Απόστολος Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

Απόστολος Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

Διακόνου Μιχαήλ Νικολάου

Θεολόγου

(Πράξ. κ΄, 16-18· 28-36)

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν Ἔφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. Ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν Ἀσίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην.

Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. Καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ παραἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. Πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. Καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

* * *

Στό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου καί τούς δίνει πολύ σημαντικές ποιμαντικές ὁδηγίες. Ἡ συνάντησή του αὐτή εἶναι μία ἀπό τίς ἔνδοξες σελίδες τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπό πλευρᾶς ποιμαντικῆς. Στά ὅσα εἰπώθηκαν ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἔντονη εὐαισθησία πού ἐπιδεικνύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος μπροστά στήν ἀπειλή τῶν αἱρέσεων. Αὐτό εἶναι καί τό κεντρικό καί βαρυσήμαντο σημεῖο τῆς περικοπῆς αὐτῆς, γι’ αὐτό καί διαβάζεται τή συγκεκριμένη Κυριακή, πού τιμοῦμε τούς τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ θεοφόρους Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀντιστάθηκαν γενναία στίς βλάσφημες αἱρετικές δοξασίες τοῦ Ἀρείου· καί διεκήρυξαν περίτρανα ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «Θεός ἀληθινός, ὁμοούσιος τῷ Πατρί».

Ἀπευθυνόμενος πρός τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου τούς λέει: «Προσέχετε, διότι γνωρίζω καλά ὅτι μετά τήν ἀναχώρησή μου εἰσελεύσονται… λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου». Τούς προειδοποιεῖ ὅτι θά εἰσβάλουν ἀνάμεσά τους ψευδοδιδάσκαλοι καί πλάνοι σάν ἄγριοι λύκοι, πού θά διαρπάζουν ἀλύπητα τό ποίμνιο βλάπτοντας καί ἀφανίζοντας τίς ψυχές τῶν προβάτων. Ἀλλά κι ὅτι ἀπό αὐτούς τούς ἴδιους θά παρουσιασθοῦν ἄνθρωποι πού θά διδάσκουν πλανεμένες διδασκαλίες, γιά νά ἀποσποῦν τούς μαθητές ἀπό τόν ἴσιο δρόμο τῆς ἀλήθειας καί νά τούς παρασύρουν πίσω τους.

Μέσα σ’ αὐτόν τόν λόγο του ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαζωγραφίζει τήν πιό φοβερή μάστιγα τῆς Ἐκκλησίας, τούς αἱρετικούς, τούς ὁποίους χαρακτηρίζει «λύκους βαρεῖς», ἀδίστακτους. Ὁ χαρακτηρισμός αὐτός δέν εἶναι καθόλου ὑπερβολικός γιά νά παραστήσει τόν κίνδυνο ἀπό τήν εἰσβολή τῶν αἱρετικῶν. Ἐξάλλου τόν ἴδιο χαρακτηρισμό χρησιμοποιεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ὅταν ἀναφέρεται στούς αἱρετικούς ψευδοδιδασκάλους καί τούς ὀνομάζει ὡς προβατόσχημους λύκους.

Πράγματι, ἡ αἵρεση εἶναι ἡ μεγαλύτερη καταστροφή τῆς ψυχῆς καί οἱ αἱρετικοί εἶναι ὄχι ἁπλῶς λύκοι, ἀλλά «λύκοι βαρεῖς». Ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Οὐχ ἁπλῶς εἶπε, λύκοι, ἀλλὰ προσέθηκε, βαρεῖς, τὸ σφοδρὸν αὐτῶν καὶ ἰταμὸν αἰνιττόμενος». Πρόσθεσε αὐτό τόν χαρακτηρισμό γιά νά δείξει πόσο φοβεροί, σκληροί, ἀδίστακτοι, ἀναίσχυντοι, θρασεῖς, πονηροί καί ὑποκριτές εἶναι οἱ αἱρετικοί.

Μέ αὐτό τόν τρόπο θέλει νά προειδοποιήσει καί νά προφυλάξει τούς πιστούς κάθε ἐποχῆς. Γι’ αὐτό καί λέγει ὅτι οἱ αἱρετικοί θά παρουσιάζονται ὡς ἐξαιρετικοί ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, πού θά ἐνδιαφέρονται δῆθεν γιά τήν ἀλήθεια. Θά κρύβουν ὅμως μέσα τούς μεγάλη ὑποκρισία καί ψεῦδος καί θά κάνουν μεγάλη ζημιά στό ποίμνιο. Θά τό διαρπάζουν καί θά τό ὁδηγοῦν στήν καταστροφή. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς θά εἶναι πολύ ἐπικίνδυνοι, πιό ἐπικίνδυνοι ἀκόμη καί ἀπό τούς ἐξωτερικούς δηλωμένους ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Διότι οἱ αἱρετικοί πολέμησαν καί πολεμοῦν τήν Ἐκκλησία μέσα ἀπό τά σπλάχνα της. Δέν φανερώνονται ἀπό τήν ἀρχή. Σταδιακά καί ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἀληθείας διαιροῦν τήν Ἐκκλησία. Προκαλοῦν σύγχυση, διαίρεση, καταστροφή σέ ἀνυποψίαστες ψυχές.

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κύριο χαρακτηριστικό τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἡ διεστραμμένη διδασκαλία τους, δηλαδή τέτοια πού δέν ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Διδάσκουν ἄλλα πράγματα, ξένα ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Κύριος σκοπός τους εἶναι «τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν». Δέν πείθονται μέ τήν παράδοση καί ἐρμηνεία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, αὐτήν πού εἶναι κατατεθειμένη μέσα στήν Ἁγία Γραφή, λόγῳ τῆς κενοδοξίας τους. Θέλουν νά ἐπιδεικνύονται και  νά πρωτοτυποῦν καί μέ αὐτό τόν τρόπο νά ἀποσποῦν μαθητές ἀπό τήν Ἀλήθεια καί νά τούς καταστήσουν ὀπαδούς. Ὅπως λέγει ὁ Ἀμμώνιος: «Ὁ γάρ τῶν αἱρετικῶν σκοπός σπουδάζει, οὐ τῷ Κυρίῳ, ἀλλ’ ἑαυτοῖς περιποιῆσαι λαόν, ἵνα ἑαυτοῖς καυχῶνται». Φροντίζουν νά δημιουργοῦν ἕναν κύκλο ἀνθρώπων γιά νά καυχηθοῦν. Δηλαδή χαρακτηρίζονται ἀπό μία φοβερή καί ἀθεράπευτη κενοδοξία καί ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτό καί γίνονται «ἀξιοκατάκριτοι» καί ὁδηγοῦνται στήν ἀπώλεια.

Ὥστε βλέπει κανείς ὅτι ἡ αἱρετική διδασκαλία εἶναι βλασφημία. Καί εἶναι βλασφημία, διότι δέν ἀποδίδει τά ὀρθά. Και, δυστυχῶς, ἡ αἱρετική διδασκαλία τους ἐξαπλώνεται σάν γάγγραινα. Γάγγραινα εἶναι μία πληγή ἡ ὁποία ἐσάπισε καί δέν ἔχει ποτέ τήν ἐλπίδα νά κλείσει. Γι’ αὐτό τῆς ἀποδίδει αὐτό τόν χαρακτηρισμό ὁ Παῦλος. Γιατί ἡ αἵρεση εἶναι ἀθεράπευτο πρᾶγμα, ὅπως ἀκριβῶς ἡ γάγγραινα.

Αὐτό πού κάνει τόν  αἱρετικό νά ἀποκλίνει ἀπό τήν ἀλήθεια εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἀλλά καί ἡ προσπάθεια ἑρμηνείας τῆς πίστεως μέ τή λογική καί ὄχι μέ τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Νά πῶς ξεκινάει κανείς καί φθάνει στήν αἵρεση. Ὅταν δέν ἀποδέχεται τήν ἀποκάλυψη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί προσπαθεῖ νά τήν λογικοποιήσει καί νά πεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά γίνει.

Λέγει ὁ Θεοδώρητος ὅτι ἀκόμη μία αἰτία πού κανείς δημιουργεῖ τήν αἵρεσιν εἶναι «ὁ διεφθαρμένος βίος». Ὅταν ἔχεις διεφθαρμένο βίο, προσπαθεῖς νά προσαρμόσεις τήν πίστη σου ἀνάλογα μέ ἐκεῖνα πού ζεῖς. Κι ὅπως λέγει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Ὅταν γὰρ ᾖ βίος ἀπεγνωσμένος, και δόγμα τίκτεται τοιοῦτον -δηλαδή όταν υπάρχει ένας βρώμικος τρόπος ζωής, τότε και ανάλογο δόγμα γεννάει- ἵνα γάρ μη φόβῳ τῶν μελλόντων βασανίζονται (γιά νά μή βασανίζεται ἡ συνείδησή τους ἀπό τόν φόβο μιᾶς κολάσεως) σπουδάζουσιν πεῖσαι τήν ψυχήν ὅτι ψευδῆ πάντα τά παρ’ ἡμῖν (σπεύδουν νά πείσουν τόν ἑαυτό τους ὅτι ἐκεῖνα πού ἐμεῖς διδάσκουμε εἶναι ψέματα)».

Στή συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος δίνει στούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου ὁδηγίες γιά τό πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίζουν τούς αἱρετικούς. Πρῶτα τούς συστήνει ἄγρυπνη προσοχή καί ἐγρήγορση. «Διό γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα και ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετά δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον». Νά θυμᾶστε ὅτι ἐπί τρία χρόνια συνεχῶς νύχτα καί ἡμέρα δέν σταμάτησα μέ δάκρυα νά νουθετῶ τόν καθένα σας ξεχωριστά. Αὐτό τό «γρηγορεῖτε» εἶναι ὁ μέγας φράχτης πού προστατεύει τήν Ἐκκλησία, μά καί τήν κάθε ψυχή. Νά μήν περιπέσουμε στή ρᾳθυμία, δηλαδή τήν πνευματική τεμπελιά, τήν ἄγνοια καί τή λήθη. Νά ἔχουμε ἐγρήγορση. Καί αὐτό σημαίνει ὅτι χρειάζεται νά προσπαθοῦμε νά ἀποκτήσουμε προσωπική γνώση τῶν ἀληθειῶν τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή γιά νά καταρρίπτουμε τά διαστρεβλωμένα ἐπιχειρήματα τῶν αἱρετικῶν καί νά μήν παρασυρόμαστε ἀπό τίς πλάνες πού διδάσκουν. Σ’ αὐτή μας τήν προσπάθεια νά ἔχουμε ἀσφαλῆ ὁδηγό τή διδασκαλία καί τήν ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά ἐξασφαλίζουμε τή δυνατότητα τῆς σωτηρίας μας.

Συνάμα, ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τούς πρεσβυτέρους καί ἐπιμένει περισσότερο στό καλό παράδειγμα πού πρέπει νά εἶναι γιά τούς χριστιανούς, τό ποίμνιό τους. Τούς ζητᾶ νά εἶναι ὑποδείγματα πίστεως καί ζωῆς. Νά εἶναι ἀφιλάργυροι καί ἀνιδιοτελεῖς. Νά θυσιάζονται γιά τό ποίμνιό τους. Νά ἐργάζονται ἀκούραστα. Μέσα ἀπ’ ὅλα αὐτά κατανοοῦμε ὅτι οἱ αἱρετικοί δέν ἀντιμετωπίζονται μόνο μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἀλλά καί μέ τήν ἁγία βιοτή. Κι αὐτό ἔχει πολύ μεγάλη σημασία ἰδιαιτέρως γιά τήν ἐποχή μας. Διότι μᾶς διδάσκει ὅτι δέν φθάνει μόνο νά ἀποκηρύσσουμε τούς αἱρετικούς καί νά καυχιόμαστε ὅτι ἔχουμε τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Αὐτό πού χρειάζεται περισσότερο νά κάνουμε οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί εἶναι νά ἔχουμε ζωή ἁγιότητας, ζωή πνευματική καί ὑποδειγματική. Αὐτό ἴσως μετράει περισσότερο ἀπό τίς ὅποιες θεωρητικές γνώσεις κι ἄν κατέχουμε. Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μας ἀντανακλᾶται κυρίως στόν τρόπο ζωῆς μας. Ἐξάλλου αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, μέ τή συμμετοχή μας στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὁπλίζει καί μᾶς περιφρουρεῖ ἀπό τόν Διάβολο, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει νά «διαβάλει» τήν πίστη μας καί νά μᾶς ἀποξενώσει ἀπό τόν Θεό καί κατ’ ἐπέκταση τή σωτηρία μας. Ἐπιπλέον, βλέποντας τόν θεάρεστο τρόπο ζωῆς μας θά βοηθηθοῦν καί θά μετανοήσουν κάποιοι πού παρασύρθηκαν καί θά ἑλκυσθοῦν πρός τήν πίστη οἱ ὑπόλοιποι.

Ἕνα ἄλλο βασικό ὅπλο ἀπέναντι στήν αἵρεση εἶναι καί ἡ καλλιέργεια τῆς ταπείνωσης. Ἄλλωστε ὅλες οἱ αἱρέσεις ἔχουν ὡς ἀφετηρία τόν ἀνθρώπινο ἐγωϊσμό. Ἄς εἴμαστε ταπεινοί, λοιπόν, κι ἄς ὑπακούουμε στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Τότε, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά μᾶς ἀποκαλύπτει τούς κινδύνους τῶν αἱρέσεων καλύτερα κι ἀπό τόν πιό καλλίγραφο καί ὀξυδερκῆ Θεολόγο.

Τέλος, δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε τή δύναμη τῆς προσευχῆς. Αὐτό ἔκανε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό τέλος τῆς συνομιλίας του μέ τούς Ἐφεσίους πρεσβυτέρους «θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο». Ἡ προσευχή εἶναι τό δυνατότερο ὅπλο τῶν χριστιανῶν. Ἡ πλάνη εὔκολα συμβαίνει καί σέ ἀνθρώπους μορφωμένους καί λόγιους, ἀκόμα καί σέ ἐπιστήμονες καί πνευματικούς γεροντάδες, ὅταν αὐτοί στηρίζονται μόνο στίς δικές τους δυνατότητες καί στή δική τους σοφία. Χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅμως, «εἰς μάτην» θά οἰκοδομήσουμε, τίποτα δέν μποροῦμε νά ἐπιτύχουμε.

 

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 61 (Μάιος – Αύγουστος 2025), σελ. 89-94.

Share