3 Νοεμβρίου 1940: Όταν οι σημαίες της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας κυμάτισαν μαζί και οι Βρετανοί αξιωματούχοι δεήθηκαν υπέρ της «ποθητής ελευθερίας» των Κυπρίων

3 Νοεμβρίου 1940: Όταν οι σημαίες της Ελλάδας και της Μεγάλης Βρετανίας κυμάτισαν μαζί και οι Βρετανοί αξιωματούχοι δεήθηκαν υπέρ της «ποθητής ελευθερίας» των Κυπρίων

Σωτηρούλα Βασιλείου, Δρ Ιστορίας

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου προκάλεσε και στην Κύπρο παλλαϊκό συναγερμό, ανάλογο των εθνικών πόθων και των προκλήσεων. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Για τους Έλληνες Κύπριους, το σεφερικό «μεσημέρι» δεν σήμαινε μόνο τη νίκη της Ελλάδας αλλά και την ένωση μαζί της. Αυτό ακριβώς το όραμα πάσχισε να προωθήσει και ο Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου Μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, προκρίνοντας τη συμπόρευση με τους Βρετανούς, οι οποίοι πολεμούσαν –όπως και η Ελλάδα– κατά του Άξονα, με λάβαρο αξίες και ιδανικά, τα οποία, στην περίπτωση της Κύπρου, οι ίδιοι καταπατούσαν.

Την 1η Νοεμβρίου, αφού επισκέφθηκε το Κυβερνείο και συναντήθηκε, στην Αρχιεπισκοπή, με εκπροσώπους του Κυβερνήτη, ο Λεόντιος εξέδωσε την εγκύκλιο «περί δεήσεων υπέρ του Συμμαχικού Αγώνος». Όπως εξηγείτο, υπέρτατο καθήκον των Ελλήνων Κυπρίων ήταν ο αγώνας κατά του Άξονα, μαζί με τους ελεύθερους Έλληνες αδελφούς. Μέρος αυτού του αγώνα έπρεπε να είναι και οι προσευχές για την πλήρη ευόδωση του συμμαχικού αγώνα, την οποίαν αναμενόταν να ακολουθήσει η εθνική αποκατάσταση. Για τον σκοπό αυτό συντάχθηκαν ιδιαίτερη δέηση και ευχή, οι οποίες έπρεπε να τελούνται ει δυνατόν καθημερινά, οπωσδήποτε, όμως, κάθε Κυριακή και εορτή.

Η δέηση ετελείτο «υπέρ κραταιώσεως, ενισχύσεως και νίκης» του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Β΄, του διαδόχου Παύλου, του Ελληνικού Στρατού, του «ευλογημένου Ελληνικού ημών Έθνους», του βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Ε΄, του βρετανικού στρατού και του βρετανικού έθνους.

Στην ευχή, την προβολή της «φιλτάτης ημών πατρίδος Ελλάδος» ως θύματος ιταμής επίθεσης ακολουθούσε η επιζήτηση της θείας ευλογίας, όπως συνέβη και κατά τον μεγάλο «ημών υπέρ Ανεξαρτησίας Αγώνα του 1821», οδηγώντας στην ανάσταση του ελληνικού έθνους. Ακολούθως, εζητούντο νίκες και θρίαμβοι για τους βασιλείς και τα στρατεύματά τους και, για τους Κυπρίους, η επιχορήγηση της «ποθητής ελευθερίας».

Ευφυώς, η Κύπρος προβλήθηκε ως οργανικό τμήμα της Ελλάδας, με την οποίαν τη συνέδεαν κοινό παρελθόν, παρόν και μέλλον. Παρά την άρση της οθωμανικής κυριαρχίας, το νησί παρουσιάστηκε υπόδουλο να διεκδικεί την ελευθερία του από τους Βρετανούς συμμάχους αλλά και δυνάστες.

Το πρωί της Κυριακής, 3 Νοεμβρίου, ο ίδιος ο Λεόντιος τέλεσε την ακολουθία «υπέρ του Συμμαχικού Αγώνος» στη Λευκωσία, στον Ιερό Ναό Παναγίας Φανερωμένης. Η εκκλησία, η αυλή και τα πέριξ κατακλύσθηκαν από κόσμο, 10.000-15.000 ευσεβείς και φιλοπάτριδες Έλληνες σύμφωνα με τον Τύπο. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, πλούσιοι και φτωχοί, ενώθηκαν σε μία κατανυκτική και ηλεκτρισμένη από ενθουσιασμό ατμόσφαιρα, υπό το χαρμόσυνο κυμάτισμα των δύο σύμμαχων σημαιών, της ελληνικής και της βρετανικής. Παρόντες ήταν, επίσης, ο διοικητής Λευκωσίας Leslie Greening (εκπροσωπώντας τον Κυβερνήτη), και ο Πρόξενος της Ελλάδας Ελευθέριος Μαυροκέφαλος.

Κατά τη δέηση το πλήθος γονάτισε· ακόμα και ο Greening μετείχε γονυκλινής στη δέηση υπέρ της νίκης των συμμαχικών όπλων και της ελευθερίας της Κύπρου, δημιουργώντας ιδιαίτερα θετική εντύπωση. Με το πέρας της δέησης και της προσευχής, ο Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου ανέγνωσε εγκύκλιο αναφορικά με τη διενέργεια εράνου «υπέρ του ελληνικού πολέμου». Η τελετή επισφραγίστηκε με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα υπέρ των βασιλέων της Αγγλίας και των Ελλήνων, του ελληνικού έθνους και του βρετανικού και των αγγλοελληνικών όπλων.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον μιας πρωτοφανούς εικόνας: η ελληνική σημαία κυμάτιζε ελεύθερα δίπλα στη βρετανική και ο εκπρόσωπος του Κυβερνήτη δεόταν υπέρ της νίκης των Συμμάχων και, συνάμα, της ελευθερίας των Κυπρίων.

Με το πέρας της δέησης, η «ανθρωποθάλασσα» κατευθύνθηκε, με σημαίες και εμβατήρια, προς το Γυμναστήριο (παλαιό Γ.Σ.Π.). Εκεί διοργανώθηκε συλλαλητήριο υπέρ του Συμμαχικού Αγώνα, με ομιλητές τον Λεόντιο και τον Δήμαρχο Θεμιστοκλή Δέρβη. Παρόντες ήταν και πολλοί Τούρκοι Κύπριοι.

Ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν, την ίδια μέρα, και στις άλλες πόλεις και κωμοπόλεις. Στη Λεμεσό, στον Καθεδρικό Ναό Αγίας Νάπας, την ακολουθία της δέησης τέλεσε ο οικονόμος Παπασολομών Παναγίδης, παρουσία του βρετανού διοικητή, του δήμαρχου Χριστόδουλου Χατζηπαύλου και του βρετανού αστυνόμου. Στη Λάρνακα, η τελετή διενεργήθηκε στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Λαζάρου, από τον Αρχιμανδρίτη Μακάριο, με γονυκλινή, μαζί με τον δήμαρχο Γεώργιο Αραδιππιώτη, την ελληνική ελίτ και τον λαό, και τον Βρετανό διοικητή. Στην Πάφο, στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Θεοδώρου, της δέησης προέστη ο Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος, με παρόντες και τον δήμαρχο Νικόλα Νικολαΐδη και τον Βρετανό αστυνόμο.

Η δέηση και η ευχή της 1ης Νοεμβρίου 1940 επέστεφαν τη Θεία Λειτουργία έως το τέλος του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, τον Απρίλιο του 1941. Η υπαγωγή, στα τέλη Απριλίου, της Ελλάδας σε καθεστώς Τριπλής Κατοχής οδήγησε στη σύνταξη, στις 6 Μαΐου 1941, νέας δέησης και νέας ευχής, υπέρ της τελικής νίκης της Ελλάδας και των Συμμάχων και υπέρ της ανάστασης της Μεγάλης Ελλάδας, στην οποία θα περιλαμβανόταν και η Κύπρος.

Προδήλως, με τις ακολουθίες αυτές συντελείτο μία συστηματική εθνική διαπαιδαγώγηση, η οποία ενδυνάμωνε την προθυμία για προσφορά στην αγωνιζόμενη Ελλάδα και ενίσχυε την ελπίδα για ένωση μαζί της.

Ωστόσο, παρά τις φιλελεύθερες συμμαχικές διακηρύξεις, την αναζωπύρωση των ελπίδων των Κυπρίων, τις δεήσεις τους και την αδιαμφισβήτητη συμβολή τους στο αποτέλεσμα του πολέμου, η Κύπρος παρέμεινε βρετανική αποικία.

«Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!

το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή,

που βγαίνοντας από τη λησμονιά του

στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί.

Ελέγαμε: μια Σαλαμίνα ακόμα!

Ελέγαμε: ακόμα ένα Εικοσιένα!

Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους!

Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων!

Και μαζί, νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!»,

έγραψε ο Άγγελος Σικελιανός, για την 28η Οκτωβρίου 1940 (δημ. Νέα Εστία, 15.11.1940).   Οι στίχοι περιγράφουν άριστα και την έναρξη του Αγώνα της ΕΟΚΑ, την 1η Απριλίου 1955, ενός αγώνα, για τη δικαίωση που οι Βρετανοί, στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αρνήθηκαν.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ο Φιλελεύθερος, 3.11.2025

Share