Το κάλλος των αξιωμάτων και η εκπλήρωσή τους με πρότυπο τον Εσταυρωμένο
Δέσποινας Ιωάννου Βασιλείου
Α) Η εκπλήρωση των αξιωμάτων στη σταύρωση του Χριστού
Στο πιο ψηλό σημείο του τέμπλου, ως άλλος Γολγοθάς, κυριαρχεί ο Σταυρός. Ο εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός αποκαλύπτει τη θεϊκή του δύναμη και δόξα[1]. Στην επιγραφή του Σταυρού αναγράφεται ο τίτλος «ο Βασιλεύς της Δόξης», ενώ με το ένσταυρο φωτοστέφανο βεβαιώνεται ότι είναι «Ο ΩΝ», ο πραγματικά υπάρχων, η πηγή της ζωής, την οποία δεν σταμάτησε ο σταυρικός θάνατος[2]. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι τέσσερις άκριες του Σταυρού κοσμούνται από τρίλοβα τα οποία υποδηλώνουν τα τέσσερα χαρακτηριστικά του Ιησού Χριστού ως Θεού- Βασιλέα με το σύμβολο του αετού, ως ανθρώπου- συμβασιλέα με το σύμβολο του ανθρώπου, ως Ιερέα με το μοσχάρι και ως προφήτη με τον λέοντα. Στην βάση του Σταυρού από τη μια πλευρά βρίσκονται οι πλάκες των δέκα εντολών, δηλαδή η Παλαιά Διαθήκη, ενώ από την άλλη πλευρά το Ευαγγέλιο, δηλαδή η Καινή Διαθήκη. Στη μέση βρίσκεται ο εσταυρωμένος Βασιλέας ο οποίος «ἤπλωσε τας παλάμας καὶ ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα». Σύμφωνα με τον επίσκοπο Διοκλείας Κάλλιστο, «ατενίζοντας» τον εσταυρωμένο Χριστό, δεν βλέπει μόνο ένα οδυνώμενο άνθρωπο, αλλά ένα «Θεό οδυνώμενον»[3], ο οποίος και ως βασιλέας των όλων αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους και τους συμφιλιώνει με τον Θεό. Έτσι αντί να επικρατεί η οδύνη του μαρτυρίου κυριαρχεί η βασιλική μεγαλοπρέπεια και η γαλήνη.
Ο Θεός «ως βασιλεύς των όλων»[4], ως Θεός δημιουργός «παρήγαγεν εἰκόνος οἰκείας»[5] παραχώρησε στον άνθρωπο, «κατά χάριν», όλες τις ιδιότητες, οι οποίες χαρακτηρίζουν τον ίδιο τον εαυτό Του. Θέλησε όσα έχει «κατά φύσιν» να τα προικοδοτήσει στον άνθρωπο, χαρίζοντάς του τα αξιώματα του βασιλέα, του ιερέα και του προφήτη με την υλικοπνευματική του δημιουργία. Κατά τον Γρηγόριο Νύσσης: «Ἡ ἀφθαρσία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις ἴδια τῆς θείας φύσεως εἶναι»[6] και δόθηκαν στον άνθρωπο[7] ως φέροντα «τῆς εἰκόνος τοῦ πρωτοτύπου κάλλους τὸν χαρακτῆρα»[8]. Στο βιβλίο της Γενέσεως αναφέρεται ξεκάθαρα: «καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν»[9].
Ο άνθρωπος ως το κατεξοχήν δημιούργημα του Θεού «οὐκ ἄρχεσθαι μόνον»[10], αλλά και «ἄρχειν τέτακται τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἁπάντων»[11]. Γίνεται «βασιλεὺς καὶ ἄρχων πάσης τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ προκαθίστησιν αὐτῷ οἷόν τι βασίλειον»[12]. Ως το πλέον τέλειο δημιούργημα του Θεού, ως «ἄξιον τοῦ κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐνδιαίτημα, ἐν ᾧ οὐδὲν τῶν ἀλόγων ηὐλίζετο, μόνος δὲ ὁ ἄνθρωπος, τῶν θείων χειρῶν τὸ πλαστούργημα»[13], τοποθετείται στον Παράδεισο, ως άλλος σύνθετος άγγελος γίνεται «ἐπόπτης τῆς ὁρατῆς κτίσεως, μύστης τῆς νοουμένης, βασιλέα τῶν ἐπὶ γῆς, βασιλευόμενον ἄνωθεν, ἐπίγειον καὶ οὐράνιον»[14], ώστε να άρχει, να βασιλεύει και να έχει γνώση των κτισμάτων, ταυτόχρονα δε να οδηγήσει τον εαυτό του στη θέωση[15] και όλη την κτίση στην αφθαρσία.
O Θεός προίκισε τον άνθρωπο με τη δυνατότητα της κοινωνίας μαζί Του. Τον πλάθει με απόλυτη ελευθερία και τον καθιστά βασιλιά και άρχοντα[16], ιερέα και προφήτη όλης της γης και των αγαθών της: «πάντα μέν σοι τὰ χερσαῖα ζῷα, ἥμερά τε καὶ ἄγρια, πάντα δὲ τὰ ἐν ὕδασι διαιτώμενα, καὶ ὅσα τὸν ἀέρα διαπέταται τοῦτον, δοῦλά ἐστι καὶ ὑποχείρια»[17]. Τέθηκε από τον Θεό στον παράδεισο «ὡς βασιλεύς ἀθάνατος ἐν ἀφθάρτῳ κόσμῳ, οὐ λέγω μόνῳ τῷ παραδείσῳ, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ τῇ ὑπ᾿ οὐρανόν»[18].
Έτσι, η ποιοτική αξία του ανθρώπου βρισκόταν στην ιδιαιτερότητά του ως βασιλιά, ιερέα και προφήτη της κτίσης. Ως βασιλέας της κτίσης ο άνθρωπος είχε την βασιλική εξουσία να ονοματοδοτήσει όλα τα ζώα και να τα επιβλέπει αγαπητικά ως ιερέας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος είχε την καθαρότητα, ώστε να είναι δεκτικός[19] και να μπορεί ως προφήτης να «ἀγάλληται καὶ συνομιλῇ τῷ Θείῳ͵ ζῶν τὸν ἀπήμονα καὶ μακάριον ὄντως ἀθάνατον βίον. Οὐδὲν γὰρ ἔχων ἐμπόδιον εἰς τὴν περὶ τοῦ Θείου γνῶσιν͵ θεωρεῖ μὲν ἀεὶ διὰ τῆς αὐτοῦ καθαρότητος τὴν τοῦ Πατρὸς εἰκόνα͵ τὸν Θεὸν Λόγον, οὗ καὶ κατ΄ εἰκόνα γέγονεν»[20]. Με αυτόν τον τρόπο λαμβάνει παράδειγμα συμπεριφοράς από τον βασιλέα των όλων, τον Θεό.
Ο διάβολος βλέποντας ότι ο άνθρωπος είναι η κατεξοχήν δημιουργία του Θεού, όχι όσον αφορά το «οὐκ ἄρχεσθαι μόνον»[21], αλλά και ως βασιλέας της κτίσης «ἄρχειν τέτακται τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἁπάντων»[22], τον φθονεί[23].
Η προγονική πτώση αποτελεί αλόγιστη χρήση των δυνατοτήτων, που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο. Ο άγιος Μάξιμος αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι η πτώση προήλθε εξαιτίας της διαστροφής της ιεραρχίας των αξιών[24]. Ο Αδάμ, έκανε παράχρηση της ελευθερίας του με την επιλογή του να κόψει τους δεσμούς με τον Δημιουργό του, πιστεύοντας ότι μπορούσε να φτάσει στη θέωση χωρίς Αυτόν. Επηρεάστηκε η αξιολογική ικανότητα για εκτίμηση και διάκριση των χαρισμάτων του[25]. Η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, απομακρύνεται από το πρωτότυπό της, δηλαδή από τον Θεό, αλλά και από τον εαυτό της, εξαιτίας της παρακοής και της αποστασίας των ίδιων των Πρωτόπλαστων.
Άμεση συνέπεια της διακοπής της συγκεκριμένης σχέσης Θεού και ανθρώπου είναι η είσοδος του θανάτου στο ανθρώπινο γένος. Επομένως, για τους Πατέρες της Εκκλησίας το προπατορικό αμάρτημα συνίσταται στην αποτυχία του ανθρώπου να διατηρήσει τη σχέση ζωής με τον δημιουργό του, μια σχέση που έχει άμεση πηγή της τον τρόπο δημιουργίας του ανθρώπου. Έτσι, κάθε ον μπορεί να κινηθεί είτε προς τον ζωοδότη Θεό, τον δωρητή δηλαδή της ζωής και καταλύτη της φθοράς και του θανάτου, είτε προς τον αυτομηδενισμό και την αυτοκαταστροφή του[26]. Ο άνθρωπος με την παρακοή του «ἐξέπεσεν ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ ἦν ἐν τῷ παρὰ φύσιν, τουτ΄ ἔστιν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ»[27]. Η πτώση, λοιπόν, απωθεί βαθιά την εικόνα του Θεού και ο άνθρωπος χάνει την αληθινή του φύση, αφού η δυνατότητά του να φτάσει στο «καθ’ ομοίωσιν» πλήγηκε[28]. Κατά τον θεόπνευστο Δαβίδ, ο άνθρωπος χωρίς Θεό «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς»[29].
Ο άνθρωπος μετάλλαξε, λοιπόν, τον οντολογικό προορισμό του. Αντί από το κατά φύσιν[30] να πορευθεί στο «υπέρ φύσιν»[31], τρέπει τη φύση του στο «παρά φύσιν»[32]. Εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος, το «κατ’ εικόνα» υπέστη ζόφωση[33]. «Νοῦς γὰρ ἀποστὰς τοῦ Θεοῦ ἢ κτηνώδης γίγνεται ἢ δαιμονιώδης καὶ τῶν ὅρων ἀποστάς τῆς φύσεως ἐπιθυμεῖ τῶν ἀλλοτρίων»[34]. Ο νους από ηγεμών[35] της ανθρώπινης υπάρξεως αμαυρώνεται και χάνει τη στοχοθεσία του.
Σ’ αυτό το αδιέξοδο μόνο ο Θεός της αγάπης θα μπορούσε να επαναφέρει την ακεραιότητα και την αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με τον Δημιουργό του, με τον εαυτό του, με τον συνάνθρωπό του και γενικά με την κτίση.
Ήταν αδήριτη ανάγκη η ανακαίνιση να συμβεί μόνο όταν εξαφανιζόταν η φθορά και ο θάνατος, «ἵνα καὶ ὁ θάνατος ἐν αὑτῷ ἐξαφανισθῆναι δυνηθῇ, καὶ οἱ κατ’ εἰκόνα πάλιν ἀνακαινισθῶσιν ἄνθρωποι»[36]. Άρα η ενανθρώπηση, σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο, ήταν ο τελικός σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου. Αυτό που έχει προστεθεί με την πτώση του Αδάμ, ήταν η Σταυρική θυσία. «῾Η μὲν σάρκωσις, φησίν, εἰς τὴν τῆς φύσεως σωτηρίαν γέγονε· τὰ δὲ πάθη, πρὸς λύτρωσιν τῶν διὰ τὴν ἁμαρτίαν τῷ θανάτῳ κατεχομένων»[37]. Γι’ αυτό και ο Χριστός, φανερώνει το αρχέτυπο της ανθρώπινης φύσεως, και αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος, αν δεν έπεφτε στις διαβολικές παγίδες, θα ζούσε μέσα στο άπλετο φως του Θείου κάλλους. Τα πάθη και η σταύρωση ήταν αποτέλεσμα της πτώσης του ανθρωπίνου γένους και της επαναφοράς του στην ανακαίνιση, την ανάπλαση και την αναμόρφωσή του.
Το ξύλο της ζωής, ο ίδιος ο Χριστός, αποκαθιστούσε με τη σάρκωσή του την κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό συνέβη με το ξύλο του Σταυρού, όπου ο «Χριστὸς ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ἑκουσίως χεῖρας ἐκτείνας, ὕψωσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα, οὓς πρὶν ὁ ἐχθρός, δι᾿ ἡδονῆς συλήσας, ἐξορίστους Θεοῦ πεποίηκε»[38]. Το ξύλο του Σταυρού, το οποίο «νεκρωθέντας ἀνεζώωσε καὶ κατεκάλλυνε»[39], γίνεται η αφορμή για δεύτερη ενοίκηση του παραδείσου. Ο άνθρωπος πλέον μπορεί, αν θέλει, να επανέλθει στον παράδεισο της τρυφής, βιώνοντας και πάλι την αρχαία μακαριότητα. Έτσι η αποκατάσταση του βασιλικού αξιώματος πραγματοποιείται πάνω στο Σταυρό από έναν εσταυρωμένο Βασιλιά[40].
Ο Χριστός στον βράχο του Γολγοθά αποκαλύπτει το αρχέτυπο της ανθρώπινης δόξας. Ο Χριστός, «ὁ πρὸ αἰώνων Θεός» ως πρότυπο απόλυτα καθαρό, γίνεται το αρχέτυπο «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ[41] τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως»[42]. Έτσι, ο Θεός σαρκούται μέσα στη ζώσα εικόνα του, ώστε ο άνθρωπος να είναι η ανθρώπινη μορφή τού Θεού[43] «ὡς ἐξ ἀρχῆς ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ΄ οἰκείαν εἰκόνα ἐποίησε»[44]. Υπάρχει, επομένως, λειτουργική σχέση μεταξύ πρωτοτύπου και παραγώγου[45]. Με τη σάρκωση του Χριστού ο άνθρωπος βρίσκει την εικόνα του, αφού η φύση του Χριστού ήταν λεπτή και διαφανής, όπως ήταν η αρχέγονη φύση του Αδάμ. Ο άνθρωπος βρίσκει στο πρόσωπο του Χριστού τη βασιλική, την ιερατική και την προφητική εξουσία[46].
Β) Η συμβολική σημειολογία των τεσσάρων όντων και η σημασία τους γύρω από τον Εσταυρωμένο
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο σταυρός, ο οποίος επιστέφει το τέμπλο συνοδεύεται πάντοτε από τέσσερα τρίλοβα τα οποία είναι αγιογραφημένα τα τέσσερα όντα. Τον αετό στο πάνω κάθετο μέρος του Σταυρού και το βόδι στο κάτω, ενώ στην οριζόντια κεραία αντίστοιχα βρίσκονται ο άνθρωπος και το λιοντάρι. Πρώτος που αναφέρει τις συγκεκριμένες μορφές των όντων είναι ο προφήτης Ιεζεκιήλ,[47] στο ομώνυμο βιβλίο του στην Παλαιά Διαθήκη. Σύμφωνα μ’ αυτή ό Προφήτης είδε τον Θεό να κάθεται στο χερουβικό θρόνο και τις Αγγελικές δυνάμεις με μορφή ανθρώπου, λέοντος, μόσχου και αετού, να ψάλλουν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ό ουρανός και ή γη της δόξης σου». Γι’ αυτό, στον Επινίκιο ύμνο χρησιμοποιούνται οι μετοχές «άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα» και συνδέονται λογικά με τα τέσσερα όντα. Το λέγοντα με τον άνθρωπο που μιλάει, το κεκραγοτα με το λέοντα που βρυχάται , το βοώντα με το βόδι που μουγκανίζει και το άδοντα με το πουλί που κελαηδεί. Κάθε ον πολυόμματο, εξαπτέρυγο, μετάρσιο, φτερωτό υμνεί με το δικό του τρόπο το δημιουργό του. Κάθε φορά στη Θεία Λειτουργία καλούνται οι πιστοί να εικονίσουν τα «Χερουβὶμ μυστικῶς» και να ψάλλουν «τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον». Οι πιστοί οφείλουν να αξιοποιούν το βασιλικό, το ιερατικό και το προφητικό αξίωμα. Δίκαια λοιπόν «θυσία μυστικὴ τετελειωμένη δορυφορεῖται» στη οποία «εἰσπορεύεται ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης»[48].
Ο Χρίστος βρίσκεται πάντοτε στο κέντρο να κάθεται σε θρόνο, τον οποίο περιβάλλουν τα τέσσερα όντα, «τα λεγόμενα τετραόμορφα»[49], σύμβολα των ευαγγελιστών. Ο σταυρός είναι ο θρόνος του Χριστού, γι’ αυτό και τα όντα που περιβάλλουν το θρόνο του, τη δόξα του[50], υποδηλώνουν την ενότητα των τεσσάρων ευαγγελιστών και παραπέμπουν στο λειτουργικό και εσχατολογικό περιεχόμενο. Όπως και να ερμηνευθεί τα τέσσερα ευαγγέλια είναι αυτά που αρδεύουν τον κόσμο. Στους μακαρισμούς του Όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής παρομοιάζει την κεντηθείσα πλευρά του Χριστού με την πηγή που υπήρχε και πότιζε τον Παράδεισο «Ἡ ζωηφόρος σου πλευρά, ὡς ἐξ Ἐδέμ πηγή ἀναβλύζουσα, τήν Ἐκκλησίαν σου, Χριστέ, ὡς λογικόν ποτίζει παράδεισον , ἐντεῦθεν μερίζουσα, ὡς εἰς ἀρχάς, εἰς τέσσαρα Εὐαγγέλια, τόν κόσμον ἀρδεύουσα, τήν κτίσιν εὐφραίνουσα καί τά ἔθνη πιστῶς διδάσκουσα προσκυνεῖν τήν βασιλείαν σου»[51]. Στην παλαιά Εδέμ υπήρχε πηγή, η όποια πότιζε τον Παράδεισο και στη συνέχεια χωριζόταν σέ τέσσερις «ἀρχές» (δηλαδή ποταμούς). Όπως, λοιπόν, εκεί ανέβλυζε πηγή ζωογονούσα τον Παράδεισο, έτσι και στο σταυρό, άνοιξε πηγή πνευματικής ζωής από την κεντηθείσα πλευρά του Κυρίου. Από την πηγή αύτη προήλθε η Εκκλησία του Χριστού, η οποία βρίσκεται στο κέντρο του νέου πνευματικού Παραδείσου. Και από την οποία χωρίζονται σαν «ἀρχές» τα τέσσερα Ευαγγέλια, που ποτίζουν τον κόσμο με τα νάματα της θείας αλήθειας, φαιδρύνουν και δροσίζουν ολόκληρη την κτίση και διδάσκουν σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, όλα τα έθνη να προσκυνούν πιστά τη Βασιλεία του Θεού. Από την πλευρά, λοιπόν, του Κυρίου δημιουργήθηκε η Εκκλησία, ο νέος λογικός Παράδεισος, που με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος αρδεύει «ἅπασα τήν κτίσιν πρός ζωογονίαν».
Η αλληγορικές ερμηνείες και σύνδεση των τεσσάρων όντων με τους τέσσερις Ευαγγελιστές έγινε από τους πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίες έγιναν αποδεκτές και στην Ανατολή[52] και στη Δύση[53].
Στο Σταυρό του Χριστού στην πάνω κεραία αγιογραφείται πάντοτε ο αετός ο βασιλιάς των πτηνών και σύμβολο του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Ως υψιπετής Ευαγγελιστής, ως άλλος αετός θεολόγησε σε ύψιστο βαθμό την απερίγραπτη αιώνια γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού. Δίκαια λοιπόν και ο συμβολισμός όπως και η επονομασία του ως Θεολόγος. Ο αετός σημαίνει την ανάληψη του Χριστού στον ουρανό. Αυτό είναι το τελικό στάδιο του επίγειου ταξιδιού του, μια επιστροφή στον Ουράνιο Πατέρα[54]. Πολλοί πιστεύουν ότι ο αετός συμβολίζει ακόμα το Άγιο Πνεύμα που αιωρείται πάνω σε όλα τα κοσμικά και μάταια.
Στην κάτω κεραία αγιογραφείται πάντοτε το βόδι. Ό συμβολισμός αυτός αναφέρεται στο Λουκά, επειδή το Ευαγγέλιο[55] του αρχίζει από τη λατρεία του παλαιού νόμου, κατά την όποια τα θυσιαζόμενα ζώα ήταν συνήθως βόδια. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε το γενεαλογικό δέντρο του Χριστού «νομικῶς καὶ ἱερατικῶς» και αρχίζει από τη νομική ιεροσύνη του Ζαχαρία, η οποία ορίζει θυσίες μόσχων. Σε όλες τις περιπτώσεις το βόδι είναι ο βασιλιάς των ήμερων, κατοικίδιων ζώων. Ζώο δικαιοσύνης γιατί τρέφεται με τους κόπους του και την εργασία του. Ο Ιησούς Χριστός θυσίασε τον εαυτό του και έτσι αποκάλυψε την ιερή του ουσία, την οποία παρουσίασε ο Λουκάς στο ευαγγέλιο του. Ο ευαγγελιστής μίλησε για τη σταύρωση του Χριστού και ερμήνευσε πλήρως το νόημά του για τους ανθρώπους.
Στην οριζόντια κεραία του Σταυρού εικονίζονται αντίστοιχα ο άνθρωπος και το λιοντάρι. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος συμβολίζεται με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς ολόκληρης της φύσης, η κορωνίδα της δημιουργίας. Αυτό ερμηνεύεται ως προσωποποίηση του Χριστού κατά τον ανθρώπινο και μεσσιανικό Του χαρακτήρα. Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου αρχίζει από την κατά σάρκα γενεαλογία του Ιησού Χριστού[56] και αποδεικνύει ότι είναι πραγματικά από το γένος του Δαυίδ και του Αβραάμ.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος συμβολίζεται με λέοντα και αγιογραφείται στην οριζόντια πλευρά απέναντι από τον άνθρωπο. Ο συμβολισμός του λέοντος αναφέρεται στο Μάρκο, είτε διότι το Ευαγγέλιο του αρχίζει με τη διαβίωση του Προδρόμου Ιωάννου[57] στις έρημους, όπου ζουν οι λέοντες, είτε διότι κύριο χαρακτηριστικό του Ευαγγελίου του είναι η βασιλεία του Χριστού καθώς και ο λέοντας είναι βασιλιάς των άγριων ζώων. Στο Ευαγγέλιο του Μάρκου αποκαλύπτεται η βασιλική εξουσία που εκφράζεται με την ανάσταση του. Ως λιοντάρι, νίκησε τους εχθρούς και παρέμεινε γεμάτος αξιοπρέπεια. Ο Χριστός επειδή ήταν και Θεός είχε την εξουσία σε όλη την κτίση, γι’ αυτό με την θέλησή του δέχθηκε να φτάσει «μεχρις Άδου ταμειον», και με το θέλημα του δέχθηκε να κλειστεί μέσα στον τάφο. «ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφω σμικρῶ ξενοδοχεῖται»[58]. Μέσα στον τάφο το σώμα του Χριστού ενωμένο με την θεότητα ήταν φοβερό, «ἀναπεσών ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡσεί σκύμνος· τίς ἐγερεῖ αὐτόν;»[59] .
Ο εσταυρωμένος Ιησού Χριστός είναι το ύψιστο πρότυπο βασιλέα και τα τέσσερα σημεία των κεραίων του σταυρού ως ένδειξη των τεσσάρων κατευθύνσεων του κόσμου και της εποχής του χρόνου, που υπακούν στην εντολή του Θεού, όπως πρέπει να υπακούν και οι άνθρωποι. «Ο Σταυρός ως βασιλεία και η βασιλεία ως Σταυρός»[60], η «εσταυρωμένη βασιλεία του Χριστού «εἰς τὸ μέσον ἡμῶν» μας αποκαλύπτει τον μοναδικό δρόμο για την ενθρόνιση μας με Αυτόν»[61]. Το βασιλικό, το ιερατικό και το προφητικό αξίωμα του Χριστού αποτελούν όλα μαζί το πλήρωμα της ανθρώπινης φύσης Του.
Με την τριπλή κατάδυση και ανάδυση ο κάθε βαπτισμένος χριστιανός βιώνει την τριήμερο ταφή και ανάσταση του Κυρίου του. Αμέσως μετά το Βάπτισμα, το Άγιο Πνεύμα επαναφέρει τα αξιώματα – ηγεμονικό, βασιλικό, ιερατικό- στην ανθρώπινη φύση. Με το Χρίσμα επιτελείται η αποκατάσταση του βασιλέα μέσα μας. Σε όσους με το βασιλικό χρίσμα «διετέθη βασιλεία»[62] μπορούν να υπερβούν αυτό τον κόσμο με την ένδοξη δύναμη του Σταυρού και να προσφέρουν στον Θεό, τον κόσμο μεταμορφωμένο. Το βασιλικό αξίωμα , η δύναμη και η κυριότητα συνυφασμένη με την ιερατική ιδιότητα- προσφορά θυσίας «Βασίλειον Ιεράτευμα» ο κόσμος ευλογείται, αγιάζεται και μεταμορφώνεται. Με το διπλό λειτούργημα του ανθρώπου με τη φυσική του βασιλεία πληρώνεται στην ιεροσύνη και η φυσική του ιεροσύνη τον κάνει βασιλέα της δημιουργίας.
Ο άνθρωπος λοιπόν είναι βασιλέας, ιερέας και προφήτης «εκ φύσεως και κλήσεως»,[63] αφού τον κάλεσε ο Θεός και τον προίκισε με «έκτακτα» δώρα και λειτουργήματα. Ως συν δημιουργός, οφείλει να καλλιεργεί, δηλαδή να προάγει με τα έργα του την δημιουργία του Θεού στο κάλλος. Να καλλιεργεί τον εσωτερικό, ψυχοπνευματικό του κόσμο, τις διαπροσωπικές του σχέσεις και τον υλικό, φυσικό κόσμο.
Στο πάνω μέρος της κάθετης κεραίας του σταυρού υπάρχει ο αετός. Συμβολίζει το νου και τις ψυχοπνευματικές λειτουργίες του ανθρωπίνου σώματος. Ο άνθρωπος ως βασιλιάς του εαυτού του οφείλει να ανεβαίνει σε ύψη θεολογίας, θεοπτίας και θεογνωσίας. Μέσα από την βασιλική αυτογνωσία[64] και την ταπείνωση, ιερουργεί και υμνεί το Θεό και σύμφωνα με το προφητικό αξίωμα «ακούει τον Θεό και μεταφέρει το θέλημα του στον κόσμο». Έτσι μπορεί να αναφέρει οτιδήποτε ανθρώπινο και πρόσκαιρο σ΄ αυτό που είναι θεϊκό και αιώνιο. Το να ανέβει ο άνθρωπος ως αετός σε ύψη πνευματικά είναι δώρο της προφητείας που δόθηκε από τον Θεό για χάρη της αληθινής γνώσης και της αληθινής ελευθερίας[65].
Η οριζόντια κεραία του σταυρού αναφέρεται στην κοινωνική συμβολή του κάθε ανθρώπου. Ως κοινωνικό ον οφείλει να συσταυρώνεται με το Χριστό για όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις. Αξιοποιώντας το χριστιανικό ήθος της αγάπης, της ελευθερίας και της ταπείνωσης μπορεί να μεταβάλλει την ανθρώπινη κοινωνία σε μια κοινωνία αγαπώντων προσώπων. Δίκαια στην οριζόντια κεραία βρίσκεται το λιοντάρι και ο άγγελος δίνοντας το μήνυμα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ισότιμοι και διαφορετικοί και κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά και να θυσιάζεται για όλους κατά το πρότυπο του Ιησού Χριστού.
Στο κάτω μέρος της κεραίας υπάρχει το βόδι που καλλιεργεί τη γη. Έτσι και τα πόδια του ανθρώπου, αγγίζουν τη γη και στο πέρασμά τους οφείλουν να φροντίζουν τη φύση και να τη μεταβάλλουν σε έργο κάλλους και ομορφιάς. Στο πέρασμα του ο άνθρωπος οφείλει να υπακούει στον Δημιουργό του όπως το βόδι υπακούει στον Κύριο του. Εδώ συμφιλιώνεται η βασιλική κλήση του ανθρώπου με τη δημιουργία του Θεού και της Βασιλείας που δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Θυσιάζει τον κόσμο «μεταβάλλοντας» τον σε κοινωνία με τον Θεό. Πλήρωση ως πράξη δοξολογίας, ευχαριστίας και ενώσεως με το Θεό. Ως οικολόγος να φροντίζει, να ευλογεί, να αγιάζει και να μεταμορφώνει την κτίση και ως ιερέας να την προσφέρει στο Θεό λέγοντας «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν».
Ο Χριστός δώρισε σε μας την ζωή ώστε να παραστήσουμε «τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν»[66] να κάνουμε ολόκληρη τη ζωή μας μια «λογική λατρεία» προσφορά, θυσία, κοινωνία. Στο κάτω μέρος του σταυρού στο ξυλόγλυπτο τέμπλο κοσμείται με τις δέκα εντολές αλλά και το ευαγγέλιο. Ο Σταυρός στην μέση των δυο αποτελεί τον όρο και το όριο, τη συμπερίληψη των γραφών της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Αν θέλουμε να οικειοποιηθούμε το νόημα και τη δύναμη του Σταυρού πρέπει να εισέλθουμε στο Μυστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η Βασιλεία του Χριστού και η χαρισμένη βασιλεία γίνονται κατανοητές και δεκτές μόνο στο μυστήριο του Σταυρού.
Έτσι ο κόσμος δεν παύει να είναι ένα μεγάλο δώρο του Θεού στην ανθρωπότητα. Ένα δώρο που προσφέρεται στον άνθρωπο και περιμένει την αγάπη του ανθρώπου, γιατί, μένοντας σ’ αυτήν την αγάπη ο άνθρωπος, ζει στην κοινωνία του Θεού, που είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος έλκεται από την αγάπη του δωρεοδότη Θεού και δεν προσκολλάται στα δώρα του τότε θα μπορέσει να συναντήσει λυτρωτικά τον ίδιο τον Δωρητή Θεό. Συνεπώς ο κόσμος πρέπει να χάσει την απόλυτη αξία του, ώστε ο άνθρωπος να στραφεί με όλη την ύπαρξή του στον Θεό. Αν δεν «πεθάνει» τελείως ο κόσμος, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε απόλυτα τον Θεό. Αυτό πραγματοποιείται με τον Σταυρό του Χριστού και την προτροπή του «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»[67]. Όποιος σηκώνει τον Σταυρό του Χριστού, όντας συσταυρωμένος με τον Χριστό, σταυρώνει πρώτα τον κόσμο μέσα του και συνάμα σταυρώνει τον εαυτό του για τον κόσμο. Η απελευθέρωση από τη δουλεία του κόσμου είναι ένας σταυρός, που μόνο μέσα στη χάρη και ζωή του Σταυρού του Χριστού μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Δικαιολογημένα, επομένως, και στον βράχο του Γολγοθά στο κάτω μέρος φαίνεται το κρανίο του Αδάμ και κατ’ επέκταση τα κουφάρια όλης της ανθρώπινης φύσεως. Ο σταυρός του Χριστού είναι καρφωμένος επάνω στον βράχο του κρανίου, ώστε το άχραντο αίμα Του να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον θάνατο. «Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ»[68]. Γι’ αυτό, ο άνθρωπος πρέπει να συσταυρώσει τον εαυτό του με τον Χριστό, ώστε να συναναστηθεί μαζί Του αναμορφώνοντας το αρχαίο κάλλος της ανθρώπινης δόξας του.
Συνεπώς όλα τα δώρα – χαρίσματα δεν είναι έξω και πάνω από την αληθινή ανθρώπινη φύση, την ανορθωμένη από τον Χριστό, αλλά είναι η ουσιαστική, η κατακόρυφη διάσταση όλων των στοιχείων της, όλων των ανθρωπίνων χαρισμάτων και κλήσεων. Ο Εσταυρωμένος Χριστός μας δίνει την ουσιαστική γνώση, τη γνώση της αλήθειας για τον Θεό, τον άνθρωπο, τον κόσμο και τον τελικό προορισμό του. Αυτή η Αλήθεια μας δίνει την αλήθεια της ελευθερίας της ικανότητας να διακρίνουμε και να κατανοούμε ότι αυτή η δύναμη που μας προικίζει η αγάπη μας, μας κάνει ικανούς να μαρτυρούμε το Χριστό σε όλες τις καταστάσεις, σε όλα τα επαγγέλματα σε όλες τις κλήσεις, σε όλα τα ανθρώπινα χαρίσματα. Αυτό είναι το έσχατο νόημα περιεχόμενο όλων αυτών που κάνουμε.
[1] G. FLOROVFSKY, «The Ethos of the Orthodox Church», The Ecumenical Review, vol. XII, No 2, Ιανουάριος 1960, σ. 195. Πρβλ. ΛΕΩΝΙΔΑ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ, Η εικόνα στο φως της Ορθόδοξης ερμηνείας, μετάφραση Σπυρίδων Μαρίνης, Αθήνα 1999, σ. 105.
[2] ΣΤΑΜΑΤΗ ΣΚΛΗΡΗ, Ἐν Ἐσόπτρῳ, εἰκονολογικά μελετήματα, εκδόσεις Γρηγόρης, Αθήνα, 1992, σ. 82.
[3] ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΓΟΥΕΑΡ, Ο Ορθόδοξος δρόμος, εκδόσεις Επτάλοφος, σ. 95.
[4] Σε κάθε Θεία Λειτουργία κατά τη Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων καλούνται οι πιστοί να υποδεχθούν τον Χριστό «ὠς τὸν βασιλέα τῶν ὃλων».
[5] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΟΨΟΥΕΣΤΙΑΣ, Εἰς τὴν Γένεσιν, PG 66, 636Β.
[6] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περὶ Ψυχῆς καὶ Ἀναστάσεως ὁ λεγόμενος λόγος τὰ Μακρίνια, PG 46, 157B.
[7] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, ό. π.
[8] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου , 16, PG 44, 184C.
[9] ΓΕΝ. 1, 26.
[10] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ηθικά τε και πρακτικά ρν΄, μδ΄(44΄), PG 150, 1 1152 C.
[11] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ό. π.
[12]ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφάλαιον ΙΑ΄(ΚΕ΄), Περὶ παραδείσου, PG 94, 912Α-913Α.
[13] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, ό. π.
[14] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, ό. π., PG 94, 921Α.
[15] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, Γιατί ο Θάνατος; και πέραν του τάφου; έκδοση Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητος «Λυδία», Θεσσαλονίκη 2016, σ. 26.
[16] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Περὶ παραδείσου, PG 94, 909-913: «ἔμελλεν ὁ Θεὸς … πλαστουργεῖν τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα τε καὶ ὁμοίωσιν, ὥσπερ τινὰ βασιλέα καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς γῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ προκαθίστησιν αὐτῷ».
[17] MΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περί νηστείας, Λόγος 2, PG 31, 212Β.
[18] ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Ηθικά Ι, Λόγος Α’, β’ Περὶ τῆς παραβάσεως καὶ τῆς έξορίας τοῦ Ἀδαμ, SC 122, 2-4, σ. 184.
[19] ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 67.
[20] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, PG 25, 5D-8A.
[21] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ηθικά τε και πρακτικά ρν΄, 44΄,PG 150, 1152C.
[22] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ό. π.
[23] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφάλαιον 44(ΜΔ΄), Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ, PG 94, 977-979: «Φθόνῳ τοίνυν Διαβόλου ἡττήθη ὁ ἄνθρωπος· οὐ γὰρ ἔφερεν ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος δαίμων αὐτὸς διὰ τὴν ἔπαρσιν κάτω γενόμενος ἡμᾶς τῶν ἄνω τυχεῖν».
[24] ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 122, πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Κεφάλαια περί Αγάπης, 4, PG 90, 1017CD.
[25] Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ὁμιλία εἰς τοὺς ψαλμούς, ξα΄, PG 29,480A. πρβλ. ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 122.
[26] Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμια πατερικής Θεολογίας, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 51.
[27] ΔΩΡΟΘΕΟΥ, Διδασκαλία Α΄, Περὶ ἀποταγῆς, PG 88, 1617Β.
[28] ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 120.
[29]ΨΑΛΜ. 48, 21.
[30] Κατά φύσιν κατάστασης της ψυχής είναι γνώσις των κτισμάτων του Θεού, των αισθητών και των νοητών.
[31] Υπέρ φύσιν είναι η κίνησης από την θεωρία της θεότητας.
[32] Παρά φύσιν είναι η κίνησης μέσα στα πάθη.
[33] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, Γιατί ο Θάνατος; και πέραν του τάφου;, έκδοση Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητος «Λυδία», Θεσσαλονίκη 2016, σ. 143.
[34] ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 122 πρβλ. ΠΑΛΛΑΔΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΕΛΕΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, Λαυσαϊκή Ἱστορία, Περί Διοκλῆ (98), PG 34, 1203D-1204A. «Ὁ νοῦς ἀποστάς τῆς τοῦ Θεοῦ θεωρίας κατ΄ ἔννοιαν, ἢ δαίμων γίνεται ἢ κτῆνος·…Νοῦς ἀνθρώπου Θεοῦ θεωρίας ἀναχωρήσας ἐξ ἀνάγκης ἢ τῷ τῆς ἐπιθυμίας δαίμονι περιπίπτει τῷ ἄγοντι εἰς ἀκολασίαν, ἢ τῷ θυμικῷ πνεύματι περιπίπτει τῷ πονηρῷ, ὅθεν αἱ ἄλογοι τίκτονται ὁρμαί. Καὶ τὴν μὲν ἀκόλαστον ἐπιθυμίαν ἔλεγεν εἶναι κτηνώδη, τὸν δὲ θυμὸν κίνησιν δαιμονιώδη».
[35] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΛΒ’, Περὶ τῆς ἐν διαλέξεσιν εὐταξιας, PG 36, 185C: «νοῦς δὲ τοῖς πᾶσιν ἡγεμών».
[36] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Λόγος περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, PG 25β, 120BC.
[37] ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Πρὸς Θαλάσσιον, 35-36, PG 90, 692B.
[38] Ιδιόμελον α΄ ψαλλόμενον κατά την προσκύνησιν του Τιμίου Σταυρού την 14η Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
[39] Στιχηρόν ιδιόμελον α΄ των εσπερίων εν τω Μ. Εσπερινώ της εορτής της Υψώσεως του Σταυρού.
[40] ALEXANDER SCHMEMANN, Εξ Ύδατος και Πνεύματος, Λειτουργική μελέτη του Βαπτίσματος, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 21984, σ. 122.
[41] «Οι όροι «εικών» και «δόξα» αναφέρονται στη Θεία φύση του Χριστού και συμπίπτουν κατά το περιεχόμενο με τον όρο «χαρακτήρ της υποστάσεως». Η έννοια εικών σύμφωνα με την ελληνιστική αντίληψη είναι η αποκάλυψη και έκφανση του εν αυτή υπολανθάνοντος πρωτοτύπου. Ο απόστολος Παύλος γνώριζε την ελληνιστική αντίληψη του όρου εικών, με αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τον ιουδαϊσμό να αναπτύξει μια ιδιάζουσα θεολογική βαθύτητα και να εκφράζεται με πολλή πρωτοτυπία»: ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ, Εικονολογικές Μελέτες, Έκδοση Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μάκρη Αλεξανδρουπόλεως, Θεσσαλονίκη 2003. Πρβλ. ΝΙΚ. ΕΥΘ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Ἡ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δόξα τοῦ ἀνθρώπου, Ἀθῆναι 1972, σ. 26-44. ΙΩ. ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ, «Εικών Θεού» και «κατ΄εικόνα» Θεού παρά τῷ αποστόλῳ Παύλῳ, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 55-56.
[42] ΚΟΛ. 1, 15.
[43] ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΦ, Η Ορθοδοξία, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 104.
[44] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφάλαιον 89(ΠΘ΄) Περὶ εἰκόνων, PG. 94, 1169Α.
[45] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ, Ἡ Εἰκονομαχία καί ἡ εἰκονολογία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, εκδ. Λυδία, Θεσσαλονίκη χχ, σ. 482.
[46] ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, Χιτώνες και ιμάτια, Θεολογική θεώρηση του ενδύματος, Εκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1998, σ. 108.
[47] Στο βιβλίο των προφητειών του Ιεζεκιήλ, διαβάζουμε για το θαυμαστό όραμα που ο Προφήτης είδε, όταν άνοιξε ο ουρανός και η δόξα του Θεού αποτυπώθηκε μεταξύ τεσσάρων ζώων, που η ομοίωση των προσώπων τους ήταν «πρόσωπον ἀνθρώπου καὶ πρόσωπον λέοντος ἐκ δεξιῶν τοῖς τέσσαρσι καὶ πρόσωπον μόσχου ἐξ ἀριστερῶν τοῖς τέσσαρσι καὶ πρόσωπον ἀετοῦ τοῖς τέσσαρσι» ΙΕΖ. 1, 10.
[48] Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία Μ. Σαρακοστής.
[49] ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, εκδόσεις Παπαδημητρίου, τομ Α΄, Αθήνα 41960, σ. 108.
[50] Η εικόνα των Αγίων Πάντων είναι επηρεασμένη από τη συγκεκριμένη προφητεία όπως και ΑΠΟΚ. 4, 7.
[51] Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, εκδόσεις Αποστολική Διακονία Εκκλησία της Ελλάδος, 21990, σ. 209.
[52] Η Ανατολή συνδέθηκε με τις ερμηνείες: ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Commentarius Liturgucus, Σωφρονίου πατριάρχου ‘Ιεροσολύμων λόγος περιέχων τήν ἐκκλησιαστικήν ἅπασαν ὶστορίαν καὶ λεπτομερῆ ἀφήγησιν πάντων τῶν ἐν τῇ θείᾳ ὶερουργίᾳ τελουμένων, PG 87.c, 4000. του Αναστάσιου Β΄ του Σιναΐτη (πιθανότατα μέσα 7ουαι.-αρχές 8ουαι.) ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΙΤΗ, ερωτησις ρμδ΄, ερωτησεις και αποκρισεις περι διαφορων κεφαλαιων εκ διαφορων προσωπων, PG 89, 797-800., του Ανδρέα Αρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας (τέλη 9ουαι.-αρχές 10ουαι.), ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ Κεφάλ. Ι’, Λόγος Δ’, Περὶ τῆς ὁραθείσης θύρας ἐν τῷ οὑρανῷ, και τῶν κδ’ πρεσβυτέρων [και τῶν ἐξῆς], Ερμηνεία Εις την Αποκάλυψιν του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου Θεολόγου, PG 106, 256-257., ο Αρέθας (τέλη 9ουαι.-αρχές 10ουαι.) μαθητής του Ανδρέα και διάδοχος του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Καισαρείας, ΑΡΕΘΑ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Κεφάλ. Ι’, Περὶ τῆς ὁραθείσης αὑτῷ θύρας ἐν τῷ οὑρανῷ, καὶ τοῡ θρόνου, και τῶν κδ’ πρεσβυτέρων, καὶ τῶν ἐξῆς δειχθέντων, συλλογή εξηγήσεων εκ διαφόρων αγίων ανδρών εις την Ιωάννου του ηγαπημένου και ευαγγελιστού αποκάλυψιν, PG 106, 569-573 και τέλος ο Θεοφύλαχτος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας (1040-1127). ΘΕΟΦΥΛΑΧΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΑΣ, Ερμηνεία εις το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, Προοίμιο, PG 123.1, 492-493. Στην Ανατολή ο Επιφάνιος επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου (315-403) στην πραγματεία του «Περί Μέτρων και Σταθμών» πρότεινε μια αντιστοιχία, σύμφωνα με την οποία ο Ματθαίος αποδίδεται με τον άνθρωπο, ο Λουκάς με τον μόσχο, ο Μάρκος με τον λέοντα και ο Ιωάννης με τον αετό. Η μετάφραση της πραγματείας από το συριακό κείμενο στα αγγλικά δημοσιεύθηκε από τον J.Dean, Weigths and Measures, σελ. 52. Βλ. και R. Nelson, Iconography, σελ. 8, 13 σημ. 46.
[53] Η πρώτη προσπάθεια σύνδεσης των αποκαλυπτικών όντων με τους ευαγγελιστές, έγινε από τον Ειρηναίο επίσκοπο Λουγδούνου (σημερινή Λυών) γύρω στο 177μ.χ. ο οποίος χαρακτήρισε ως εικόνες της πραγματείας του Υιού του Θεού τα πρόσωπα των τετράμορφων Χερουβείμ. «Idem probat ex Joannis Evangelio quod ex iribus aliis jam probavil. Tum concludil quator esse Evangelia nec plura nec pauciora, et hujus numeri mysticas ruliones uffert», ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, κατά αιρέσεων, Βιβλία 5, Βιβλίο 3, PG 7, 885-888. Ο επίσκοπος Λυών Ειρηναίος συνέδεσε τον άνθρωπο με τον ευαγγελιστή Ματθαίο, τον αετό με τον Μάρκο, το μόσχο με τον Λουκά και τον λέοντα με τον Ιωάννη. Επίσης στη Δύση, ο άγιος Ιερώνυμος σχολιάζοντας τον προφήτη Ιεζεκιήλ (PL 25, 15) προτείνει τον αετό για τον ευαγγελιστή Ιωάννη, το λέοντα για το Μάρκο, τον άνθρωπο για το Ματθαίο και το μόσχο για το Λουκά, και φαίνεται πως αυτό το κείμενο επηρέασε την εικονογράφηση των λατινικών ευαγγελίων. Τέλος, ο επίσκοπος Ιππόλυτος της Ρώμης (τέλη 2ου-αρχές 3ου αι.) σε ένα σχόλιο του για το όραμα του Ιεζεκιήλ (Α’, 5-10), που σώζεται σήμερα αποσπασματικά, συνδέει το Ματθαίο με το λέοντα, το Μάρκο με τον άγγελο-άνθρωπο, το Λουκά με το μόσχο και τον Ιωάννη με τον αετό.
[54] «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ», ΙΩ. 1.14 και «λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν», ΙΩ. 20.17.
[55] «Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας… καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις», ΛΟΥΚ. 1,5-25.
[56]«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησεν τὸν Ἰσαάκ…Φαρὲς δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἑσρώμ, Ἑσρὼμ δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἀράμ», ΜΑΤΘ. 1.1-3.
[57] «Αρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου», ΜΑΡΚ. 1.1-2.
[58] Τροπάριο του κανόνος του Μεγάλου Σάββατου.
[59] ΓΕΝ. 49, 9.
[60] ALEXANDER SCHMEMANN, ο.π., εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 21984, σ. 128.
[61] ALEXANDER SCHMEMANN, ο.π., σ. 129.
[62] ΛΟΥΚ. 22, 29.
[63] ALEXANDER SCHMEMANN, ο.π., σ. 136.
[64] ALEXANDER SCHMEMANN, ο.π., σ. 143: Ο άνθρωπος απέρριψε τη βασιλεία και την ιεροσύνη του, έτσι ακριβώς απέρριψε και το δώρο της προφητείας. Με την περηφάνια του – και η αμαρτία είναι καρπός περηφάνιας- του «ὑμεῖς ἐστε θεοὶ» ο άνθρωπος νομίζει ότι μπορεί αληθινά να γνωρίζει τον κόσμο και να τον κατέχει πραγματικά χωρίς «προφητεία» δηλαδή χωρίς Θεό.
[65] ALEXANDER SCHMEMANN, ο.π., σ. 142-144.
[66] ΡΩΜ. 12,1.
[67] ΜΑΡΚ. 8, 34. ΜΑΤΘ. 16, 24.
[68] ΓΑΛ. 6, 11-18.
