Ιερά Μητρόπολις Πάφου: Φιλολογικό Μνημόσυνο του Ανδρέα Ν. Μιτσίδη (24 Νοεμβρίου 2017)

Ιερά Μητρόπολις Πάφου: Φιλολογικό Μνημόσυνο του Ανδρέα Ν. Μιτσίδη (24 Νοεμβρίου 2017)

Χαιρετισμός Μητροπολίτη Πάφου κ. Γεωργίου

στο φιλολογικό μνημόσυνο Ανδρέα Μιτσίδη

Λευκωσία, 24 Νοεμβρίου 2017

Η Ιερά Μητρόπολη Πάφου, με την αποψινή σεμνή τελετή, αποτίει ελάχιστο φόρο τιμής σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα, τον μακαριστό Ανδρέα Μιτσίδη, ο οποίος δρώντας στα μετόπισθεν, συνέβαλε, όσο λίγοι, στην προβολή, για χρόνια πολλά, της Εκκλησίας της Κύπρου στο παγκόσμιο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι. Ταυτόχρονα, με την ίδια αυτή τελετή, η Ιερά Μητρόπολη Πάφου εκφράζει και τις ευχαριστίες της προς την οικογένεια του αειμνήστου Ανδρέα Μιτσίδη, ιδιαίτερα προς τη σύζυγο καθώς και τα παιδιά του για την υλοποίηση, εκ μέρους τους, της επιθυμίας εκείνου για παραχώρηση της βιβλιοθήκης του σ΄αυτή. 

Για μένα, προσωπικά, είναι και μια ευκαιρία να αναφερθώ σ’ έναν πραγματικό φίλο, που κι όταν ακόμα δεν ήμουν τίποτα, από τα πρώτα βήματά μου στην ιεροσύνη, μου χάρισε τη φιλία και με περιέβαλε με την εκτίμησή του. Παρόλο που τον γνώρισα χρόνια πολλά μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αφού τότε είχα ιερωθεί, η εκτίμησή μου στο πρόσωπό του προέρχεται από τι ανεκτίμητες υπηρεσίες, που πρόσφερε στην Εκκλησία δίπλα  στον αοίδιμο Εθνάρχη. Αυτή η εκτίμησή μου δεν προέκυψε από τη συναναστροφή μου μαζί του, γιατί ο ίδιος ουδέποτε μιλούσε γι’ αυτά. Παρακολουθώντας τον ίδιο και το έργο του, μόνος μου διαμόρφωσα γνώμη γι’ αυτόν και απ’ αυτή τη γνώμη προήλθε η μεγάλη εκτίμησή μου στο πρόσωπό του.

Η καύχηση δεν ήταν ποτέ γνώρισμά του. Η καύχηση κυριεύει εύκολα τους ρηχούς ανθρώπους κι όχι αυτούς που έχουν αξία, όπως ακριβώς η φωτιά απλώνεται στα άχυρα κι όχι στις πέτρες, στα καλύβια κι όχι στα παλάτια. Ο Ανδρέας Μιτσίδης, κατά γενική ομολογία, εγνωρίσθη πάντοτε ως μετριόφρων και σώφρων, συνετός και τίμιος, συνεπής και συνεργάσιμος. Κατανοούσε ότι η κοινωνία είχε ανάγκη γνήσιου εκκλησιαστικού φρονήματος, χωρίς ακρότητες και ευφάνταστους μετεωρισμούς χωρίς επικίνδυνους γεροντισμούς και ψυχόλεθρους φατριασμούς: είχε ανάγκη γνήσιας πίστης και ανυπόκριτης αγάπης, προσήλωσης στο καθήκον και παραμερισμού των προσωπικών φιλοδοξιών. Γι’ αυτό και σε μιαν εποχή που ο τόπος χειμαζόταν (και χειμάζεται ακόμα) από φλύαρη ανευθυνότητα, ο Μιτσίδης υπηρέτησε την Εκκλησία με αφοσίωση ασκητή, ακρίβεια χημικού, σοβαρότητα φιλοσόφου.

Τον ενθυμούμαι να μένει ώρες ατέλειωτες στο γραφείο του, πράγμα που συνεπαγόταν παραμέληση της οικογένειάς του. Ένιωσα, πολλές φορές και την ικανοποίησή του, ύστερα από την αίσια έκβαση μιας αποστολής που του είχε ανατεθεί, όπως ήταν συχνά η διεκπεραίωση μιας σοβαρής αλληλογραφίας με τις άλλες Εκκλησίες. Συνειδητοποιούσα τότε, ότι όσα χάνει ο άνθρωπος σε καλοπέραση, τα κερδίζει «εκατονταπλασίονα» σε βάθος πνευματικό.

Κουραστική και υπεύθυνη ήταν η εργασία του στην Αρχιεπισκοπή και μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, λαμβανομένης υπόψη και της ταυτόχρονης υπηρεσίας του στο Υπουργείο Παιδείας, ως επιθεωρητού των θρησκευτικών. Είχε όμως η εργασία του τότε, το χαρακτηριστικό της ασφάλειας. Αντίθετα, κοντά στον Μακάριο είχε ζήσει ώρες σκληρές και δύσκολες. Κράτησε και αυτός, από τη θέση του διευθυντή του ιδιαιτέρου γραφείου του Εθνάρχη το βάρος του σταυρού, ως συγκυρηναίος, με τον κατ’ εξοχή Κυρηναίο, όταν οι σταυρωτές ήσαν πολλοί, άλλοι εκ των έσω και άλλοι εκ των έξω. Ετίμησε τη θέση εκείνη με τους κόπους και τη συγκροτημένη προσωπικότητά του και κέρδισε την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου.

 Ο Μακάριος τον είχε επισημάνει ευθύς μετά την αποφοίτησή του από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, πριν ακόμα σπουδάσει τη Θεολογία και τον προσέλαβε στο γραφείο της Εθναρχίας. Κι αυτός αξιοποίησε γρήγορα και αποδοτικά όλα τα χαρίσματα με τα οποία τον είχε προικίσει ο Θεός. Γι’ αυτό και εκτιμήθηκε και από προϊσταμένους και από υφισταμένους για τις ικανότητες και την ευθυκρισία του. Με τον μόχθο και τον ιδρώτα του αλλά και με το ευπροσήγορο του χαρακτήρα του ανέβασε σε ύψος περιωπής όποιο λειτούργημα κι αν ανέλαβε, τόσο στην Εκκλησία όσο και στην Εκπαίδευση.

Παρακολούθησα από κοντά τον Ανδρέα Μιστίδη κι όταν ζούσε τις χειμωνιάτικες μέρες της ζωής του, μετά την εκδήλωση της ασθένειάς του. Συνεργαζόμουν μαζί του, ως Μητροπολίτης Πάφου τότε, κυρίως για κάποιες δημοσιεύσεις στον Απόστολο Βαρνάβα, που επιμελείτο. Κάτοχος όσο κανένας άλλος της Ελληνικής αλλά και της εκκλησιαστικής μας γλώσσας, για να είναι σίγουρος ότι δεν παραποίησε καμιά μου λέξη, μού έστελλε στο τελευταίο στάδιο πριν την εκτύπωση, τις δικές μου εργασίες για να τις βλέπω και εγώ. Κι ήταν μέσα στα πλαίσια αυτά που τον έζησα σ’ αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του.

Όλοι ξέρουμε πως κάποτε θα τελειώσουν όλα τα επίγεια, όχι πια για τους άλλους αλλά για μας. Δεν μπορούμε, όμως, να συλλάβουμε το χρώμα και τη δομή της στιγμής, όπου πραγματικά, αληθινά, αναπόφευκτα, αρχίζουν να τελειώνουν όλα. Προσπαθούμε πάντα να φανταστούμε πώς θα είμαστε τότε που θα ’χουμε καταλάβει ότι η ώρα του θανάτου έφτασε. Και δεν το κατορθώνουμε… Τουλάχιστον εγώ μέχρι τώρα δεν το κατάφερα. Γιατί είναι πολύ πικρό αίσθημα το να νιώθεις τον θάνατο να πλησιάζει, όσο πιστός κι αν είσαι. Μεγάλοι άγιοί μας ζητούσαν παράταση της ζωής τους για να μετανοήσουν, να ετοιμαστούν καλύτερα για την αναχώρηση. Έχω την εντύπωση ότι σ’ εκείνες τις στιγμές όλα αλλάζουν μέσα σου. Τι σημασία έχουν πια οι αναπολήσεις τιμών που σου απένειμαν, ή ταξιδιών που απόλαυσες, τα βιβλία που έγραψες, ή τα βιβλία που έγραψαν για σένα, τη στιγμή που σε κυκλώνει το κύμα της απέραντης σιωπής;

 Σ’ όλη τη δύσκολη περίοδο της ασθένειάς του, την οποία επιμελώς απέκρυπτε από τη Μάρθα του και τα παιδιά του (πράγμα που έκαναν κι εκείνοι γι’ αυτόν) προσπαθούσε να βρίσκει ένα λόγο που να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Δεν ήθελε να αποχωριστεί την υπεύθυνη εργασία του, έστω κι αν οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Η αρρώστειά του μας αποκάλυψε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλλε. Το δικό μας πικρό προαίσθημα, όμως, δεν μπορεί παρά να ήταν και δικό του προαίσθημα, όσο κι αν το συγκάλυπτε με την ηρωική ενατένιση της νόσου.

 Μέσα σ’ αυτήν την περίοδο ήλθε και η απόφαση της Ιεράς Συνόδου για απονομή σ’ αυτόν της ανωτάτης τιμητικής διάκρισης της Εκκλησίας της Κύπρου, του χρυσού μεταλλείου του Αποστόλου Βαρνάβα. Η Εκκλησία είχε όντως αργήσει σ’ αυτή την απονομή. Τον βλέπαμε ακούραστο και εργατικό και νομίζαμε πως θα τον είχαμε για πάντα μαζί μας. Κι ήρθε η ασθένεια να επισπεύσει εκείνο που για χρόνια  αναβάλλαμε. Η τελετή εκείνη ήταν ένας ανομολόγητος αποχαιρετισμός, ένα βουβό προανάκρουσμα της νεκρώσιμης τελετής που πλησίαζε. Παρόλο που μίλησε με σαφήνεια και ενάργεια και εξέφρασε τις ευχαριστίες του για την τιμή, στη δεξίωση που ακολούθησε ούτε έφαγε, ούτε ήπιε, ούτε γέλασε. Ήταν σαν να μας έλεγε πως όταν κανείς βρίσκεται τόσο πολύ κοντά στο τέλος, όταν κρατιέται χέρι-χέρι με το θάνατο, δεν μπορεί να έχουν καμιά σημασία όλα αυτά.

Η αναχώρησή του από τον κόσμο τούτο άφησε πίσω της, για όσους τον γνώρισαν πραγματικά, ένα κενό φιλίας και ανιδιοτέλειας αλλά και προσφοράς. Η απουσία του είναι πιο αισθητή για μας γιατί δεν έλειψε από ανάμεσά μας απλώς ένας φίλος, ένας εκφραστής της παράδοσης, ένας από τους γνήσιους, σταθερούς και πιστούς συνεργάτες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Έφυγε κι ένας ερευνητής επιστήμονας που μας άφησε πληθώρα συγγραμμάτων. Εντρύφησα σε πολλά από τα έργα του και σε πολλές μονογραφίες του και μπορώ να αντιληφθώ το μέγεθος του μόχθου του, την πληρότητα της βιβλιογραφίας, τη μεθοδική έκθεση του υλικού, την τεκμηρίωση των υποθέσεων και την εξαντλητική χρήση εκ μέρους του των πηγών. Πάνω απ’ όλα, όμως, μπορώ να διαβεβαιώσω, κι είμαι σίγουρος και όσοι τον μελέτησαν το ίδιο θα διαβεβαιώσουν, για την γλαφυρή του γραφή, τη γοητεία της αφήγησης που δεν θυσιάζει ούτε μια στιγμή την επιστημονική εμβρίθεια, τη σαφήνεια και την ευκρίνεια των επιχειρημάτων. Με μιαν πρόταση θα μπορούσε να πει κανείς ότι η γραφή του έχει το κύρος της Επιστήμης και τη γοητεία του παραμυθιού. Εξαιτίας της σοφίας του και επειδή ήταν πιστός φύλακας της παράδοσης, μπορούσε να μιλά και να γράφει με κύρος και ο λόγος του να γίνεται ασμένως δεκτός.

Ίσως έχω υπερβεί τα όρια ενός χαιρετισμού. Κι είναι καιρός να παραδώσω το βήμα στο κύριο ομιλητή της αποψινής βραδυάς τον κ. Σταύρο Ολύμπιο. Γνωστός σε όλους ο κ. Ολύμπιος. Θεολόγος, για χρόνια Γυμνασιάρχης και αργότερα Πρόεδρος της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας και ταυτόχρονα Διευθυντής του Γραφείου Θρησκευτικής Διαφώτισης της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού.  Στενοί φίλοι με τον αείμνηστο Μιτσίδη, στην ίδια παράταξη, στο πλευρό του Εθνάρχη Μακαρίου στις δύσκολες ώρες και του ιδίου και της Κύπρου. Τον ευχαριστώ ιδιαίτερα για την προθυμία του να μας μιλήσει απόψε. Ευχαριστώ επίσης τον κ. Άρη Βικέτο για τον κόπο του να συλλέξει το υλικό και να μας παρουσιάσει στιγμιότυπα από τη ζωή και τη δράση του τιμωμένου απόψε Ανδρέα Μιτσίδη.

Ευχαριστώ και τον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Ακροπόλεως και ιδιαιτέρως τον π. Μάριο, προϊστάμενο του ναού, για την παραχώρηση και την ετοιμασία της αίθουσας αυτής. Τέλος ευχαριστώ και όλους εσάς για την εδώ παρουσία σας. Τιμώντας ένα αξιόλογο πρόσωπο στην ουσία τιμούμε τους εαυτούς μας.                

 

Διαβάστε επίσης το χαιρετισμό της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη εδώ

Print Friendly

Share this post