Η σφαγή της Χίου και τα «Ελληνόπουλα»
Σωτηρούλα Βασιλείου, Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.
Στις 30 Μαρτίου 1822, ο ναύαρχος του οθωμανικού στόλου Καρά Αλή πασάς, αφού βομβάρδισε την πόλη της Χίου, αποβίβασε περίπου 7.000 στρατιώτες στο νησί, στους οποίους σύντομα προστέθηκαν άλλοι 8.000. Μετά την καταστολή των επαναστατικών εστιών, ανακοινώθηκε η πρόθεση για χορήγηση αμνηστίας. Βάσει αυτής, ο ελληνικός πληθυσμός παρέδωσε τα όπλα.
Απιστώντας, οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε σφαγές, λεηλασίες και εμπρησμούς εκκλησιών και κατοικιών. Από τους 117.000 περίπου χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και 23.000 διέφυγαν προς τις επαναστατημένες περιοχές της Ελλάδας και τη Δυτική Ευρώπη.
Η ευημερία της Χίου, το εμπόριο, το μετάξι, η μαστίχα και η διασπορά, σε συνδυασμό με την τουρκική θηριωδία συνέβαλαν στη διεθνή απήχηση του γεγονότος.
Ο Ευγένιος Ντελακρουά δημιούργησε ένα συγκλονιστικό πίνακα, ο οποίος εκτέθηκε το 1824, στο Salon του Παρισιού. Σε αυτόν, αποτυπώνονται σπαρακτικά όσο και καταγγελτικά η φρίκη, θηριωδία, η ατίμωση, η σκλαβιά, ο πόνος και ο θάνατος. Ο γυμνός άνδρας στο κέντρο, η ημίγυμνη Ελληνίδα που σέρνεται σκλάβα, οι τελευταίες αγκαλιές και ασπασμοί των ζευγαριών, και το βρέφος στο στήθος της νεκρής μάνας αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του θεατή.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε το «Ελληνόπουλο» (L’ Enfant).
«Τοῦρκοι διαβῆκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ὡς πέρα.
Ἡ Χίο, τ’ ὁλόμορφο νησί, μαύρη ἀπομένει ξέρα,
μὲ τὰ κρασιά, μὲ τὰ δεντρά,
τ’ ἀρχοντονήσι, ποὺ βουνὰ καὶ σπίτια καὶ λαγκάδια
καὶ στὸ χορὸ τὶς λυγερὲς καμιὰ φορὰ τὰ βράδια
καθρέφτιζε μέσ’ στὰ νερά.
Ἐρμιὰ παντοῦ. Μὰ κοίταξε κι ἀπάνου ἐκεῖ στὸ βράχο,
στοῦ κάστρου τὰ χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερὰ
τὸ κεφαλάκι, στήριγμα καὶ σκέπη τοῦ ἀπομένει
μόνο μιὰ ν’ ἄσπρη ἀγράμπελη σὰν αὐτὸ ξεχασμένη
μέσ’ στὴν ἀφάνταστη φθορά.
-Φτωχὸ παιδί, ποὺ κάθεσαι ξυπόλυτο στὶς ράχες
γιὰ νὰ μὴν κλαῖς λυπητερά, τ’ ἤθελες τάχα νά χες
γιὰ νὰ τὰ ἰδῶ τὰ θαλασσένια
ματάκια σου ν ̓ ἀστράψουνε, νὰ ξαστερώσουν πάλι,
καὶ νὰ σηκώσῃς χαρωπὰ σὰν πρῶτα τὸ κεφάλι
μὲ τὰ μαλλάκια τὰ χρυσά; […]
Σὰν τί μποροῦσε νὰ σοῦ διώξῃ τάχα τὸ μαράζι; […]
Μὴ τὸ πουλὶ ποὺ κελαϊδάει στὸ δάσος νύχτα μέρα
καὶ μὲ τὴ γλύκα του περνάει καὶ ντέφι καὶ φλογέρα;
Τί θὲς κι ἀπ’ ὅλα τ’ ἀγαθὰ
τοῦτα; Πὲς! Τ’ ἄνθος, τὸν καρπό; θὲς τὸ πουλί; -Διαβάτη,
μοῦ κράζει τὸ ᾽Ελληνόπουλο μὲ τὸ γαλάζιο μάτι·
βόλια, μπαρούτη θέλω, νά!».
Δεκαετίες αργότερα, το 1955, ο Albert Camus, μετά την καταδίκη του Μιχαήλ Καραολή σε θάνατο, δημοσίευσε στη γαλλική εφημερίδα L’ Express άρθρο υπό τον σημαίνοντα τίτλο «L’ enfant grec». Σε αυτό η συγκίνηση για το ελληνόπουλο, τον Καραολή, συναντά την κατανόηση της αιτίας της αγγλικής πολιτικής: «η Κύπρος είναι το προωθημένο αεροπλανοφόρο της βρετανικής και δυτικής δύναμης»:
«Depuis quelques semaines, Chypre révoltée a un visage, celui du jeune étudiant chypriote Michel Karaolis condamné par les tribunaux britanniques à la mort par pendaison. […] Une fois de plus, l’obscure revendication d’un peuple, longtemps muette, puis bâillonnée dès qu’elle cherche à s’exprimer, a éclaté dans le terrorisme. […] Pourtant, l’Angleterre ne nie même pas la légitimité de la revendication cypriote, ni que 80 % des habitants de l’île soient grecs, ni que des élections libres donneraient une écrasante majorité pour le rattachement. Son seul argument, soutenu d’ailleurs, il y a quelque temps, par un écrivain français, est d’ordre stratégique: Chypre est le porte-avions avancé de la puissance britannique et occidentale. Mais que vaut cet argument dès l’instant où l’île est en révolte?».
Το νήμα ανάμεσα στην Επανάσταση του 1821 και εκείνην του 1955 ήταν εμφανές και στους ξένους και η αποτύπωση του εξόχως σημαντική.


