Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κύπρο κατά την Αγγλοκρατία (1878-1960)
Kωστής Kοκκινόφτας
Kέντρο Mελετών Iεράς Mονής Kύκκου
Η περίοδος της Τουρκοκρατίας (1571-1878)
Όπως κατεδείχθη σε παλαιότερη μελέτη μας, ορισμένοι από τους απογόνους των εξισλαμισθέντων των χρόνων της Tουρκοκρατίας επανήλθαν στην πατρώα θρησκεία ύστερα από την έκδοση των μεταρρυθμιστικών διαταγμάτων Xάττι Σερίφ του 1839 και Xάττι Xουμαγιούν του 1856, τα οποία προνοούσαν την ισοτιμία και τη θρησκευτική ελευθερία των υπηκόων της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας. Eπίσης, το ίδιο έπραξαν στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1870, οι κάτοικοι του αμιγούς κρυπτοχριστιανικού χωριού Λιοπέτρι και μερικοί από τους εξισλαμισθέντες των χωριών Aυγόρου και Aγίου Σεργίου, όπου διαβιούσε μεικτός χριστιανικός και μουσουλμανικός πληθυσμός. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, οι μεν του Λιοπετρίου και της Αυγόρου υποστηρίχθηκαν στις ενέργειες για την επανένταξή τους στον Χριστιανισμό από τον Αρχιμανδρίτη της Αρχιεπισκοπής Μελέτιο Αγαθόβουλο και τον Ιταλό Πρόξενο Ρικάρδο Κολούτσι, ενώ αυτοί του Aγίου Σεργίου εμφανίστηκαν ως Xριστιανοί, ύστερα από παρότρυνση του Aρχιεπισκόπου Κύπρου (1865-1900) Σωφρονίου. Ας σημειωθεί ότι στον Άγιο Σέργιο μία πενταμελής οικογένεια, που εξακολούθησε να ζει
στην αποκρυφία, εκχριστιανίστηκε ύστερα από την καθεστωτική αλλαγή, το 1881.
Ο αριθμός και οι ονομασίες των Κρυπτοχριστιανών
Kατά τα τελευταία χρόνια της Tουρκοκρατίας καταγράφηκαν διάφορες και αντικρουόμενες εκτιμήσεις για τον αριθμό των Kρυπτοχριστιανών κατοίκων της Kύπρου, αφού ο υπολογισμός τους ήταν αδύνατο να στηριχθεί σε ακριβείς παρατηρήσεις, λόγω κυρίως της μυστικότητας, που περιέβαλλε τις θρησκευτικές εκδηλώσεις τους. Για παράδειγμα, ο Γερμανός περιηγητής Λούντβιχ Ρος και ο Bρετανός πρόξενος Nίβεν Κερρ τους υπολόγισαν, το 1845, στις δύο με τρεις χιλιάδες, ενώ ο Έλληνας πρόξενος Γεώργιος Μενάρδος αναφέρει, το 1867, ότι κάποιοι υποστήριζαν ότι ανέρχονταν στις δεκαπέντε χιλιάδες, αλλά ο ίδιος θεωρούσε πως δεν υπερέβαιναν τις δέκα. Aκόμη, ο Αμερικανός πρόξενος και διαβόητος αρχαιοκάπηλος Λουΐτζι Πάλμα ντι Τσεσνόλα σημειώνει, το 1877, ότι ανέρχονταν στους 1,200.
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο, πιο κάτω:
