Ἅγιος Μνάσων Ἐπίσκοπος Ταμασοῦ
Γιώργου Μυλωνᾶ
Θεολόγου
Τό ἱστορικό πλαίσιο τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου Μνάσωνα.
Ἡ Κύπρος, ἤδη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους δέχτηκε καί σταδιακά προσέλαβε καθολικά τήν Χριστιανική ἀλήθεια. Καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, «ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου»[1] καθώς μαρτυρεῖ τό βιβλίο τῶν Πράξεων, οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Βαρνάβας καί Μᾶρκος Ἰωάννης ταξίδευσαν στήν Κύπρο ὅπου ἀνέλαβαν τόν εὐαγγελισμό τῆς νήσου. Ἔτσι ξεκινᾶ στήν Κύπρο ἡ μακραίωνη ἐκκλησιαστική παράδοσή της στηριγμένη στήν ἀποστολική διαδοχή. Ἕνα μεγάλο πλῆθος Ἁγίων Ἀποστόλων, Ἱεραρχῶν, Μαρτύρων καί Ὁσίων κοσμεῖ τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Μεταξύ τῶν Ἁγίων τῆς Κύπρου ξεχωρίζει ὁ Ἅγιος Μνάσων ἐπίσκοπος Ταμασοῦ.
Ὁ Μνάσων γεννήθηκε ἀπό εἰδωλολάτρες γονεῖς στήν πόλη Ταμασό τῆς Κύπρου κατά τόν 1ο αἰῶνα μ.Χ. Στή σπουδαία αὐτή πόλη ὁ Ἅγιος ἔζησε, διακόνησε τήν τοπική Ἐκκλησία ὡς ἐπίσκοπος καί τελειώθηκε ἐν Χριστῷ. Ἡ Ταμασός ἦταν γνωστή καί σημαντική πόλη τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων, κυρίως λόγω τῆς ἐξόρυξης χαλκοῦ[2] καί χρυσού[3] ἀπό τά μεταλλεῖα τῆς περιοχῆς. Ὅπως μαρτυρεῖται στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, στήν Ταμασό ὑπῆρχε ἔντονη παγανιστική δραστηριότητα. Ξεχωριστή θέση εἶχε ἡ λατρεία τῶν θεῶν τῆς ἰατρικῆς, Ἀσκληπιοῦ καί Ἀπόλλωνα. Οἱ κάτοικοι τῶν Περάτων λάτρευαν τόν Ἀσκληπιό, ἐνῷ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως τῆς Ταμασοῦ (σήμερα χωριό Πολιτικό) λάτρευαν τόν Ἀπολλωνα[4].
Μνάσων ὁ κύπριος καί «ἀρχαῖος μαθητής».
Στήν Ταμασό δημιουργήθηκε ἕνα λατρευτικό ζήτημα πού ἀφοροῦσε τούς ψευδωνύμους θεούς τούς ὁποίους λάτρευαν στήν περιοχή. Γιά τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος ὁ Μνάσων καί ὁ φίλος του Θεωνᾶς (ἀργότερα Θεόδωρος) ἀπεστάλησαν στήν πρωτεύουσα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Στή Ρώμη ἦρθαν σέ ἐπαφή μέ κάποιους ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων ὅπου ἄκουσαν γιά πρώτη φορά τό εὐαγγελικό κήρυγμα. Ἔτσι ὁ Μνάσων, πρίν τό 45 μ.Χ., μαζί μέ τόν φίλο του, μετέβηκε καί ἐγκαταστάθηκε στά Ἱεροσόλυμα ἀναζητώντας τήν χριστιανική Ἀλήθεια. Ὁ Μνάσων συνδέθηκε μέ τούς Ἀποστόλους καί τήν πρώτη Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐκεῖ ἔγινε μαθητής τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Ἰωάννη[5]. Τήν ἴδια ἐποχή, κατά τήν παραμονή τους στά Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀπόστολος Πέτρος βάπτισε τούς δύο Κυπρίους, τόν Μνάσωνα καί τόν Θεωνά[6].
Τόν Μνάσωνα ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς στίς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων». Κατά τήν διήγηση τῶν Πράξεων, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἡ συνοδεία τοῦ ἔφυγαν ἀπό τήν Καισάρεια, φιλοξενήθηκαν κατά τήν πορεία τους πρός τά Ἱεροσόλυμα, στό σπίτι κάποιου Κύπριου πού ὀνομαζόταν Μνάσων ὁ ὁποῖος μάλιστα ἦταν Χριστιανός γιά πολύ καιρό, «Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ»[7]. Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Μνάσων διέμενε στά Ἱεροσόλυμα, παρά τούς πόδας τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Ἰωάννη ἀρκετό καιρό πρίν τήν πρώτη περιοδεία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Κύπρο (45 μ.Χ.). Αὐτό δικαιολογεῖ καί τόν βιβλικό χαρακτηρισμό «ἀρχαῖος μαθητής», ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι ὁ Μνάσων εἶχε δική του οἰκία στά Ἱεροσόλυμα. Κατά τόν κ. Π. Τρεμπέλα ὁ χαρακτηρισμός πού ἀποδίδει ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς στόν Μνάσωνα, «ἀρχαῖος μαθητής», εἶναι πολύ τιμητικός[8]. Μετά τό γεγονός τῆς φιλοξενίας τῶν Ἀποστόλων στό σπίτι του, ὁ Μνάσων ἔχοντας ἐγκολπωθεῖ τόν Χριστιανισμό ἐπέστεψε στήν Κύπρο.
Τήν ἄνοιξη τοῦ 45 μ.Χ. οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Βαρνάβας καί Ἰωάννης Μᾶρκος «ἀπέπλευσαν εἰς τὴν Κύπρον»[9] μέ σκοπό τόν εὐαγγελισμό τῶν κατοίκων τῆς νήσου. Στήν Κύπρο οἱ Ἀπόστολοι Βαρνάβας καί Μᾶρκος, καθ’ ὁδό γιά τήν Πάφο, κατήχησαν καί βάπτισαν τόν Ἠρακλείδιο στόν ποταμό «Καρυώτη» στήν περιοχή τῆς Σολέας. Ἐκεῖ ἔμειναν γιά κάποιες μέρες σέ παρακείμενο σπήλαιο, ὅπου ἀργότερα ἔφθασε καί ὁ Παῦλος. Τότε οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι χειροτόνησαν ἐπίσκοπο τόν Ἠρακλείδιο. Ὁ Μνάσων ἐπίσης ἐπισκέφθηκε στό σπήλαιο τούς τρεῖς Ἀποστόλους καί τόν Ἠρακλείδιο. Ἀκολούθως οἱ Ἀπόστολοι συνέχισαν τό ταξίδι τους γιά τήν Πάφο, ἐνῷ ὁ ἐπίσκοπος Ἠρακλείδιος καί ὁ Μνάσων ἐπέστρεψαν στήν πόλη τους[10].
Ὁ Ἅγιος Μνάσων στό πλευρό τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου.
Στήν Ταμασό ὁ Μνάσων ἦταν στενός συνεργάτης τοῦ ἐπισκόπου Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Οἱ δύο ἄνδρες ἀγωνίστηκαν γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν καταπολέμηση τῆς εἰδωλολατρίας. Ὁ Ἅγιος Μνάσων δέχτηκε πλούσια τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε μέσω αὐτοῦ νά τελοῦνται θαυμαστά σημεῖα καί θεραπεῖες. Πλῆθος εἰδωλολατρῶν ὁδηγοῦσε τούς δαιμονιζόμενους καί τούς ἀσθενεῖς στούς Ἁγίους Μνάσωνα καί Ἠρακλείδιο. Οἱ Ἅγιοι ἐπέθεταν τά χέρια τούς πάνω στούς «κακῶς ἔχοντας» καί στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὅλοι θεραπεύονταν[11].
Ἕνα ἐντυπωσιακό περιστατικό τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Μνάσωνα εἶναι ἡ ἀνάσταση τῆς χήρας Τροφίμης, μητέρας κάποιου μέ τό ὄνομα Ἀέτιος. Ὅπως μᾶς ἀφηγεῖται ὁ Ρόδων, οἱ παρευρισκόμενοι στό σπίτι τῆς Τροφίμης παρακάλεσαν τούς Ἁγίους Ἠρακλείδιο καί Μνάσωνα νά ἀναστήσουν τήν νεκρή. Ὁ Μνάσων ἀρχικά, «ἔδωκεν εἰρήνην», δηλαδή εὐλόγησε λέγοντας τό κυριακό λόγιο «εἰρήνη ὑμῖν» καί ἀφοῦ προσευχήθηκε, τό θαῦμα ἔγινε. Μετά τήν ἀνάσταση τῆς Τροφίμης ἡ εἴδηση τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ θαύματος διαδόθηκε, ὥστε πίστεψαν πολλοί στόν Χριστό καί βαπτίστηκαν περίπου τετρακόσιοι ἄνδρες καί γυναῖκες στήν Ταμασό[12].
Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου ὑπάρχουν κάποιες ἔμμεσες ἀναφορές ὅτι ὁ Μνάσων πιθανόν νά ἦταν κληρικός. Ἀρκετές φορές «ἔδωκεν εἰρήνην», ἀναγνωσε τό Εὐαγγέλιο[13] καί συμμετεῖχε σέ Βαπτίσεις. Ἐπίσης ὑπάρχει ἀναφορά ὅτι ἱερουργοῦσε μαζί μέ τόν ἀρχιερέα Ἅγιο Ἠρακλειδιο[14]. Ἴσως ὁ Μνάσων ἦταν πρεσβύτερος πάρα τό πλευρό τοῦ ἐπισκόπου Ἠρακλειδίου, ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ πράξη τοῦ Μνάσωνα νά ἀλείψει μέ εὐλογημένο λάδι τόν ἀσθενῆ Ἠρακλείδιο[15], ὅπως παραγγέλλει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος «ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας,… ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ»[16].
Ἐπίσης στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου ὁ Μνάσων ἀναφέρεται πολλές φορές ὡς «διδάσκαλος». Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Μνάσων, ὡς ἀποστολικός Πατήρ καί αὐτήκοος μαθητής τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀνέπτυξε μεγάλη διδαχτική δράση. Ἀκόμα καί στήν Πάφο πῆγαν οἱ Μνάσων καί Ἡρακλείδιος γιά νά διδάξουν τό Εὐαγγέλιο καί νά βαπτίσουν ὅσους πίστευαν. Γιά ἐπισφράγιση τῆς θεόπνευστης διδασκαλίας τοῦ Μνάσωνα, ὁ Θεός τοῦ χάρισε θαυματουργικό χάρισμα.
Στήν Ταμασό οἱ Ἅγιοι Μνάσων καί Ἡρακλείδιος, διέμεναν ἀσκητικά σέ σπήλαιο τῆς περιοχῆς. Μετά ἀπό κάποια χρόνια ὁ Μνάσων συνέχισε μόνος τόν ἀσκητικό βίο σέ δικό του ἀσκητήριο κοντά στό σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἡρακλειδίου[17]. Ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Μνάσων καί ὁ Ἠρακλείδιος ἀσκοῦνταν στίς πνευματικές ἀρετές, «Ἔφθασεν ἡ Ἁγία Νηστεία τῆς Τεσσαρακοστῆς, καί ἀκατάπαυστα, νύκτα καί ἡμέραν, ἐτελούσαμεν τάς Θείας Λειτουργίας» [18].
Ὁ ἔντονος ἀγῶνας τοῦ Ἁγίου Μνάσωνα κατά τοῦ παγανισμοῦ πού κυριαρχοῦσε σέ ὅλες τίς ἐπαρχίες τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, σημειώνεται στό ἀκόλουθο θαυμαστό περιστατικό. Μία μέρα ὁ Μνάσων στάθηκε μπροστά στόν ναό τοῦ Ἀσκληπιοῦ καί ἀναφώνησε «Ἐν τῷ Ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατάβηθι καὶ συντρίφθητι»[19]. Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου ἰσοπέδωσε τόν παγανιστικό ναό πού δέσποζε στήν Ταμασό.
Μνάσων ὡς ἐπίσκοπος Ταμασοῦ καί ἡ κοίμησή του.
Ὁ Ἅγιος Μνάσων συμπεριλαμβάνεται κατά τόν Λεόντιο Μαχαιρά, στούς «Ἀρχιεπισκόπους Ταμασοῦ»[20]. Ὅταν ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος αἰσθάνθηκε ὅτι τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ πλησίασε, ἀποφάσισε νά χειροτονήσει τόν διάδοχό του. Τότε ὁ γηραιός καί ἀσθενής ἀρχιερέας Ἠρακλείδιος κάλεσε τόν λαό τῆς Ταμασοῦ στήν Εὐχαριστιακή σύναξη τῆς Κυριακῆς καί μέ ἐντολή του, ὁ πρεσβύτερος Γρηγόριος καί ὁ διάκονος Κλήσιππος ὁδήγησαν τόν Μνάσωνα μπροστά στό Θυσιαστήριο. Ἐκεῖ ὁ Ἠρακλείδιος, ἔθεσε τά Ἅγια Εὐαγγέλια στό κεφάλι τοῦ Μνάσωνα καί ξεκίνησε νά συμβουλεύει καί νά εὔχεται γιά τόν νέο ἐπίσκοπο. Ἔβαλε τό «ὑπομάνικόν» του, στό σβέρκο τοῦ Μνάσωνα καί συνέχισε νά εὔχεται εὐχαριστώντας τόν Θεό[21]. Ἀκολούθησε ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας προεστῶτος τοῦ Μνάσωνα.
Μετά τόν θάνατο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ὁ Μνάσων ποίμανε τήν Ἐκκλησία μέ βάση τό παράδειγμα καί τίς συμβουλές τοῦ προκάτοχού του. Ὅπως ψάλλουμε κατά τήν σύναξη εἰς τιμή τοῦ Ἁγίου, «σοφῶς ἐποίμανας, τήν ποίμνη σου, Μνάσων»[22]. Σέ βαθύ γῆρας καί ἀφοῦ εἶδε ὅτι πλησίασε ἡ στιγμή τῆς κοιμήσεώς του, ὁ Μνάσων χειροτόνησε νέο ἐπίσκοπο τόν βιογράφο του, Ρόδωνα. Ὁ Μνάσων κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ καί κηδεύτηκε ἀπό τούς μαθητές τοῦ κοντά στόν τάφο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου[23].
Ἡ τιμή τοῦ Ἁγίου.
Πλησίον της Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου ὑπῆρχε ἀνδρώα Μονή ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Μνάσωνα ἡ ὁποία τελοῦσε ὑπό τήν δικαιοδοσία τῆς Ἀρχιεπισκοπής. Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ ἡ Μονή οἰκοδομήθηκε τόν 16ο-17ο αἰώνα (πιθανόν σέ ἐρείπια παλαιότερου ναοῦ, ἐνῷ ἡ παρακμή τῆς Μονῆς ἀρχίζει λίγα χρόνια μετά τό 1821. Πλησίον της Μονῆς ὑπάρχει ἁγίασμα μέ τό ὁποῖο γίνονται πολλές θεραπεῖες. Πέραν τῆς Μόνης του Ἁγίου παρά τήν ἀρχαία Ταμασό, ἡ φήμη καί ἡ τιμή τοῦ ἐξαπλώθηκε σέ ὅλο τό νησί. Τεμάχιο τοῦ Ἁγίου λειψάνου τοῦ ὁσίου Μνάσωνα διισῳζόταν σέ χωριό κοντά στή Βάσα Κοιλανίου. Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μνάσωνα τιμᾶται στίς 19 Ὀκτωβρίου κάθε ἔτους.
Συνοψίζοντας, ἡ μορφή τοῦ Ἁγίου Μνάσωνα κοσμεῖ μέχρι σήμερα τήν κυπριακή Ἐκκλησία. Ὑπῆρξε σφοδρός πολέμιος τοῦ παγανισμοῦ καί μεγάλος εὐεργέτης τῆς νήσου μας, ἀφοῦ φαίνεται ὅτι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στόν ἐκχριστιανισμό τῶν κυπρίων. Μέ τό θαυματουργικό του χάρισμα ἀπέδειξε ὅτι ὁ Ἀληθινός θεραπευτής τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, σέ ἀντίθεση μέ τούς ψευδωνύμους θεούς. Ὁ Ἅγιος μέ τίς προσευχές τοῦ ἔκανε πολλά θαύματα, θεράπευσε τούς «κακῶς ἔχοντας» ἀποδεικνύοντας τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας.
Βιβλιογραφία:
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ἔκδοση Ἱερᾶς Συνόδου Ἐκκλησίας Κύπρου. Λευκωσία 2008: Ἐκδόσεις «Βιβλική ἐταιρία Κύπρου»
ΚΥΠΡΙΑ ΜΗΝΑΙΑ ΤΟΜΟΣ Β΄ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1995)
Παυλίδη Α. (1995). ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΗΣ ΓΛΥΚΕΙΑΣ ΧΩΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Η ΠΟΙΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΚΟΡΟΝΑΚΑ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΧΡΟΝΙΚΟ. Δεύτερη ἔκδοσις βελτιωμένη. Λευκωσία: Ἐκδόσεις «ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΣ»
Παυλίδης Α. (1997). ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΥΠΡΟΥ. Μέ βάση τήν πρώτη ἔκδοση τοῦ ἔργου τό 1788. Λευκωσία: Ἐκδόσεις «ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΣ»
Περιστιάνη Ι.Κ. (1995). ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΥΠΡΟΥ. Ἐπανέκδοσις μετά προλεγόμενων Θεοδώρου Παπαδοπούλου. Λευκωσία: Ἐκδόσεις «Κ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ»
Τρεμπέλα Π.Ν. (1991). ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ. Τρίτη ἔκδοσης. Ἀθῆνα: Ἐκδόσεις «Ο ΣΩΤΗΡ»
Τσικνοπούλου Ι.Π. (1979). Ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος καί ἡ Ἱερά αὐτοῦ Μονή. Δεύτερη ἔκδοσις Βελτιωμένη. Λευκωσία: Ἐκδόσεις «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ»
[1] Πραξ. 13,4.
[2] Α. Παυλίδης, Ἱστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου (1788) σελ. 550.
[3] Ι.Κ. Περιστιάνη, Γενική Ἱστορία τῆς νήσου Κύπρου (1995) σελ. 604.
[4] Α. Παυλίδης ὅ.π. σελ. 82.
[5] Ι.Π. Τσικνοπούλου, Ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος καί ἡ Ἱερά αὐτοῦ Μονή (1979) σελ. 86.
[6] Κύπρια Μηναία, τόμος Β΄ Ὀκτώβριος σελ. 246.
[7] Πραξ. 21,16.
[8] Π.Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (1991) σελ. 568 – 569.
[9] Πραξ. 13,4.
[10] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 10 – 12.
[11] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ.16.
[12] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ.14 – 15.
[13] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 25.
[14] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ.15.
[15] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 33.
[16] Ἰακ. 5,14.
[17] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 89.
[18] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 24.
[19] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 87.
[20] Λεόντιος Μαχαιρᾶς σελ. 24.
[21] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 34 – 35.
[22] Κύπρια μηναῖα, τόμος Β΄ Ὀκτώβριος, σελ. 242.
[23] Ι.Π. Τσικνοπούλου ὅ.π. σελ. 90.
*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 59 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2024), σελ. 689-694.
