Ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο «Ζήδρος» της ΕΟΚΑ μέσα από τις αναμνήσεις του Παύλου Παυλάκη, του «Μελά» της ΕΟΚΑ
Σωτηρούλα Βασιλείου, Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.
Η ελληνική Ιστορία βρίθει ηρώων, έχει ιστορηθεί με το αίμα ηρώων και έχει κεντηθεί από ηρωικές πράξεις. Από αυτές εκείνες, οι οποίες συγκλονίζουν περισσότερο, είναι οι περιπτώσεις, όπου ο αγώνας και η θυσία αποτελούν εθελούσια επιλογή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος, στις 3 Μαρτίου 1957 λαμπάδιασε, αρνούμενος να παραδοθεί, συνιστά πρότυπο για την Κύπρο και τον ελληνισμό, ήρωα ο οποίος μέσα από την πορεία και τις επιλογές του ενώνει και εμπνέει.
«Να πάρουμε μια σταγόνα απ᾽ το αίμα σου
να καθαρίσουμε το δικό μας.
Να πάρουμε το τελευταίο σου βλέμμα
να μας κοιτάζει να μην ξεστρατίσουμε,
να πάρουμε τις τελευταίες σου λέξεις
νάχουμε να τραγουδάμε
ανεξάντλητα εμβατήρια για τη λευτεριά»,
έγραψε, το 1958, ο Κώστας Μόντης.
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα και το αίμα μου-
το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου […],
Η αρετή μας είναι η αμοιβαία μας χρησιμότητα […]
Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους.
Μια λευτεριά μονάχα για τον ένα δε φελάει σε τίποτα»,
τονίζει ο Γιάννης Ρίτσος στον «Αποχαιρετισμό» (1957).
Ο Παύλος Γ. Παυλάκης (1932-2022), τομεάρχης Αμμοχώστου κατά τον Αγώνα, τον γνώρισε στην Ανόρθωση, λίγο μετά το δημοψήφισμα του 1950. Στα «Βιώματα Ζωής» του αναφέρεται επανειλημμένα στη γνωριμία και την επίδραση. Κατά την καταγραφή των βιωμάτων, όποτε αναφερόταν στον «Γληόρη» η συγκίνηση ήταν πρόδηλη. Η σταχυολόγηση των αναφορών φωτίζει το περιβάλλον γνωριμίας, το πνεύμα της εποχής, το αξιακό υπόβαθρο, τα ιδανικά και τον ρόλο, τον οποίον διαδραμάτισαν στην ΕΟΚΑ, θεσμοί όπως ο Σύλλογος «Ανόρθωσις».
Εξηγεί ο Παυλάκης, αναφερόμενος στα γεγονότα που προηγήθηκαν του Αγώνα, δηλαδή το ενωτικό δημοψήφισμα και τη γνωριμία με τον Γρηγόρη Αυξεντίου:
Το 1950 έφερε το μεγαλύτερο ως τότε γεγονός της ζωής μου, το ενωτικό δημοψήφισμα της 15ης του Γενάρη. Βάσει όλων όσων είχαν προηγηθεί, στην Ανόρθωση ήμασταν φρονηματισμένοι, ταγμένοι σ’ αυτήν την υπόθεση και κινητοποιήσαμε κόσμο για να πάει να ψηφίσει. […]
Μία των ημερών, μπαίνοντας στην Ανόρθωση, άκουσα μια φωνή από την αίθουσα αναγνώσεως: «Παίζεις πινγκ πονγκ ρε μιτσή;». «Καλό, ναι», απάντησα. Αυτός ήταν ο Γληόρης ο Αυξεντίου, ο οποίος τότε, πριν πάει να γίνει αξιωματικός, δεν είχε δουλειά και κατέβαινε από τη Λύση κάθε πρωί στο λιμάνι, να δουλέψει τσεκαριστής στα πλοία.
Έτσι συναντήθηκα με τον Γληόρη τον Αυξεντίου, γιατί ήθελε παρέα να παίξει πινγκ πονγκ και είχε και μπάλα δική του. Παίξαμε εκείνη την ημέρα και πλέον δεν ξεκολλούσαμε. Εμένα ήταν ο στόχος μου να φτάνω εκεί να βρίσκω τον Γληόρη, να παίζουμε πινγκ πονγκ, πριν μαζευτούν οι άλλοι και μας πάρουν τη σειρά. Έτσι γνωριστήκαμε, φιλέψαμε και συνδεθήκαμε.
Ταυτόχρονα στην Ανόρθωση αδυναμία μου και ίνδαλμά μου ήταν ο Αντώνης Παπαδόπουλος. Αφού ο Αντώνης και ο Γληόρης ήταν αδελφικοί φίλοι από τα σχολικά τους χρόνια, οι τρεις μας γίναμε σαν αδέλφια. Στη συνέχεια ο Γληόρης πήγε στην Ελλάδα. Έδωσε πρώτα εξετάσεις για τη Σχολή Ευελπίδων αλλά δεν τον πήραν επειδή έγραψε στη δημοτική. Έτσι φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων και το 1952 αποφοίτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Ο Αντώνης πήγε στη Γυμναστική Ακαδημία, στην Αθήνα, τελείωσε με άριστα και ήρθε πίσω καθηγητής. Με την επιστροφή τους στην Αμμόχωστο ο αδελφικός δεσμός μας συνεχίστηκε.
Ο Γληόρης κατοίκησε, ξανά, στη Λύση και αρραβωνιάστηκε τη Βασιλού, την οποίαν μας σύστησε ως «κουμπάρο» (παρατσούκλι που της έμεινε ως ψευδώνυμο και στον Αγώνα). Αν δεν ερχόταν ο Γληόρης στο Βαρώσι, ο Αντώνης και εγώ πηγαίναμε και τον συναντούσαμε στο κέντρο του Κύπρου Μαλέκκου έξω από τη Λύση. Εκεί τρώγαμε, πίναμε και τα λέγαμε παρέα. Και όταν είχε η Ανόρθωση ματς στη Λευκωσία σταματούσαμε πάλι εκεί, για φαΐ και συζήτηση. Και ήταν η σχέση μας η πλέον αξιοσημείωτη της ζωής μου.
Πρέπει εδώ να σημειωθεί πως από το σχολείο ακόμα ο Γληόρης αποτελούσε για τον Αντώνη κινητήριο δύναμη, η οποία δεν τον άφηνε να εφησυχάζει, τον ωθούσε να προσπαθεί περισσότερο, για το καλύτερο, ως αθλητής και άνθρωπος.
Στο Βαρώσι, ο Αντώνης και εγώ γίναμε αχώριστοι, ενώ ο Γληόρης έμενε στη Λύση. Στην Ανόρθωση παίζανε διάφορα παιχνίδια, πινγκ πονγκ, μπιλιάρδο, σκάκι, τάβλι, ντάμα και χαρτιά χωρίς λεφτά. Λεφτά επιτρέπονταν μόνο από τις 21 του Δεκέμβρη ως τα Φώτα.
Στρέφοντας τον προβολέα στη μύησή του στην ΕΟΚΑ ο Παυλάκης επισημαίνει:
Ήταν ανάμεσα στην Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, όταν φτάνοντας ο Γληόρης είδε εμένα και τον Αντώνη να παίζουμε χαρτιά. «Αργείτε;», μας ρώτησε. «Όχι, τι έχει;», ρωτήσαμε εμείς. «Θα πάμε κάπου μια βόλτα». Εμείς σταματήσαμε, κατεβήκαμε κάτω και μπήκαμε στο αυτοκίνητο που νοίκιαζε ο Γληόρης. Ξεκίνησε να οδηγεί αλλά δεν μας έλεγε πού πηγαίναμε. «Πού πάμε ρε;». «Πάμε και θα δείτε». Όταν φτάσαμε στο Παραλίμνι, σταμάτησε σε ένα σκοτεινό στενό. Αν ήταν συνεννοημένοι προηγουμένως με τον Αντώνη δεν το ξέρω, αλλά ο Γληόρης είπε στον Αντώνη να πάει να φέρει τον Λευτερά, έναν γνωστό μου ψαρά και λιμενεργάτη.
Πήγε ο Αντώνης να φέρει τον Λευτερά και μείναμε οι δυο μας, στα σκοτεινά, στο στενό. Τότε ο Γληόρης άρχισε να λέει: «Αέρφιν, ήρθεν η ώρα». «Ποια ώρα;». «Αρχίζουμεν αγώνα για την Ένωση. […]». Και εγώ του απάντησα: «Εντάξει αέρφιν, είμαι μαζί σου!».
Έτσι έγινε η μύησή μου στον Αγώνα για την Ένωση. Όμως δεν ήξερα το όνομα της Οργάνωσης, δεν ειπώθηκε η λέξη ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών). Ήξερα πως ο αρχηγός ήταν στρατιωτικός, αλλά δεν ήξερα ποιος ήταν. Ο Αντώνης και εγώ τουλάχιστον δεν γνωρίζαμε, δεν ξέρω για τον Γληόρη. Και η πρώτη μας δουλειά ήταν η εξεύρεση ναρκών, για την απόσπαση εκρηκτικών υλών.
Ο κανόνας της μυστικότητας τονίζεται ιδιαίτερα:
Σύμφωνα με τον όρκο, o κάθε μυημένος έπρεπε να γνωρίζει μόνο την αποστολή του. Δεν έπρεπε να ρωτά για τις αποστολές των συναγωνιστών διότι όσα λιγότερα ήξερε ο καθένας τόσο πιο ασφαλής ήταν η Οργάνωση. Δηλαδή εγώ δεν ρώτησα ποτέ ποια ήταν η αποστολή του Αντώνη και δεν ξέρω εάν ο Αντώνης γνώριζε τη δική μου.
Ο Αυξεντίου ήταν υπεύθυνος για την Αμμόχωστο, την πόλη και ολόκληρη την επαρχία. Ο Τομέας του περιελάμβανε και τη Δεκέλεια και από την επαρχία Λάρνακας την Ξυλοφάγου, την Ξυλοτύμπου και την Ορμήδεια. Αφού μου ανέθεσε τη συλλογή πληροφοριών για την ασφάλεια της Οργάνωσης και με καθοδήγησε σχετικά, εγώ έπρεπε να βρίσκω ανθρώπους που δούλευαν στις στρατιωτικές βάσεις, φίλους αστυνομικούς κ.ά., από τους οποίους θα αντλούσα στοιχεία αναφορικά με το τι έλεγαν στην Αστυνομία κτλ. Και όσα μάθαινα να τα διαβιβάζω στην Οργάνωση. Σημειωτέον πως, όπως γινόταν με όλους, απέκτησα και ψευδώνυμο. Ήμουν ο Μελάς.
Εμείς, ό,τι μας έλεγε ο Γληόρης το κάναμε και η υπόθεση προχωρούσε.
Ο Αγώνας αρχίζει:
Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και ακούσαμε πως είχαν γίνει οι εκρήξεις της 1ης Απριλίου. Η άγνοιά μας επιβεβαιώνει και τον βαθμό εχεμύθειας που υπήρχε. Ύστερα ήρθαν τα νέα πως είχαν σταματήσει το αυτοκίνητο με τον αριθμό τάδε στον Αστυνομικό Σταθμό της Άχνας. Από τον αριθμό καταλάβαμε πως επρόκειτο για το αυτοκίνητο που ενοικίαζε και οδηγούσε ο Γληόρης. Οι Εγγλέζοι είχαν συλλάβει τον άνθρωπο που επέβαινε εκείνη την ώρα, τον Χριστοφή Παντελή από το Λιοπέτρι και βρήκαν μέσα διάφορα εκρηκτικά και όπλα. Αλλά ο Γληόρης διέφυγε και καταζητείτο. Έτσι, αφού στο αυτοκίνητο βρέθηκαν αυτά τα πράγματα, ο Γληόρης καταζητήθηκε από την πρώτη ημέρα του Αγώνα.
Γρηγόρης Αυξεντίου και Παύλος Παυλάκης συναντήθηκαν, ξανά σε ένα βοσκόσπιτο, στον Πενταδάκτυλο, πριν τη μετακίνηση στην Πιτσιλιά. Η λεπτομερής αφήγηση της συνάντησης προβάλλει, πέρα από τη φιλία, την ανιδιοτέλεια του Αυξεντίου και των συντρόφων του, το αίσθημα δικαιοσύνης και τη συνειδητότητα των επιλογών τους.
Τότε εγώ κτύπησα το σύνθημά μας, δυο πέτρες τρεις φορές. Αναγνώρισαν το σύνθημα και απάντησαν. Όταν άνοιξε η πόρτα είδα μέσα στο σπιτάκι ολόκληρη την ομάδα του Αυξεντίου. Ήταν έξι πλάσματα, άλλα γονατιστά και άλλα ξαπλωμένα, αφού ούτε να σταθούν δεν μπορούσαν. Μετά τις συγκινήσεις, ο Γληόρης διέταξε «Ρε μισκήες, τζιείνην την μπεκάτσα που έπαιξα μαδήστε την, άψετε δκυο ξυλούδκια δαμέ, ψήστε την τζιαι φυλάω ένα μπουκάλι κρασί μες τον γυλιόν μου. Θα πιούμεν το κρασί με μεζέ την μπεκάτσαν τζιαι θα χορέψουμεν, διότι δεν ξέρουμεν αν θα ξαναβρεθούμεν με το αέρφιν». Η μπεκάτσα δεν εψήθηκε καλά. Την πινιάν μας όμως ήπιαμεν την. Και ο Γληόρης, έστω και διπλωμένος, σηκώθηκε και χόρεψε. Έπειτα οι δυο μας βγήκαμε έξω και είπαμε όσα είχαμε να πούμε.
Εγώ έπρεπε να γυρίσω πίσω στο Βαρώσι για να οργανώσω την προώθηση της ομάδας. Ο Γληόρης επέμενε να με συνοδεύσει στον δρόμο, όπου ήταν το αυτοκίνητο. […] Μόλις έφεξε εγώ επέστρεψα στο δάσος, στο σημείο όπου είχαμε συνεννοηθεί με τον Τουμασή και συνάντησα ξανά τους αντάρτες. Έβρεχε καταρρακτωδώς και εκείνοι κάθονταν κάτω από τα δένδρα με τις κουβέρτες τους πάνω τους για να μην βρέχονται. Το νερό όμως περνούσε από τις κουβέρτες και έγιναν παπιά. Το ίδιο έπαθα και εγώ όσην ώρα έκατσα μαζί τους περιμένοντας να σταματήσει η βροχή για να προχωρήσουμε στο αυτοκίνητο. Καθώς περιμέναμε, ο Γληόρης έβγαλε από τον γυλιό του τα τελευταία εφεδρικά μπισκότα και τα μοίρασε στους νηστικούς συντρόφους. Στον καθένα αναλογούσαν πέντε μπισκότα. Και –πράγμα αξιομνημόνευτο– ο κάθε ένας πήγε να δώσει σε εμένα ένα, διότι εγώ δεν περιλαμβανόμουν στη μοιρασιά. Βεβαίως δεν τα πήρα.
Αφού σταμάτησε η βροχή πήγαμε στο αυτοκίνητο και τους μετέφερα στο εξοχικό του Παντελίδη. Εκεί οι αντάρτες άλλαξαν ρούχα, φάγαμε, πήραμε όλοι μια ανάσα και αφού άρχισε να σκοτεινιάζει τους οδήγησα στα Άρδανα. Είχα ήδη κανονίσει για τη διαμονή τους έναν αχυρώνα, στην άκρη του χωριού, κοντά στην εκκλησία. Την επαύριον ο θείος μου ο Κυριάκος κατέβασε την ομάδα του Ζήδρου στο Τρίκωμο. Ένας αστυνομικός με μοτοσυκλέτα ήρθε στο Τρίκωμο, παρέλαβε τον Γληόρη και τον μετέφερε στον νέο του Τομέα. Από τότε δεν ξαναείδα τον Γληόρη. Συνεχίσαμε να έχουμε επαφή, δι’ αλληλογραφίας μέσω του συνδέσμου της Οργάνωσης, μέχρι την εβδομάδα προ του ηρωικού του θανάτου.
Ο Παυλάκης, ο οποίος από τις 8 Σεπτεμβρίου 1956 και την απόδρασή του, μαζί με τον Αντώνη Παπαδόπουλο, «με τη βοήθεια της Υπερμάχου του Έθνους Στρατηγού», από τα κρατητήρια της Πύλας, ήταν καταζητούμενος, επέστρεψε στο Βαρώσι μετά το τέλος του Αγώνα. Κατά τη μετάβαση από τη Φανερωμένη, όπου έγινε η υποδοχή των καταζητουμένων, στο Βαρώσι σταμάτησε, μαζί με συναγωνιστές, στη Λύση.
Καθ’ οδόν για το Βαρώσι, σταματήσαμε στη Λύση και επισκεφτήκαμε το σπίτι του Αυξεντίου. Εκεί η μάνα του, η Αντωνού, μας καλωσόρισε με ένα ποίημα:
«Φέρτε μου τον Παυλάκη μου
να τον γλυκοφιλήσω
στον τόπο του Γληόρη μου
να τον καλωσορίσω».
Ένα περίπου χρόνο νωρίτερα, στο πρώτο μνημόσυνο του Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λύση, η Αντωνού Αυξεντίου είχε απαγγείλει ποίημα δικό της:
«Μια μάνα τέτοιου ήρωα
εν προσβολή να κλάψει,
προσβάλλει τον λεβέντη της,
τζιείνον που θ’ απολάψει.
Χαλάλιν της Πατρίδας μου ο γιος μου, η ζωή μου,
τζι αφού εν επαραδόθηκεν
τζι έμεινεν τζι εσκοτώθηκεν
ας έσιει την ευτζιήν μου».
* Παύλος Γ. Παυλάκης, Βιώματα Ζωής, επιμ. Σ. Βασιλείου, Λάρνακα, 2020.





