Απόστολος Εισοδίων της Θεοτόκου
Διακόνου Μιχαήλ Νικολάου
Θεολόγου
(Ἑβρ. θ΄, 1-7)
Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
* * *
Ἡ ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, πού τελεῖται στίς 21 Νοεμβρίου, ἀποτελεῖ μία ἀπό τίς σημαντικότερες θεομητορικές ἑορτές τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Τό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, τῆς ἑορτῆς προέρχεται ἀπό τήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή καί ἀναφέρεται στή διάταξη καί λειτουργία τῆς πρώτης σκηνῆς, δηλαδή τοῦ κινητοῦ ναοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μέσα ἀπό τήν περιγραφή τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου καί τῆς κιβωτοῦ τῆς διαθήκης, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν κάνει ἁπλῶς μία ἱστορική ἀναδρομή. Μᾶς δείχνει πώς ὅλα αὐτά, ἔχουν βαθύ θεολογικό περιεχόμενο. Εἶναι τύποι – προεικονίσεις τῆς νέας καί αἰώνιας οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, πού φανερώνεται ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεοτόκος, μέ τά Εἰσόδιά της στόν Ναό, τά ὁποία δέν περιγράφονται στήν Ἁγία Γραφή ἀλλά διαφυλάσσονται στήν Ἱερά Παράδοση, προτυπώνει τή μετάβαση ἀπό τήν Παλαιά στή Νέα Διαθήκη.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τήν πρώτη καί δευτέρα σκηνή τοῦ Μαρτυρίου καί ἀργότερα τόν Ναό τοῦ Σολομῶντος, τόν ὁποῖο μᾶς περιγράφει πῶς ἦταν. Ὁ Ναός εἶχε τρία διαμερίσματα. Στό πρῶτο μέρος βρισκόταν τό χάλκινο θυσιαστήριο καί ἡ αὐλή πού μαζευόταν ὁ κόσμος. Ἐκεῖ θυσίαζαν οἱ ἱερεῖς τά διάφορα σφάγια. Μετά ἀκολουθοῦσε ἕνα ἄλλο μέρος πού ὀνομαζόταν «Ἅγια». Σ’ αὐτό βρίσκονταν ἡ ἑπτάφωτη λυχνία, ἡ τράπεζα καί ἡ πρόθεση τῶν ἄρτων. Στό χῶρο αὐτό, ἔμπαινε ἕνας ἱερέας δύο φορές τή μέρα καί θυσίαζε. Τό τρίτο καί σπουδαιότερο μέρος τοῦ Ναοῦ λεγόταν «Ἅγια ἁγίων» καί εἶχε μέσα τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης, τό σταμνί μέ τό μάννα καί τό ραβδί τοῦ Ἀαρῶν πού βλάστησε. Σ’ αὐτό τό μέρος δέν ἔμπαινε κανένας παρά μόνο ὁ Ἀρχιερέας, «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ», μία φορά τόν χρόνο, ὅπου προσέφερε τή θυσία τοῦ Ἐξιλασμοῦ. Ράντιζε συγκεκριμένα μέ αἷμα τήν Κιβωτό, ἀφοῦ πρῶτα παρακαλοῦσε τόν Θεό γιά τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους.
Μέσα σ’ αὐτό τόν χῶρο, ἦταν πού παρέμεινε ἡ Παναγία γιά δώδεκα χρόνια, καί κατά τήν παράδοση, τρεφόταν ἀπό ἀγγέλους. Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι φύλαγαν ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔτσι καί ἡ Παναγία πού εἶναι ὁ πολύτιμος θησαυρός τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, φυλάχθηκε ἐκεῖ μέσα. Ἡ Παναγία ἦταν πιό ἱερή ἀπό τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἐξάλλου, ὅλα τά ἱερά ἀντικείμενα πού τοποθετήθηκαν μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, καί ἡ στάμνος μέ τό μάννα, καί ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρῶν, καί ἡ κιβωτός τῆς Διαθήκης, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, εἶχαν τήν ἀξία τους ἐπειδή προμήνυαν τήν Θεοτόκο. Ἦταν ὅλα προτυπώσεις, τύποι καί σύμβολα τῆς Παναγίας.
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τό ἐν λόγῳ ἀποστολικό χωρίο, ἡ εἴσοδος στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπαγορευόταν σέ ὅλους. Στήν περίπτωση, ὅμως, τῆς Παναγίας δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Εἶναι ἡ μόνη πού ἀξιώνεται νά εἰσέλθει στά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει τήν ἐκεῖ εἴσοδό της καί τή δωδεκαετῆ παραμονή της. Καί τοῦτο διότι ἡ Παναγία εἶναι ἡ πραγματική Κιβωτός τῆς Διαθήκης, πού κράτησε μέσα της ὄχι ἁπλῶς τίς λίθινες πλάκες τοῦ νόμου, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Νομοθέτη, τόν Κύριο πού ἔγραψε τίς πλάκες. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός εἶναι ἡ «θεόμιλος καί θεοχώρητος καί κοσμοσέβαστος Θεοῦ κιβωτός».
Ὁ Θεός τήν ἔβαλε μέσα ἐκεῖ, γιά νά φανερώσει σ’ ὅλους ὅτι ἡ Θεοτόκος πρόκειται νά γίνει ἡ ἴδια ἡ σκηνή τοῦ Θεοῦ, «ὁ ναός ὁ ἔμψυχος» τοῦ μόνου Βασιλέως Θεοῦ. Ἡ Παναγία εἰσέρχεται στόν Ναό καί προορίζεται μετά νά γίνει ἡ ἴδια «ὁ καθαρώτατος ναός», στόν ὁποῖο θά κατοικήσει ὁ Θεός. Ἔμελλε νά γίνει ἡ πάγχρυση Στάμνα πού ἐντός της θά διαφυλάξει τό ἀληθινό μάννα, τήν οὐράνια τροφή, τόν Χριστό μας, «τόν Οὐράνιον Ἄρτον». Ἔμελλε νά γίνει ἡ ἑξανθήσασα ράβδος πού βλάστησε, κατά τρόπο παράδοξο γιά τά ἀνθρώπινα δεδομένα, τό ρόδον τό εὔοσμον, τόν Χριστό μας. Ἡ ἴδια ἦταν πράγματι τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου «εἰσῆλ-θεν ἅπαξ ἀσπόρως καί ἐξῆλθεν ἀφθόρως» ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς Χριστός καί προσέφερε τή θυσία τοῦ ἑαυτοῦ Του ἐπάνω στόν Σταυρό.
Στά ἅγια τῶν ἁγίων, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Παναγία μας «ἔζησε τό πλήρωμα τῆς μυστικῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό, ἔζη μίαν ζωή ὡσάν εἰς τόν Παράδεισον… λύπης ἀμέτοχον, ἀνωτέρα παθῶν. Ἔζη μόνον τῷ Θεῷ». Ἡ ζωή της στόν Ναό εἶναι προετοιμασία γιά τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὅπου θά ἀκούσει τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ νά τῆς λέγει «Χαῖρε Κεχαριτωμένη». Μέσα στήν ἱερή ἀτμόσφαιρα τοῦ ναοῦ μεγάλωσε ἀκούγοντας ὕμνους, ψαλμούς, ἀναγνώσματα ἀπό την Παλαιά Διαθήκη καί ἦταν σέ συνεχῆ κοινωνία μέ τόν Θεό διά τῆς προσευχῆς. Ἦταν τά χρόνια τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας της γιά νά ἐκπληρώσει ἀργότερα τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἀπόστολος τονίζει ὅτι ἡ πρόσβαση στά Ἅγια τῶν Ἁγίων ἦταν περιορισμένη· ὅμως τώρα, μέσῳ τῆς Θεοτόκου ἀνοίγει ὁ δρόμος γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πρός τήν πλήρη ἕνωση μέ τόν Θεό. Ἡ Παναγία, ὡς πρώτη πού εἰσῆλθε στόν ἐσωτερικό αὐτό χῶρο, καθίσταται ἡ Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ καί ἡ Ὁδηγήτρια ὅλων τῶν πιστῶν πρός τό φῶς τῆς Χάριτος.
Τά Εἰσόδια, λοιπόν, πέρα ἀπό ἕνα ξεχωριστό γεγονός τῆς ζωῆς τῆς Παναγίας μας, ἔχει ξεχωριστή σημασία γιά ὅλους ἐμᾶς, διότι σχετίζεται μέ τό μεγάλο γεγονός τῆς σωτηρίας μας. Μέ τήν εἴσοδό της στόν ναό ἡ Παναγία μας γράφει τό προοίμιον τῆς σωτηρίας μας. Σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τό γεγονός τῶν Εἰσοδίων ἔχει μυστική διάσταση γιά κάθε πιστό: «Ὁ πιστός εἰσέρχεται εἰς τά Ἅγια Ἁγίων τῆς ψυχῆς, ὅταν καθαρθῆ, καθώς ἡ Παρθένος». Εἶναι πρόσκληση γιά τόν καθένα μας σέ προσωπική κάθαρση, ἁγιασμό καί ἀφιέρωση στόν Θεό. Ὅπως ἡ Θεοτόκος εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν Ἁγίων γιά νά προετοιμαστεῖ μυστικά γιά τό ἔργο τῆς σωτηρίας, ἀφιερώθηκε πλήρως στόν Θεό καί ἔγινε κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔτσι κι ἐμεῖς καλούμαστε νά γίνουμε ναοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. στ΄, 19) καί φορεῖς τῆς Θείας Χάριτος.
Ἡ Παναγία «ὁ ναός ὁ ἔμψυχος τῆς Ἁγίας δόξης Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Στιχηρόν Ἑσπερινοῦ ), ἄς πρεσβεύει γιά ὅλους μας, ὥστε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν ἀγώνα μας, νά γινόμαστε κι ἐμεῖς ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθώντας τήν ἁγία πορεία πού εἶχε ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος. Νά μᾶς ἀξιώνει νά παραμένουμε ναοί τοῦ Θεοῦ ἁγιαζόμενοι «ὁλοτελεῖς» (Α΄ Τιμ. ε΄, 23), ὥστε νά δοξάζουμε τόν Θεό «ἐν τῷ σώματι ἡμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ἡμῶν ἅτινα ἐστί τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. στ΄, 20).
*Τό παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό “Παρέμβαση Ἐκκλησιαστική”, τεύχος 62 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2025), σελ. 171-175.
