Εις μνήμην Ευαγόρα Παλληκαρίδη

Εις μνήμην Ευαγόρα Παλληκαρίδη

Σωτηρούλα Βασιλείου

Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1938 στην Τσάδα της Πάφου. Αν ζούσε, σήμερα θα ήταν 88 ετών, μάλλον πατέρας, παππούς, παλαίμαχος αθλητής και έγκριτος λογοτέχνης. Ωστόσο, 69 χρόνια πριν, στα 19 του, επέλεξε συνειδητά και τελεσίδικα τη θυσία. Στη δίκη του, στις 25 Φεβρουαρίου 1957, αντιμέτωπος με την κατηγορία της μεταφοράς οπλοπολυβόλου και συνακόλουθα την επιβολή της θανατικής ποινής, παραδέχθηκε την ενοχή του τονίζοντας πως είχε πράξει το καθήκον του ως Έλληνας Κύπριος, ο οποίος αποζητούσε την ελευθερία του. «Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια, να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά […]», είχε γράψει στους συμμαθητές του, τον Δεκέμβριο του 1955, φεύγοντας για το βουνό. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης οδηγήθηκε στην αγχόνη τα μεσάνυχτα της 13ης προς 14ης Μαρτίου 1957 με τον ελληνικό εθνικό ύμνο στα χείλη: «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη, των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!». Η ελευθερία, η οποία επισφραγίστηκε με την ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας (αντί με την Αυτοδιάθεση – Ένωση, όπως ήταν ο στόχος του Αγώνα) έφερε και τη σφραγίδα του Ευαγόρα. Επιλέγοντας αγέρωχα την ανηφορική οδό της θυσίας, για την ελευθερία, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης κέρδισε την αθανασία και την αναγωγή σε διαιώνιο σύμβολο αγώνα και αυτοθυσίας για την πατρίδα. Σήμερα, καθώς η Κύπρος διανύει το 52ο έτος ημικατοχής, η ενθύμηση της θυσίας του Ευαγόρα συνιστά υπόμνηση ευθύνης, φάρο, για να μην χανόμαστε.

Το ακόλουθο ποίημα, το οποίο περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τεύχος της επιθεώρησης Γραμμάτων και Τεχνών ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ, γραμμένο για τον ήρωα, και για το παρόν και το μέλλον μας. Ευχαριστίες στον επιμελητή της έκδοσης, Δρα Κυριάκο Ιωάννου, για τη συμπερίληψη.

Αστρογένεσις (Κύπρος, 14 Μαρτίου 1957)

Εκείνη τη νύχτα δεν έσβησες·

πλάνη απατηλή της Αλβιόνος ο βρυχηθμός

Αηδονολάλητη αλήθεια!

Κελάηδαγε το πουλί, καθώς νόμιζαν πως έπεφτες,

ενώ στο στερέωμα ανέτελλες,

ως νέος ελληνικός Αυγερινός,

στην Κύπρο των αηδονιών και των θαυμάτων.

 

Μια θεά σε άδραξε·

κόρη αστερομάτα, ντυμένη νύφη.

Λευκά πέπλα, διάφανα, σχεδόν γαλάζια,

και στους χρυσούς βοστρύχους πλεγμένα γιασεμιά!

Εσύ την είδες; Σίγουρα την είδες,

διότι μεθυσμένος τραγούδαγες έπη αστερόεντα!

Στα μάτια σου έφεγγε το νησί,

και στο στέρνο μια φλόγα χρυσοκόκκινη.

Μην ήταν ήλιος;

 

Εις το όνομα της θεάς έψελνες,

σαν πιστός, μύστης ή ερωτευμένος.

Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α

όνομα ιερό, ηδονικό, αγαπημένο.

Κι εκείνη σε άρπαξε· εν Αυλίδι.

 

Ψυχή μου αλαφροΐσκιωτη, ζήλεψες;

«Φως! Πού είναι το φως; Στο ημίφως πενθώ!».

«Φως! Τη θεά ποθώ! Του ανέσπερου φωτός!».

Μέρεψε,·αθάνατη είναι και θα ’ρθεί,

φεγγοβόλος κι ερεβοκτόνος,

το όρος με τις πέντε κορφές δρασκελώντας,

σαν τ’ όνομά της παθιασμένα συλλαβίσεις.

Μου το καταύγασε χαράματα ο Αυγερινός.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Share