Η Παναγία Κανακαριά στη Λυθράγκωμη
Του δρος ΑΝΔΡΕΑ ΦΟΥΛΙΑ
Ο υφιστάμενος ναός της Παναγίας Κανακαριάς (12ος αιώνας) στο χωριό Λυθράγκωμη είναι κτισμένος πάνω στα ερείπια μιας σειράς παλαιότερων ναών, αρχικά μιας παλαιοχριστιανικής ξυλόστεγης βασιλικής του 5ου και ενός ναού του 8ου αιώνα. Κατά τον 12ο αιώνα σε μια άλλη ανακατασκευή ο ναός μετατράπηκε σε καμαροσκέπαστη βασιλική με τρούλλο. Η αρχική βασιλική ήταν τρίκλιτη, με δύο κιονοστοιχίες που αποτελούνταν από έξι λίθινους κίονες η καθεμιά, ενώ έφερε νάρθηκα στα δυτικά. Η σημερινή κεντρική αψίδα, η οποία ανήκει στην παλαιοχριστιανική φάση του 5ου αιώνα ενσωματώθηκε στον μεταγενέστερο μεσοβυζαντινό ναό. Μέχρι και το 1920 υπήρχε σύνθρονο στην αψίδα αποτελούμενο από τρεις ευθύγραμμες βαθμίδες και στο κέντρο του επισκοπικός θρόνος. Στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας υπήρχε αποσπασματικό και αποτοιχισμένο σήμερα προεικονομαχικό ψηφιδωτό (πρώτο τρίτο 6ου αι.) με την ένθρονη Βρεφοκρατούσα εντός ιριδίζουσας δόξας, και τους σεβίζοντες Αγγέλους δίπλα σε φοινικόδενδρα (από τις πρώτες και σημαντικότερες γραπτές αναφορές που γίνονται για τον ναό και το αποσπασματικό ψηφιδωτό είναι αυτή του Ρώσου ερευνητή Jakov Smirnov το 1897).
Η τοποθέτηση της Βρεφοκρατούσας εντός μάντορλας, δηλαδή φωτεινής δόξας, εμπεριέχει θεολογικά νοήματα τα οποία σχετίζονται με την υπεράσπιση των ορθόδοξων θέσεων της τότε εποχής, γύρω από την θεανθρώπινη φύση του Χριστού και τη θέση της Παναγίας ως Θεοτόκου στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Στην άντυγα του τόξου υπήρχε σειρά με 13 ψηφιδωτά μετάλλια με τις μορφές των αποστόλων. Στο κεντρικό μετάλλιο που είχε καταστραφεί από παλιά σε άγνωστο χρόνο θα πρέπει να υπήρχε είτε σταυρός είτε μετάλλιο με τη μορφή του Χριστού. Παρόμοιες ζώνες με ψηφιδωτά μετάλλια με τις μορφές των αποστόλων υπάρχει στη μονή του Σινά και στον ναό του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα της Ιταλίας. Το ψηφιδωτό ως γνωστόν αποτοιχίστηκε από αρχαιοκάπηλους γύρω στο 1979 και πωλήθηκε στο εξωτερικό. Μετά από νομικές διαδικασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, επέστρεψαν στην Κύπρο ορισμένα τμήματα του ψηφιδωτού, που εκτίθενται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ ́. Το τελευταίο κομμάτι που επέστρεψε το 2018 ήταν το μετάλλιο με τη μορφή του αποστόλου Ανδρέα, το οποίο εντοπίστηκε στο εξωτερικό το 2014 από την ιστορικό τέχνης Μαρία Παφίτη.
Η πρώτη βασιλική καταστράφηκε στα μέσα του 7ου αι. και στη θέση της οικοδομήθηκε, περίπου στις ίδιες διαστάσεις με την παλιά, γύρω στο 700 άλλη τρίκλιτη (19 μ. Χ 11,90 μ. με τον μεταγενέστερο νάρθηκα, χωρίς τις αψίδες), όπου οι κίονες αντικαταστάθηκαν με πεσσούς. Σύμφωνα με τους A.H.S. Megaw και E.J.W. Hawkins (δες «The Church of the Panagia Kanakaria at Lythrankomi in Cyprus. Its Mosaics and Frescoes»), η βασιλική του 8ου αι. ήταν πάλι ξυλόστεγη με κτιστό ορθογώνιο πύργο πάνω από το ιερό βήμα. Θεωρούν επίσης ότι κατά τον 12ο αι., σε άλλη ανακαίνιση, οικοδομήθηκαν οι υφιστάμενες καμάρες που καλύπτουν τα πλαϊνά κλίτη και ενισχύθηκαν οι πεσσοί. Από την άλλη ο S. Curcic, (δες Middle Byzantine Architecture on Cyprus: Provincial or Regional?), συμφωνεί ότι η βασιλική ανακατασκευάστηκε γύρω στο 700 και ότι οι κίονες αντικαταστάθηκαν από πεσσούς, αλλά όμως θεωρεί ότι η βασιλική αυτή ήταν εξ αρχής καμαροσκέπαστη. Την τελευταία υπόθεση θεωρώ ως την πιθανότερη, λόγω των ομοιοτήτων που παρουσιάζονται με τις γειτνιάζουσες καμαροσκέπαστες βασιλικές της Αφέντρικας, της Συκάδας και της Κορόβιας.
Ο σημερινός ναός
Ο σημερινός ναός της Παναγίας της Κανακαριάς είναι μια καμαροσκεπής βασιλική, με τρούλλο στο κέντρο του μεσαίου κλίτους και φουρνικό πάνω από το ιερό βήμα, που είναι προσθήκες του 12ου αι. Οι ογκώδεις πεσσοί διατρυπώνται από μικρά ημικυκλικά τόξα, ώστε να επικοινωνούν τα διάφορα μέρη του ναού μεταξύ τους. Οι αρχικές είσοδοι του ναού βρίσκονταν στη δυτική πλευρά και αντιστοιχούσαν μια για κάθε κλίτος. Τον 12ο αι. καλύφθηκαν οι αρχικές είσοδοι του ναού από τον νάρθηκα που είχε μόνο μια κεντρική είσοδο. Η θύρα που επικοινωνούσε το βόρειο κλίτος με τον νάρθηκα εντοιχίστηκε. Μεταγενέστερες είναι πιθανότατα οι θύρες που υπάρχουν στη βόρεια και στη νότια πλευρά. Τα μικρά μονόλοβα παράθυρα στη νότια πλευρά, ίσως είναι σύγχρονα με την πρώτη ανακατασκευή. Στον δυτικό τοίχο ψηλά υπάρχει σταυρόσχημο παράθυρο. Λόγω των συνεχών ανακαινίσεων είναι δύσκολο να εκφέρει κάποιος οριστική γνώμη για τις διάφορες φάσεις στηριζόμενος στην τοιχοδομία. Το χαμηλότερο μέρος του βόρειου και δυτικού τοίχου φαίνεται να ανήκουν, στην πρώτη ανακατασκευή του 700, αποτελούμενο από μεσαίου μεγέθους ημιεπεξεργασμένους πωρόλιθους.
Επιγραφή του 9ου αι.
Στη δυτική πλευρά του ΝΔ πεσσού, σώζεται μια πολύ σημαντική, αλλά μισοκατεστραμμένη επιγραφή, η οποία αναφέρεται στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Σολομώντα, που ταυτίζεται με πρόσωπο που έζησε μεταξύ των ετών 860-865. Η επιγραφή αναφέρεται πιθανώς σε κάποια ανακαίνιση του ναού ή πρόκειται για ταφική. Μια άλλη χαρακτή επιγραφή στη δυτική είσοδο που αναγράφει τη χρονολογία 1779 και αναφέρεται στον ηγούμενο Χρύσανθο τεκμηριώνει την επιδιόρθωση του δυτικού τοίχου και τη διαμόρφωση της εισόδου στον νάρθηκα. Την περίοδο αυτή πρέπει να έγιναν και εργασίες επιδιόρθωσης του κεντρικού τρούλλου που είχε πάθει ζημιές το 1750. Διάφορες άλλες επεμβάσεις έγιναν το 1920, τις δεκαετίες του 1940 και του 1950. Σύμφωνα με τον Αρχιμανδρίτη Κυπριανό και τη «Χρονολογική Ιστορία» του (1788) το μοναστήρι υπάγεται στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου κατά την Οθωμανική περίοδο. Μοναχοί στη μονή πρέπει να υπήρχαν μέχρι και τα τέλη του 18ου αιώνα.
Ζωγραφική του ναού
Στον ναό σώζονται αποσπασματικά τοιχογραφικά σπαράγματα, τα οποία τοποθετούνται χρονολογικά μετά τη δεύτερη οικοδομική φάση του ναού τον 8ο αι., όπως οι τοιχογραφίες με απλά γεωμετρικά σχήματα στα δύο ανατολικά εσωράχια της βόρειας πεσσοστοιχίας. Στη δυτική πλευρά του πεσσού της βόρειας καμάρας σώζεται αποσπασματικά σταυρός, ο οποίος διακοσμείται με πλοχμοειδές κόσμημα στις κεραίες και έχει ελικοειδείς απολήξεις. Στη δυτική πλευρά του ΝΔ πεσσού δίπλα από την επιγραφή, σώζεται αποσπασματική και εξίτηλη τοιχογραφία με την Παναγία και τον Χριστό, η οποία χρονολογείται κατά την ίδια περίοδο με την επιγραφή, δηλαδή στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα. Εκτεταμένες συντηρήσεις και στερεωτικές εργασίες έγιναν το 2025 από την Τεχνική Επιτροπή για την Πολιτιστική Κληρονομιά.
Ο δρ Ανδρέας Φούλιας είναι βυζαντινολόγος και μέλος της Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά.

