«Τὴν ἐτήσιον μνήμην σήμερον τῶν θεοφόρων Πατέρων … ἑορτάσωμεν»
Πρωτ. Μιχαὴλ Βοσκοῦ
Θεολόγου
Συμπληρώνονται φέτος 1700 χρόνια ἀπὸ τὸ ἔτος 325 μ.Χ., κατὰ τὸ ὁποῖο συνεκλήθη στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Οἱ τρεῖς πρῶτοι αἰῶνες ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἦταν αἰῶνες ἀπηνῶν διωγμῶν. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποτελοῦσε ἀπαγορευμένη θρησκεία, μὲ ἀποτέλεσμα κατ’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς αἰῶνες ἕντεκα ἑκατομμύρια Χριστιανοὶ νὰ θυσιάσουν τὴ ζωή τους καὶ νὰ καταταγοῦν στὴ μεγάλη χορεία τῶν ἁγίων μαρτύρων, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Μὲ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴ τὸ 313 μ.Χ. τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, ποὺ κατοχύρωνε τὴν ἀνεξιθρησκεία, τὰ δεδομένα ἄλλαξαν ἄρδην. Ὁ Χριστιανισμὸς ὄχι μόνο δὲν ἦταν πλέον ὑπὸ διωγμό, ἀλλὰ ἔγινε σταδιακὰ ἡ πλέον εὐνοημένη θρησκεία τῆς Αὐτοκρατορίας. Κατὰ τὸν τέταρτο αἰώνα, ποὺ θεωρεῖται καὶ ὁ χρυσὸς αἰώνας ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν προερχόταν πλέον ἔξωθεν, ἀλλὰ ἔσωθεν. Ἦταν ὁ κίνδυνος τῶν αἱρέσεων, ὁ κίνδυνος δηλαδὴ τῆς ἀλλοιώσεως καὶ τῆς παραχαράξεως τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Αἱρέσεις ὑπῆρχαν ἀσφαλῶς καὶ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ ἐντεύθεν, ὅμως, καθίστανται πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνες, γιατὶ ἔχουν ὡς ἀπαρχή τους σημαίνοντα ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα καὶ υἱοθετοῦνται σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ἡ αἵρεση ἀποτελεῖ μία ξεκάθαρη νοθεία τῆς πίστεως, ἀφοῦ δὲν ἀποδέχεται ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ἕνα μέρος της. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ὀνομάζεται αἵρεση, δεδομένου ὅτι ἡ λέξη αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα αἱροῦμαι, ποὺ σημαίνει ἐπιλέγω.
Ἡ πρώτη μεγάλη αἵρεση ποὺ ταλάνισε τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸν τέταρτο αἰώνα ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἑνὸς κληρικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ πολὺ πεπαιδευμένου θεολόγου, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖτο τὴ θεότητα τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Προσπαθώντας ὁ Ἄρειος νὰ προσεγγίσει μὲ τὴ λογικὴ τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ νὰ ἐξηγήσει πῶς ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας, ἀλλὰ τριαδικός, κατέληξε στὸ ἀπαράδεκτο συμπέρασμα ὅτι ἄκτιστος καὶ ἀδημιούργητος, Θεὸς ἀληθινὸς δηλαδή, εἶναι μόνο ὁ Πατήρ, ἐνῶ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος (καὶ κατὰ λογικὴ συνέπεια καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα) εἶναι κτίσμα, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἐν χρόνῳ. Ναὶ μὲν θεωροῦσε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο ὡς ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία, τὸν κατέτασσε, ὅμως, μεταξὺ τῶν κτισμάτων. Αὐτὴ ἡ θεολογικὴ νοθεία ἀποτελοῦσε πλήρη ἀνατροπὴ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Γιατί, ἐὰν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι Θεὸς ἀληθινός, δὲν εἶναι οὔτε καὶ Σωτὴρ τοῦ κόσμου. Ἡ Σάρκωσή Του, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν συνιστᾶ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὁπότε ἀκυρώνεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας καὶ ἡ ἀνθρωπότητα παραμένει τελικῶς ὑποτεταγμένη στὴ φθορά, στὴν ἁμαρτία καὶ στὸν θάνατο.
Ἡ ἀρειανικὴ αἵρεση ἦταν μία βόμβα, ποὺ ἀπειλοῦσε νὰ ἀνατινάξει ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ κατ’ ἐπέκταση καὶ ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσει μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο, ὥστε νὰ μὴν ἐπιτρέψει τὸ δηλητήριο τῆς αἱρέσεως αὐτῆς νὰ μολύνει τὸ σῶμα της, τοὺς πιστούς. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ ἔπραξε μὲ κορυφαῖο ἐκφραστὴ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ πολέμιο τοῦ Ἀρείου τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Τὸν μεγάλο αὐτὸ κίνδυνο ἀντελήφθη καὶ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε μὲ κάθε τρόπο νὰ διασφαλίσει τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ δι’ αὐτῆς τὴν ἑνότητα τῆς Αὐτοκρατορίας, τὴν ὁποία εἶχε σκοπὸ νὰ καταστήσει ὄντως Χριστιανική. Συνεκάλεσε, λοιπόν, τὸν Μάϊο τοῦ 325 μ.Χ. τὴν A΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Σ’ αὐτὴν συμμετεῖχαν 318 θεοφόροι Πατέρες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 232 ἦσαν ἐπίσκοποι, οἱ δὲ ὑπόλοιποι 86 ἱερεῖς, διάκονοι καὶ μοναχοί. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὄντας ἀκόμη σὲ νεανικὴ ἡλικία, συμμετεῖχε ὡς Ἀρχιδιάκονος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας. Αὐτό, ὅμως, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἀναδειχθεῖ ὡς ὁ κύριος θεολογικὸς νοῦς τῆς Συνόδου. Νὰ ὑπενθυμίσουμε, ἐπίσης, ὅτι συμμετεῖχαν σ’ αὐτὴν μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς μορφές, ὅπως ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας καὶ ὁ συμπατριώτης μας Ἅγιος Σπυρίδων Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἀφιέρωσε σ’ αὐτὴν τὴ Σύνοδο τὴν ἑβδόμη ἀπὸ τοῦ Πάσχα Κυριακή, τὴν Κυριακὴ δηλαδὴ ποὺ μεσολαβεῖ μεταξὺ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ συγκεκριμένη Κυριακὴ δὲν εἶχε κάποια ἰδιαίτερη θεματολογία καὶ ἐπελέγη ὡς καταλληλότερο γι’ αὐτὴν θέμα ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ ἔγινε μέσα στὸν μήνα Μάϊο καὶ ἑορταζόταν ἀρχικῶς στὶς 29 Μαΐου. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ σύλλογος τῶν ἁγίων Πατέρων παρουσιαζόταν νὰ διακηρύττει, ὅτι ὁ ἐν σαρκὶ ἀναληφθεὶς Κύριος εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ἐν σαρκὶ τέλειος ἄνθρωπος. Ἀπὸ τὴ θαυμάσια ὑμνογραφία τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ περιλαμβάνει ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀναστάσιμα τροπάρια τοῦ πλαγίου Β΄ ἤχου μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως, προεόρτια τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τροπάρια τῶν ἁγίων Πατέρων, θὰ παραθέσουμε καὶ θὰ σχολιάσουμε τὸ Δοξαστικὸν τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ.
«Τὴν ἐτήσιον μνήμην σήμερον τῶν θεοφόρων Πατέρων, τῶν ἐκ πάσης τῆς οἰκουμένης συναθροισθέντων ἐν τῇ λαμπρᾷ πόλει Νικαέων, τῶν Ὀρθοδόξων τὰ συστήματα εὐσεβοῦντες πιστῶς ἑορτάσωμεν. Οὗτοι γὰρ τοῦ δεινοῦ Ἀρείου τὸ ἄθεον δόγμα εὐσεβοφρόνως καθεῖλον, καὶ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας συνοδικῶς τοῦτον ἐξωστράκισαν· καὶ τρανῶς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ὁμοούσιον καὶ συναΐδιον, πρὸ τῶν αἰώνων ὄντα, τοῖς πᾶσιν ἐδίδαξαν ὁμολογεῖν, ἐν τῷ τῆς πίστεως Συμβόλῳ ἀκριβῶς καὶ εὐσεβῶς τοῦτο ἐκθέμενοι. Ὅθεν καὶ ἡμεῖς, τοῖς θείοις αὐτῶν δόγμασιν ἑπόμενοι, βεβαίως πιστεύοντες λατρεύομεν σὺν Πατρὶ τὸν Υἱὸν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ πανάγιον, ἐν μιᾷ θεότητι Τριάδα ὁμοούσιον».
Ἂς ἑορτάσουμε σήμερα μὲ εὐσέβεια ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὴν ἐτήσια μνήμη τῶν θεοφόρων Πατέρων, ποὺ συναθροίστηκαν ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη στὴ λαμπρὴ πόλη τῆς Νικαίας. Γιατὶ αὐτοὶ μὲ εὐσεβὲς φρόνημα κατεδάφισαν τὸ ἄθεο δόγμα τοῦ φοβεροῦ Ἀρείου καὶ συνοδικῶς τὸν ἀφόρισαν καὶ τὸν ἀπέκοψαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς δίδαξαν δὲ ὅλους νὰ ὁμολογοῦμε ξεκάθαρα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ὡς ὁμοούσιο καὶ συναΐδιο μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὡς ὑπάρχοντα πρὸ τῶν αἰώνων, ἐνῶ ἐξέθεσαν αὐτὴ τὴν ἀλήθεια μὲ ἀκρίβεια καὶ εὐσέβεια στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς, ἀκολουθώντας τὰ θεῖα τους δόγματα, πιστεύουμε μὲ βεβαιότητα καὶ λατρεύουμε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα τὸν Υἱὸ καὶ τὸ πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσιο Τριάδα ἐν μιᾷ θεότητι.
Ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουμε «εἰς ἕνα Θεόν», ὁ Ὁποῖος, ὅμως, εἶναι τρία Πρόσωπα: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἡ ἀνθρώπινη λογική, ὡστόσο, ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει πῶς ὁ ἕνας Θεὸς εἶναι τρία Πρόσωπα καὶ τὰ τρία Πρόσωπα εἶναι ἕνας Θεὸς (καὶ ὄχι βεβαίως τρεῖς θεοί). Ἀδυνατεῖ νὰ συμβιβάσει τὴν ἑνότητα τῆς θείας οὐσίας μὲ τὴν τριαδικότητα τῶν Προσώπων. Ὅσοι προσπάθησαν μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ νὰ προσεγγίσουν αὐτὸ τὸ μυστήριο ὑπέπεσαν σὲ αἱρετικὲς πλάνες. Ἔτσι ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες ἔχουμε διάφορες αἱρέσεις, οἱ ὁποῖες ἀρνήθηκαν τὴ διάκριση τῶν τριῶν Προσώπων στὸν Θεό. Ἰσχυρίστηκαν, ὅτι δὲν ἔχουμε τρία Πρόσωπα, τρεῖς Ὑποστάσεις, ἀλλὰ διαφορετικὲς δυνάμεις ἢ τρόπους. Ἔχουμε, λοιπόν, τὸν δυναμικὸ ἢ τὸν τροπικὸ λεγόμενο Μοναρχιανισμό. Ὁ Σαβέλλιος, ἐπὶ παραδείγματι, ἰσχυριζόταν, ὅτι οἱ τρεῖς Ὑποστάσεις εἶναι οὐσιαστικὰ τρία προσωπεῖα, μὲ τὰ ὁποῖα φανερώθηκε ὁ Θεὸς κατὰ καιροὺς στὸν κόσμο. Ὁ Ἄρειος προτίμησε ν’ ἀκολουθήσει ἄλλη κατεύθυνση καὶ νὰ κατατάξει τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ στὴν κατηγορία τῶν κτισμάτων. Γι’ αὐτὸν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος ἦταν τὸ πρῶτο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, διὰ τοῦ ὁποίου δημιούργησε τὰ ὑπόλοιπα κτίσματα. Ἄρα, λοιπόν, δὲν ἦταν οὔτε ἄναρχος οὔτε προαιώνιος. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ δυσσεβής: «Ἦν ποτὲ ὅτε οὐκ ἦν καὶ οὐκ ἦν πρὶν γένηται, ἀλλ’ ἀρχὴν τοῦ κτίζεσθαι ἔσχε καὶ αὐτός». Ὑπῆρχε δηλαδὴ χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑπῆρχε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος, καὶ ἀσφαλῶς δὲν ὑπῆρχε πρὶν δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ, σὲ κάποια συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή.
Οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατεδίκασαν μὲ τὸν πλέον σαφὴ τρόπο αὐτὴ τὴ θεολογικὴ νοθεία καὶ ἀφόρισαν τὸν Ἄρειο, ἀποκόπτωντάς τον ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ σκοπὸ νὰ προστατεύσουν τὰ ὑπόλοιπα μέλη. Συνέταξαν δὲ τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως μέχρις ἑνὸς σημείου. Κατ’ ἀκρίβειαν συνέταξαν τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἄρθρα. Τὰ ὑπόλοιπα πέντε ἄρθα προστέθηκαν ἀπὸ τὴ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 381 μ.Χ. ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως ὀνομάζεται ἐπισήμως Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως. Ἀπορρίπτοντας ὅσα πλανεμένα ἰσχυριζόταν ὁ Ἄρειος, μίλησαν γιὰ τὸ ὁμοούσιο καὶ τὸ ὁμότιμο τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ χαρακτηριστικὰ λόγια τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως: «Πιστεύω … εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ. Εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἀπὸ τὸν Ὁποῖον γεννᾶται ἀϊδίως, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Ἔχουν τὴν αὐτὴ θεία οὐσία, διαφορετικὰ ὅμως ὑποστατικὰ ἰδιώματα. Ἡ ἀΐδιος γέννηση ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι τὸ ὑποστατικὸ ἰδίωμα τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀποτελεῖ κτίσμα τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Ἄρειος («οὐ ποιηθέντα»), ἀλλὰ ὡς Θεὸς ἀληθινὸς εἶναι Ἐκεῖνος «δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο».
Θὰ ὁλοκληρώσουμε τὴν ἀναφορά μας στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο μὲ τὴν ἁπλὴ παράθεση τοῦ τελευταίου Στιχηροῦ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων, τὸ ὁποῖο ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
«Ἄρειος ὁ ἄφρων τῆς Παναγίας τέτμηκε Τριάδος τὴν μοναρχίαν, εἰς τρεῖς ἀνομίους τε καὶ ἐκφύλους οὐσίας· ὅθεν Πατέρες θεοφόροι, συνελθόντες προθύμως, ζήλῳ πυρούμενοι, καθάπερ ὁ Θεσβίτης Ἠλίας, τῷ τοῦ Πνεύματος τέμνουσι ξίφει, τὸν τῆς αἰσχύνης δογματίσαντα βλάσφημον, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἀπεφήνατο».
Ὁ ἄφρων Ἄρειος, ἀντὶ νὰ ὁμολογεῖ ὀρθοδόξως τρία Πρόσωπα ὁμοούσια, διέσπασε τὴ μοναρχία τῆς Ἁγίας Τριάδος σὲ τρεῖς ἀνόμοιες καὶ ξένες μεταξύ τους οὐσίες. Γι’ αὐτὸ θεοφόροι Πατέρες, ἀφοῦ συνῆλθαν μὲ πολλὴ προθυμία στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἔμπλεοι θείου ζήλου ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας ὁ Θεσβίτης, καὶ καθὼς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοὺς ἐφώτισε, ἀπέκοψαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ ξίφος τοῦ Πνεύματος τὸν βλάσφημο, ποὺ δογμάτισε μὲ τρόπο πλανεμένο.
*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 61 (Μάιος – Αύγουστος 2025), σελ. 119-123.
