ανθρώπου στην αιώνια ζωή, στη Βασιλεία του Θεού[28]. Στον παράδεισο η σχέση και κοινωνία των πρωτόπλαστων με τον Θεό ήταν η λήψη της τροφής. Τώρα με την σάρκωση του Υιού του Θεού πραγματοποιείται και πάλι καθολικά η σχέση ζωής μέσα από τη βρώση και την πόση[29]. Εξάλλου γι’ αυτό ενανθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού «εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ»[30].
Στο Δείπνο της Ευχαριστίας η Εκκλησία πραγματοποιεί μια πρόσβαση στη ζωή, η οποία είναι κοινωνία με τους αδελφούς μας και με τον Θεό. Οι άνθρωποι μαζεύονται γύρω από το τραπέζι όχι μόνο να μοιραστούν και να γευθούν την ύλη, αλλά για να έχουν ταυτόχρονα και πνευματική επικοινωνία. Άνθρωποι χωρίς ομοφωνία αδυνατούν να παρευρεθούν σε κοινά τραπέζια ώστε να μοιραστούν τα αγαθά του Θεού. Αρά ύλη και πνεύμα στη ζωή περιχωρούνται και προάγουν τον άνθρωπο σε μια κοινωνία αγάπης με βάση το πρότυπο της Αγίας Τριάδος. Δίκαια λοιπόν εικονίζεται στην Φιλοξενία του Αβραάμ ο Τριαδικός Θεός γύρω από το ουράνιο τραπέζι να συντρώγουν και να συναποφασίζουν. Σε αυτό το δείπνο καλείται ο Αβραάμ και η Σάρρα, ο κάθε άνθρωπος, να μιμηθούν μετέχοντας στην ομοούσια κοινωνία του Θεού προάγοντας έτσι και την ανθρώπινη κοινωνία. Η αλλαγή του τρόπου της ύπαρξης περνάει οπωσδήποτε μέσα από τη φυσική πράξη της βρώσης και της πόσης. Η μετοχή στον τρόπο Βασιλείας δεν είναι μετάβαση σε κάποια «άλλη» ζωή, αλλά η αφθαρτοποίηση αυτής της ίδιας ζωής που πραγματοποιείται ως κοινωνία τροφής[31]. Γι’ αυτό και η Βασιλεία του Θεού[32] στην Καινή Διαθήκη είναι συχνά μια εικόνα δείπνου, όπου οι άνθρωποι «εσθίουν και πίνουν από της τραπέζης» που τους παραθέτει ο Θεός[33].
[1] Μετά την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, η Κάθοδος του Αγίου Πνεύματος δηλώνει τη συνέχεια του θείου σχεδίου για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
[2] Πεντηκοστή υποδηλώνει το διάστημα των ημερών από το γεγονός που έλαβε χώρα πενήντα μέρες μετά από το Πάσχα.
[3] ΜΑΤΘ. 26, 26-27.
[4] ΙΩ. 20, 22.
[5] ΓΕΝ. 2, 7.
[6] Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε. ΔΟΝΗ, Θ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Φ. ΚΟΜΝΗΝΟΥ, Κεφάλαια Φυσικής, εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1998: «Οι τρεις καταστάσεις της ύλης είναι η στερεή, η υγρή και η αέρια. Κάθε ουσία και κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να βρεθεί σε μια από τις τρεις αυτές φάσεις της ύλης. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια ουσία εξαρτάται από τις δυνάμεις που ασκούνται μεταξύ των μορίων της».
[7] ΓΕΝ. 2, 10.
[8] Τα υγρά και τα αέρια περιλαμβάνονται στα ρευστά γι’ αυτό και η αναφορά των ρευστών στο βιβλίο της Γενέσεως εστιάζει στα υγρά υπονοώντας και την μορφή των αερίων. Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε. ΔΟΝΗ, Θ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ, Φ. ΚΟΜΝΗΝΟΥ, ο.π., Σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής για τις μηχανικές ιδιότητες της ύλης «τα υγρά και τα αέρια έχουν πολλές ομοιότητες στις μηχανικές τους ιδιότητες αλλά και σε μοριακή κλίμακα. Αμφότερα ρέουν, τα μόρια τους κινούνται ευκολά και αναμιγνύονται επίσης εύκολα με το μηχανισμό της διάχυσης. Κάποιες διαφορές τους δίνουν την δυνατότητα ορισμού τους».
[9] ΓΕΝ. 2, 7.
[10] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 67 (ΞΖ΄), Περὶ δειλίας, PG 94, 853Α.
[11] ΓΕΝ. 2, 9.
[12] ΓΕΝ. 1, 26. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 89 (ΠΘ΄), Περὶ εἰκόνων, PG 94, 1169Α: «ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα ἐποίησε».
[13] ΓΕΝ. 2, 15.
[14] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Τίνας ἂν εἴποι λόγους σῶμα κατὰ ψυχῆς δικαζόμενον μετ’ αὐτῆς ἐν δικασταῖς, PG 150, 1361C.
[15] Α. ΚΕΣΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Εκ του θανάτου εις την ζωήν – Θεολογική προσέγγιση στις προκλήσεις της βιοηθικής, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 107-108.
[16] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, Θέματα Πατερικής Θεολογίας, εκδόσεις Μέλισσα, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 223.
[17] ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ, Η εικόνα στο φως της ορθόδοξης ερμηνείας, μτφρ. Σπυρίδων Μαρίνης, Αθήνα: Νεκτάριος Δ. Παναγόπουλος, 1999, σ. 175.
[18] ΛΕΩΝΙΔΑ OΥΣΠΕΝΣΚΥ, H Θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Σπυρίδων Mαρίνης, Αθήνα: Aρμός, 1998, σ. 675.
[19] ΓΕΝ. 5, 1.
[20] ΠΡΑΞ. 17, 26.
[21] ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ, Η εικόνα στο φως της ορθόδοξης ερμηνείας, ο.π., σ. 185.
[22] ΡΩΜ. 8, 22: «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν».
[23] ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Αλφαβητάρι της πίστης, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, 7η έκδοση, σ. 188.
[24] ΙΩ. 20, 21-22: «εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον».
[25] ΚΟΛ. 3, 11
[26] Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κ’, ΒΕΠΕΣ, 52, σ. 75, 30-32.
[27] ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ο.π., σ. 194.
[28] ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ο.π., σ. 195.
[29] ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ο.π., σ. 118.
[30] ΕΦΕΣ. 1, 10.
[31] ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ο.π., σ. 118.
[32] ΜΑΤΘ. 26, 29: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπ᾿ ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ᾿ ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου».
[33] ΛΟΥΚ. 22, 30: «ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθίσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ».
