Οἱ σχέσεις τῶν Ῥουμανικῶν Χωρῶν μέ τό Σινᾶ

Οἱ σχέσεις τῶν Ῥουμανικῶν Χωρῶν μέ τό Σινᾶ

Διακόνου Ανδρέα Ματέι

Εἰσαγωγή: Οἱ ἀρχαῖες Βλαχικές ρίζες στο Σινᾶ

Οἱ σχέσεις μεταξύ τῶν Ρουμανικῶν χωρῶν καί τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ῾Αγίας Αικατερίνης τοῦ Ὄρους Σινᾶ ἔχουν ῥίζες πού ἐκτείνονται πολύ βαθύτερα ἀπό τή δημιουργία τῶν μεσαιωνικῶν ἡγεμονιῶν, φθάνοντας μέχρι τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. καί τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Ιουστινιανοῦ. Ὁ ἱστο ρικός Προκόπιος σημειώνει ὅτι ὁ Ἰουστινιανός ἀνήγειρε ἕνα στρατιωτικό φρούριο στην περιοχή γιά τήν προστασία τῆς Παλαιστίνης ἀπό τίς ἐπιδρομές τῶν Σαρακηνῶν. Ὁ Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Εὐτύχιος (933-930), στά Χρονικά του, προσφέρει μία λεπτομερέστερη ιστορία της κατασκευῆς τῆς Μονῆς, ἀναφέροντας ὅτι ὁ Ἰουστινιανός ἔστειλε «δούλους τῆς Ῥώμης, μαζί μέ τίς συζύγους καί τά τέκνα τους» γιά νά ἐγκατασταθοῦν κοντά στη Μονή καί νά προστατεύουν τούς μοναχούς.

Πολυάριθμοι μεταγενέστεροι ταξιδιῶτες καὶ ἱστορικοὶ ἐπιβεβαίωσαν καὶ διευκρίνισαν τὴν καταγωγὴ αὐτῶν τῶν φρουρῶν. Ὁ ταξιδιώτης John Lewis Burckhardt, τὸ 1816, κατέγραψε ὅτι οἱ δοῦλοι ποὺ ἔστειλε ὁ Ἰουστινιανὸς προέρχονταν ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Μαύρης Θάλασσας καὶ ὀνομάζονταν Djebalye (οἱ ἄνθρωποι τῶν βουνῶν). Οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦσαν ὅτι προέρχονταν ἀπὸ χριστιανοὺς δούλους, καὶ οἱ Βεδουίνοι τοὺς ἀποκαλοῦσαν «γιοὺς τῶν Χριστιανῶν». Παντρέυονταν μεταξύ τους καὶ καθιστοῦσαν μιὰ ἰδιαίτερη κοινότητα ἀπὸ 120 ἔνοπλους ἀνθρώπους[1].

Ὁ Ἀμερικανὸς καθηγητὴς E. H. Palmer ἐνίσχυσε αὐτὴ τὴ θεωρία, σημειώνοντας ὅτι ἡ φυλὴ αὐτὴ «λέγεται ὅτι εἶναι εὐρωπαϊκῆς καταγωγῆς, προερχόμενη ἀπὸ μία ἀποικία Βλάχων δούλων, ποὺ ἐγκαταστάθηκαν ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ γιὰ νὰ φρουροῦν τὴ μονή. Οἱ ἴδιοι πιστεύουν ὅτι προῆλθαν ἀπὸ μία χώρα ποὺ ὀνομάζεται Llah»[2].

Ὁ Edward Robinson, τὸ 1841, παρουσίασε τὴ μαρτυρία τοῦ τότε ἡγουμένου τῆς μονῆς, ὁ ὁποῖος δήλωσε: «Ὁ Ἰουστινιανός, χτίζοντας τὴ μονή, ἔστειλε διακόσιους Βλάχους αἰχμαλώτους… Μὲ τὸν καιρό, οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν τῶν ὑποτελῶν ἔγιναν Μουσουλμάνοι». Ὁ ἡγούμενος ἀνέφερε ὅτι ἡ τελευταία Χριστιανὴ ἀνάμεσά τους πέθανε γύρω στὸ 1801 (ἐνῶ ὁ Burckhardt τὴν τοποθετεῖ στὸ 1750)[3]. Ὁμοίως, ὁ Ταγματάρχης C.S. Jarvis στὸ βιβλίο του Yesterday and Today in Sinai, ἀναφέρεται στὴ φυλὴ Gebeliya ὡς ἀπογόνους Βλάχων δούλων, ἀναφέροντας ὅτι τὴν ἐποχή του (ἀρχές τοῦ 20ου αἰ.) ἀπέμεναν περίπου 400. Ἂν καὶ μετά τὴν Ἐγίρα[4] ἀναγκάστηκαν νὰ ἀσπαστοῦν τὸ Ἰσλάμ, ἡ θρησκεία τους παρέμενε «ἀσαφής», μὲ χριστιανικὲς ῥίζες, καὶ θεωροῦσαν τοὺς μοναχοὺς ὡς κυρίους τους[5]. Τέλος, ἡ ἀρχαία παρουσία Βλάχων ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορικὸ Lina Eckenstein, ἡ ὁποία κάνει λόγο γιὰ 400 Βλάχους καὶ Αἰγύπτιους δούλους ποὺ ἀπέστειλε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός[6].

 

Οἱ πρῶτες δωρεές καὶ ἡ ἔναρξη στήριξης (14ος – 15ος αἰώνας)

Ἡ ἐπίσημη, τεκμηριωμένη σχέση μεταξὺ τῶν Ῥουμανικῶν Ἡγεμονιῶν (Βλαχίας καὶ Μολδαβίας) καὶ τοῦ Σινᾶ ξεκινᾶ παράλληλα μὲ τὴ γενικότερη στήριξη τῶν ὀρθοδόξων κέντρων τῆς Ἀνατολῆς. Ἤδη ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα, οἱ Ῥουμανικὲς Χῶρες ὑποστήριζαν σταθερὰ τὶς μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἰδιαίτερα μετὰ τὴν πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ ἡγεμόνες τῶν Παραδουνάβιων Ἡγεμονιῶν, ἀπολαμβάνοντας μία σχετικὴ αὐτονομία ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀναδείχθηκαν σὲ προστάτες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανοσύνης.

Ὅπως βοήθησαν τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔτσι στήριξαν καὶ τὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Σινᾶ. Ἡ παλαιότερη καταγεγραμμένη μαρτυρία αὐτῆς τῆς σχέσης χρονολογεῖται στὶς 15 Σεπτεμβρίου 1497. Τότε, ὁ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας, Ῥάντου ὁ Μέγας (Radu cel Mare), πρόσφερε στὴ μονὴ μία ἐτήσια χορηγία 5.000 ἄσπρων (ἀσημένιων νομισμάτων)[7]. Αὐτὲς οἱ δωρεὲς δὲν ἦταν μεμονωμένες πράξεις, ἀλλὰ ἐπιβεβαιώνονταν καὶ συνεχίζονταν ἀπὸ τοὺς διαδόχους, ἐγκαθιδρύοντας μία παράδοση ἡγεμονικῆς προστασίας.

 

Ἡ ἐνίσχυση τῶν δεσμῶν τὸν 16ο αἰώνα καὶ ἡ ἀρχὴ τῶν ἀφιερώσεων

Ὁ 16ος αἰώνας ὑπῆρξε περίοδος σημαντικῆς σύσφιξης τῶν σχέσεων. Ἕνα ἀξιοσημείωτο γεγονὸς ποὺ καταδεικνύει τὴν προσωπικὴ σχέση ἦταν ἡ παρουσία, τὸ 1533, τοῦ Ἰωακεὶμ τοῦ Βλάχου (Ioachim Valahul) ὡς ἡγουμένου τῆς Μονῆς Σινᾶ.

Οἱ ἡγεμόνες ἄρχισαν νὰ συμβάλλουν ὄχι μόνο μὲ χρήματα, ἀλλὰ καὶ μὲ κτιριακὰ ἔργα ἐντὸς τῆς ἴδιας τῆς μονῆς. Ὁ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας, Ἀλέξανδρος Β΄ Μίρτσεα (1568-1577), μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό του Αἰκατερίνη, ἀνήγειραν στὸ Σινᾶ ἕνα παρεκκλήσι ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ[8]. Μία ἐπιγραφὴ σὲ θυμιατὸ τοῦ παρεκκλησίου τὸ 1569 ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ Κυρία Ῥουξάνδρα Λαπουσνεάνου (Doamna Ruxandra Lăpușneanu) δώρισε τὸ σκεῦος σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ παρεκκλήσι, ὑποδηλώνοντας ὅτι ὁ ναὸς ὑπῆρχε ἤδη ἐκείνη τὴν ἡμερομηνία[9].

Πρὸς τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰώνα, ξεκίνησε τὸ φαινόμενο τῶν «ἀφιερώσεων» (închinări) ῥουμανικῶν μοναστηριῶν καὶ σκητῶν (μαζὶ μὲ τὶς περιουσίες τους, τὰ κτήματά τους, ἀκόμη καὶ τοὺς δούλους ποὺ ἐργάζονταν ἐκεῖ) σὲ μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ καὶ στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ. Αὐτὴ ἡ ἀφιέρωση σήμαινε ὅτι ἡ συγκεκριμένο ῥουμανικὴ περιουσία ἀφαιρεῖτο ἀπὸ τὴν πνευματικὴ δικαιοδοσία τοῦ τοπικοῦ ἱεράρχη καὶ ὑπαγόταν ἀπευθείας στὴν ἐξουσία τοῦ Σινᾶ.

Παραδείγματα τέτοιων ἀφιερώσεων πρὸς τὸ Σινᾶ ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα περιλαμβάνουν:

  • Στὴ Μολδαβία ἡ Μονὴ τοῦ βογιάρου Μπαλίκα (hatmanul Balica), μετέπειτα γνωστὴ ὡς Μονὴ Frumoasa, δηλ. ὄμορφη (τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων)[10].
  • Ἐπίσης στὴ Μολδαβία, ἡ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Ἰάσιο.
  • Στὸ Βουκουρέστι, ἡ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, κτισμένη στὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 16ου αἰώνα. Ἡ ἐκκλησία πυρπολήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Γαβριὴλ Μπάτορυ τὸ 1611, ἀνακατασκευάστηκε καὶ ἔπειτα, ἐξαιτίας κάποιων σεισμῶν καὶ ἴσως καὶ τῆς ἀμελείας, καταστράφηκε ὁλοσχερῶς τὸ 1850. Στὴν ἴδια θέση κτίστηκε (1852) ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, ἡ ὁποία βρίσκεται ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογικῆς Σχολῆς Βουκουρεστίου. Δὲν λειτούργησε πλέον ὡς μονὴ ἀλλὰ ὡς ἐνοριακὸς ναός.

Ἀλλὰ οἱ ἀφιερώσεις γίνονταν ἀπὸ τοὺς βοεβόδες ὑπὸ κάποιες προϋποθέσεις, ὅπως ἡ τίμια διαχείριση καὶ φροντίδα γιὰ τὴ συγκεκριμένη μονή, ἡ συνεχῆς μνημόνευση τῆς οἰκογένειας τοῦ βοεβόδα στὴν ἁγία Προσκομιδὴ κ.ἄ. Δυστυχῶς αὐτὲς οἱ προϋποθέσεις πολλὲς φορὲς δὲν τηροῦνταν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ διάφορες ἀφιερωμένες μονὲς νὰ παρακμάσουν ἕως καταστροφῆς ἢ ἀκόμα νὰ ἀκυρωθοῦν συγκεκριμένες προσφορὲς πρὸς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ ἄλλους ἁγίους τόπους καὶ νὰ ἐπανέλθουν στὴ ρουμάνικη δικαιοδοσία[11].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀφιερώσεις μονῶν, συνεχίστηκαν καὶ οἱ δωρεὲς γῆς. Τὸ 1593, ὁ ἡγεμόνας Ἀρὸν ὁ Τύραννος (Aron Vodă Tiranul) παραχώρησε στὴ Μονὴ Σινᾶ τὴν πλήρη κυριότητα ἑνὸς ὁλόκληρου χωριοῦ, τοῦ Τουρτουλέστι (Turtulești)[12]. Παράλληλα, ἡ Μονὴ Σινᾶ ἀπέκτησε πολύτιμα χειρόγραφα καὶ κειμήλια ἀπὸ τὶς Ῥουμανικὲς Χῶρες, ὅπως ἕνα Εὐαγγέλιο στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Β΄ Μίρτσεα καὶ ἕνα ἄλλο, ἐπίσης στὰ ἑλληνικά, ποὺ προσφέρθηκε ἀπὸ τὸν Ἰερεμία Μοβίλα τὸ 1598, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἀντικειμένων ποὺ φέρουν ῥουμανικὲς ἐπιγραφὲς[13].

 

Ἡ περίοδος ἀκμῆς (17ος – 18ος αἰώνας)

Κατὰ τὸν 17ο καὶ 18ο αἰώνα, οἱ σχέσεις ἔφθασαν στὸ ἀπόγειό τους, μὲ τὶς ἀφιερώσεις νὰ πολλαπλασιάζονται. Στὶς ἤδη ἀφιερωμένες μονὲς προστέθηκαν τὸν 17ο αἰώνα ἡ Μονὴ Mărgineni[14] στὴν Πράχοβα, ἡ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Ῥίμνικου Σαρὰτ καὶ ἡ Μονὴ Adam στὸ Φάλτσιου, καθὼς καὶ ἡ Ἁγία Παρασκευὴ στὸ Ἰάσιο, κτίτορας τῆς ὁποίας ἦταν κάποιος Σαμψὼν.

Οἱ ἡγεμόνες τῆς ἐποχῆς ἐπεδείκνυαν ἐξαιρετικὸ ζῆλο. Ὁ Ἅγιος ἡγεμόνας Κωνσταντῖνος Μπρανκοβεάνου (Constantin Brâncoveanu), μαζὶ μὲ τὸν θεῖο του, σπαθάριο Μιχαὴλ Καντακουζηνό, ἀνήγειραν τὴν προαναφερθεῖσα μονὴ στὸ Ῥίμνικου Σαράτ (Κοίμηση τῆς Θεοτόκου) καὶ τὴν ἀφιέρωσαν στὸ Ὄρος Σινᾶ. Ὁ ἴδιος ὁ Μιχαὴλ Καντακουζηνός, μετὰ ἀπὸ προσκύνημά του στὸ Σινᾶ, ἔκτισε τὴν περίφημη Μονὴ Σινάϊα (Sinaia) στὰ ὄρη Bucegi (1690-1695), δίνοντάς της τὸ ὄνομα αὐτὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Σινᾶ καὶ ἀφιερώνοντάς την ἐπίσης στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης[15]. Ἡ σύνδεση τοῦ Μπρανκοβεάνου μὲ τὴ μονὴ ἦταν τόσο ἰσχυρή, ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σινᾶ Πορφύριος ἔδειξε στὸν Ῥουμάνο λόγιο καὶ προσκυνητή, Μάρκο Μπέζα (Marcu Beza), ἕνα πορτρέτο τοῦ ἡγεμόνα, χρονολογημένο τὸ 1696, ποὺ φυλασσόταν στὴ μονὴ, στὴ σειρὰ μὲ τὰ πορτρέτα τῶν ἡγουμένων τῆς Μονῆς.[16] Πάνω στὸ πορτρέτο ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή:

Constantinus Brankovan

Supremus Valachiae Transalpinae

Princeps Aetis 42

Ao Dni 1696

Καταγράφηκαν ἐπίσης σημαντικὰ προσκυνήματα Ῥουμάνων εὐγενῶν. Τὸ 1682, ἡ Ἕλενα (Ilinca), σύζυγος τοῦ Κωνσταντίνου Καντακουζηνοῦ, ταξίδεψε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸ Σινᾶ μαζὶ μὲ τὸν γιό της, σπαθάριο Μιχαήλ, καὶ τὴν κόρη της Στάνκα. Ἐκεῖ συνάντησαν τὸν πρώην Μητροπολίτη Οὑγγροβλαχίας Βαρλαὰμ (1672-1679), ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει στοὺς Ἁγίους Τόπους μετὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ θρόνου του[17].

Τὰ ἀρχεῖα τοῦ Σινᾶ φιλοξενοῦν σήμερα ἕναν πλούσιο ὄγκο ῥουμανικῶν ἐγγράφων. Ἔχουν ἐντοπιστεῖ 61 ἡγεμονικὰ ἔγγραφα καὶ ῥουμανικὲς ἐπιγραφές, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 33 ἐκδόθηκαν ἀπευθείας ἀπὸ Ῥουμάνους ἡγεμόνες[18]. Αὐτὰ τὰ χρυσόβουλα περιγράφουν κυρίως τὴν ἵδρυση καὶ τὴ διαχείριση τῶν μετοχίων στὶς Ῥουμανικὲς Χῶρες, καθὼς καὶ τὴ διασφάλιση οἰκονομικῆς ὑποστήριξης καὶ φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν. Παραθέτουμε ἐνδεικτικά:

  • 1 Δεκεμβρίου 1610: Διάταγμα τοῦ Κωνσταντίνου Μοβίλα (Constantin Movilă), μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Ἰάσιο ἀνακηρύσσεται μετόχι τῆς Μονῆς Σινᾶ[19].
  • 18 Σεπτεμβρίου 1720: Ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ πρίγκιπας Νικόλαος Μαυροκορδάτος ἀνακηρύσσει τὴ Μονὴ Mărgineni στὴ Βλαχία ὡς ἐξάρτημα (μετόχι) τοῦ Σινᾶ[20].

Κατὰ τὸν 18ο αἰώνα, καταγράφεται ἐπίσης μία σημαντικὴ δωρεὰ ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Βόντα Ντούκα (Constantin Vodă Duca)[21]. Ἡ ἀλληλογραφία στὰ ἀρχεῖα εἶναι ἐκτενής, ὅπως αἱ ἐπιστολὲς τοῦ Χατζηκυριάκη τῆς Βούρλας (Ἐπιτρόπου τοῦ Σινᾶ), ποὺ ἀναφέρονται στὴ δράση του στὴ Βλαχία καὶ τὴ Μολδαβία. Μία ἐπιστολὴ τοῦ 1708 ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης Βουκουρεστίου, Ἱερομόναχο Φιλόθεο, ἀναφέρει ἀκόμη καὶ τὸν Ἅγιο Ἄνθιμο τὸν Ἴβηρα (Antim Ivireanul), Μητροπολίτη Βλαχίας καὶ δύο λόγιους Ἕλληνες, τὸν Γεώργιο Μαγιώτα καὶ τὸν Μάρκο Πορφυρόπουλο[22].

Ἐπίσης πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ μερικὲς φυσιογνωμίες ποὺ ἀκόμη περισσότερο μαρτυροῦν τὴν ῥουμανο-σιναϊτικὴ σχέση. Ὁ Φιλάρετος Μιχαλίτζης, Ἕλληνας ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο, φαίνεται ὅτι μόνασε στὸ Σινᾶ. Ἀργότερα ἔγινε ἡγούμενος τῆς ἀφιερωμένης στὸ Σινᾶ, Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στὸ Βουκουρέστι, στὴ συνέχεια Ἐπίσκοπος Μπουζάου καί, τέλος, Μητροπολίτης Οὑγγροβλαχίας[23]. Τὸν Φιλάρετο στὸ Μπουζάου διαδέχθηκε ἕνας ἄλλος Ἕλληνας, ὁ Ἄνθιμος, ἀπὸ τὴ Μονὴ Mărgineni (ἐπίσης ἀφιερωμένη στὸ Σινᾶ). Ὅταν ὁ Ἄνθιμος αὐτὸς ἀναγκάστηκε νὰ παραιτηθεῖ μετὰ ἀπὸ κατηγορίες μιᾶς συνόδου στὸ Βουκουρέστι (ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Φιλάρετο), ἀποσύρθηκε καὶ πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του στὴ Μονὴ Σινᾶ[24].

 

Ἡ δήμευση (Secularizarea) τοῦ 1863

Οἱ στενοὶ αὐτοὶ δεσμοί, ποὺ διατηρήθηκαν γιὰ αἰῶνες, διακόπηκαν βίαια τὸν 19ο αἰώνα μὲ τὴν πράξη τῆς ἐθνικοποίησης ἢ δήμευσης τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Ἀλέξανδρο Ἰωάννη Κούζα (Alexandru Ioan Cuza).

Ἕως τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα, τὰ ἀφιερωμένα μοναστήρια (ὄχι μόνο στὸ Σινᾶ, ἀλλὰ καὶ στὸν Πανάγιο Τάφο, τὸ Ἅγιον Ὄρος κ.λπ.) κατεῖχαν ἕνα τεράστιο μέρος τῆς γῆς τῶν Ῥουμανικῶν Ἡγεμονιῶν. Μία στατιστικὴ τοῦ 1855 δείχνει ὅτι μόνο στὴ Μολδαβία, τὸ Σινᾶ κατεῖχε 12 μεγάλες ἰδιοκτησίες. Μία ἄλλη στατιστικὴ τοῦ 1848, ἐπίσης ἀπὸ τὴ Μολδαβία, δείχνει ὅτι οἱ Ἅγιοι Τόποι συνολικὰ κατεῖχαν 146 κτήματα, 62 μύλους, 22 ἰχθυοτροφεῖα καὶ 166 πανδοχεῖα, ἐκτὸς ἀπὸ πολλὰ καταστήματα[25].

Στὶς 13/25 Δεκεμβρίου 1863, ἡ κυβέρνηση τοῦ Κούζα παρουσίασε στὴ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιο, τὸ ὁποῖο ἐγκρίθηκε μὲ 93 ψήφους ὑπὲρ καὶ μόλις 3 κατὰ. Τὸ Ἄρθρο 1 τοῦ νόμου ἦταν σαφές: «Ὅλες oἱ μοναστηριακὲς περιουσίες στὴ Ῥουμανία εἶναι καὶ παραμένουν περιουσίες τοῦ Κράτους». Ὁ νόμος περιλάμβανε ὄχι μόνο τὶς ἀφιερωμένες μονές, ἀλλὰ καὶ τὶς μὴ ἀφιερωμένες.

Ὁ νόμος προέβλεπε ἀποζημίωση ὕψους 82 ἑκατομμυρίων ῥουμανικῶν λέι πρὸς τοὺς Ἁγίους Τόπους (ἀπὸ τὴν ὁποία ἀφαιροῦνταν 31 ἑκατομμύρια ὡς χρέη πρὸς τὸ κράτος). Παράλληλα, τὸ Ἄρθρο 6 ὑποχρέωνε τοὺς Ἕλληνες ἡγουμένους νὰ παραδώσουν στὸ ῥουμανικὸ κράτος ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἀξίας, τὰ βιβλία καὶ τὰ ἱστορικὰ ἔγγραφα τῶν μονῶν ποὺ διοικοῦσαν.

Ἡ πράξη αὐτὴ προκάλεσε σφοδρὴ διεθνὴ ἀντίδραση. Ὁ Μέγας Βεζύρης Φουὰντ Πασᾶς ἀπέστειλε ἐπιστολὴ στὸν Κούζα κηρύσσοντας τὸν νόμο ἄκυρο. Οἱ γενικοὶ πρόξενοι τῆς Ῥωσίας, τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Πρωσίας διαμαρτυρήθηκαν ἔντονα. Μόνο ἡ Γαλλία ὑποστήριξε διπλωματικὰ τὴ Ῥουμανία.

Μία διάσκεψη τῶν πρεσβευτῶν τῶν ἑπτὰ Ἐγγυητριῶν Δυνάμεων συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἀπρίλιος-Μάιος 1864) γιὰ νὰ καθορίσει τὶς ἀποζημιώσεις. Οἱ Ἕλληνες μοναχοί, ὡστόσο, προσπάθησαν νὰ ἐμποδίσουν τὴ διαδικασία, ἀρνούμενοι νὰ παρουσιάσουν τοὺς τίτλους ἰδιοκτησίας τῶν περιουσιῶν που ἰσχυρίζονταν ὄτι τοὺς ἀνήκαν. Ἡ ῥουμανικὴ κυβέρνηση αὔξησε τὴν προσφορά της στὰ 102 ἑκατομμύρια, καὶ στὴ συνέχεια στὰ 150 ἑκατομμύρια λέι. Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ῥωσίας, ἀρνήθηκαν, ἀπαιτώντας 200 ἑκατομμύρια. Τελικά, οἱ ξένες δυνάμεις ἔπαψαν νὰ παρεμβαίνουν καὶ ἡ ῥουμανικὴ κυβέρνηση θεώρησε τὸ ζήτημα λῆξαν.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, περίπου τὸ ἕνα τέταρτο (25,26%) τοῦ ἐδάφους τῆς χώρας πέρασε στὴν κατοχὴ τοῦ κράτους, τερματίζοντας ἀπότομα μία σχέση αἰώνων οἰκονομικῆς, πνευματικῆς καὶ πολιτιστικῆς ὑποστήριξης μεταξὺ τῶν Ῥουμανικῶν Χωρῶν καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ.

*****************************************************

[1] John Lewis Burckhardt, Travels in Syria and the Holy Land, London, 1822, σσ. 562-564.

[2] «The Jibaliyeh tribe, who are recognised as the serfs of the convent. This tribe is said to be of European origin and to have descended from the colony of Wallachian and Egyptian slaves, placed there by Justinian to protect the monks. They themselves have a tradition that they came from a country called “K’lah;” and their features, differing somewhat from the ordinary Bedawi type, would seem to favour the supposition» (E.H. Palmer, The Desert of the Exodus. Journeys on foot in the wilderness of the forty years wanderings, Deighton, Bell, and Co., Cambridge/London, 1871, σ. 74

[3] Edward Robinson, Biblical Researches in Palestine, Mount Sinai and Arabia Petraea, vol. I, Crocker & Brewster, Boston, 1841, σ. 200.

[4]Ἐγίρα (ἀραβιστὶ Hijra), ποὺ σημαίνει «ἀποδημία» ἢ «μετανάστευση», ἀναφέρεται στὴ φυγή τοῦ Προφήτη Μωάμεθ καὶ τῶν πρώτων ὀπαδῶν του ἀπὸ τὴ Μέκκα στὴ Μεδίνα τὸ ἔτος 622 μ.Χ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρεῖται θεμελιῶδες γιὰ τὸ Ἰσλάμ, καθὼς σηματοδοτεῖ τὴν ἵδρυση τῆς πρώτης μουσουλμανικῆς κοινότητας καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρία τοῦ ἰσλαμικοῦ ἡμερολογίου.

[5] Major C. S. Jarvis (Governor of Sinai), Yesterday and To-day in Sinai, Houghton Mifflin Company, Boston and New York, 1932, σ. 229.

[6] «The Gebeliyeh, the so-called serfs of the convent, who are held to be the lineal descendants of the four hundred Wallachian and Egyptian slaves whom the emperor settled in the peninsula» (Lina Eckenstein, A History of Sinai, Society for promoting Christian knowledge, London, 1921, σσ. 189-190.

[7] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 1ος τόμος, Editura IBMBOR, Βουκουρέστι, 1980, σ. 413.

[8] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 1…, σ. 602.

[9] Adrian Marinescu, „Romanian items and testimonies, currently held in the archives of St. Catherine, Mount Sinai Monastery”, στο Emilian Popescu, Tudor Teoteoi καὶ Mihai Ovidiu Cățoi (ἐκδότες), Études byzantines et post-byzantines VI, Εκδ. Ρουμανικῆς Ἀκαδημίας, Βουκουρέστι, 2011,  σ. 448.

[10] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 1…, σσ. 551-552.

[11] Ὁ ἡγεμόνας τῆς Βλαχίας, Ματέι Μπασαράμπ (Matei Basarab, 1632-1654), ἀντιδρώντας στὶς καταχρήσεις καὶ στὴν αὐξανόμενη ἑλληνικὴ οἰκονομικὴ ἐπιρροή, προέβη σὲ μία ῥιζικὴ ἐνέργεια. Τὴν περίοδο 1638-1640 «ἀνακάλεσε» (dezânchinat) 22 μονές, μὲ τὴν αἰτία ὅτι οἱ ἀφιερώσεις τους εἶχαν βασιστεῖ σὲ πλαστὰ χρυσόβουλα. Ἡ ἀπόφασή του, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε ἐπίσης μελλοντικὲς ἀφιερώσεις, ἐπικυρώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιο τὸ 1641. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ Ματέι Μπασαράμπ δὲν ὑπῆρξε πολέμιος τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ συνέχισε νὰ ἐνισχύει τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐπιδιώκοντας ἁπλῶς τὸν ἔλεγχο τοῦ φαινομένου τῶν ἀφιερώσεων. Γιὰ περισσότερες πληροφορίες βλ. Pr. Dr. Ioan Moldoveanu, Contribuţii la istoria relaţiilor Ţărilor Române cu Muntele Athos (1650 – 1863): în întâmpinarea a 1045 de ani de la fondarea Muntelui Athos (963 – 2008), Editura IBMBOR, Βουκουρέστι, 2002, σσ. 32-34.

[12] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 1…, σ. 603. Στὴ σημερινὴ Δημοκρατία τῆς Μολδαβίας.

[13] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 1…, σ. 603.

[14] Ἡ πράξη ἀφιέρωσης ἔγινε στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1720 ἀπὸ τὸν Νικόλαο Μαυροκορδάτο.

[15] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 2ος τόμος, Editura IBMBOR, Βουκουρέστι, 1981, σ. 221.

[16] Marcu Beza, „Urme Românești la Muntele Sinai și Mănăstirea Sf. Sava”, στο Boabe de grâu, 10 (1932), σ. 458.

[17] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 2…, σσ. 272-273.

[18] Adrian Marinescu, „Romanian items and testimonies, currently held in the archives of St. Catherine, Mount Sinai Monastery”, στο Emilian Popescu, Tudor Teoteoi καὶ Mihai Ovidiu Cățoi (ἐκδότες), Études byzantines et post-byzantines VI, Εκδ. Ρουμανικῆς Ἀκαδημίας, Βουκουρέστι, 2011,  σσ. 468-469.

[19] Adrian Marinescu, „Romanian items and testimonies…”, σ. 468.

[20] Adrian Marinescu, „Romanian items and testimonies…”, σ. 474.

[21] Nicolae Iorga, „Legături Românești cu Muntele Sinai. Observații la comunicarea d-lui M. Beza”, στο Academia Română, seria III, tom. XIII, Βουκουρέστι, 1933, σσ. 343-345.

[22] Adrian Marinescu, „Romanian items and testimonies…”, σ. 472.

[23] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 2…, σ. 403.

[24] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 2…, σ. 440-441.

[25] Preot prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române, 3ος τόμος, Editura IBMBOR, Βουκουρέστι, 1981, σ. 119-121.

 

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Μαρτυρία», αρ. 138 (2026), σσ. 63-70

Share