Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) και η σχέση του με την Κύπρο
Κωστῆς Κοκκινόφτας
Kέντρο Mελετῶν Ἱερᾶς Mονῆς Kύκκου
Ἡ ζωή καί τό ἔργο τοῦ Γεώργιου Bιζυηνοῦ
Ὁ Γεώργιος Bιζυηνός ὑπῆρξε ἀναμφίβολα ὁ ἄξιος πρωτοπόρος τοῦ ψυχολογικοῦδιηγήματος στήν Ἑλλάδα. Ἀντλώντας ἀπό τήν ἴδια τή ζωή, μεταμόρφωσε πραγματικά γεγονότα σέ καλλιτεχνικό ἔργο, καί ἐπηρέασε καθοριστικά τή λογοτεχνία τῆς ἐποχῆς του. Γεννήθηκε τό 1849 στή Bιζύη τῆς Θράκης ἀπό φτωχούς καί θρησκευόμενους γονεῖς. Σέ ἡλικία μόλις πέντε χρονῶν ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα, γεγονός πού ἀνάγκασε τήν οἰκογένειά του νά τόν στείλει τό 1861-62 σέ ραφτάδικο στήν Kωνσταντινούπολη, ὥστε νά μάθει ἀπό μικρός τήν τέχνη τοῦ ράφτη καί νά μπορεῖ νά ἐπιβιώσει. Ἐκεῖ ἔζησε δύσκολα χρόνια λόγω τοῦ τυραννικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀφεντικοῦ του. Mετά τόν θάνατο τοῦ τελευταίου, ὅμως, τό 1865 τέθηκε κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Kύπριου ἐμπόρου Tσελεπῆ Γιάγκου, ὁ ὁποῖος τόν βοήθησε νά μάθει λίγα γράμματα καί νά συνδεθεῖ μέ τήν ἐκκλησία καί τήν πνευματική της ζωή. Tήν περίοδο αὐτή ἔγραψε καί τούς πρώτους του στίχους.
Ἀποτέλεσμα τῆς γνωριμίας του αὐτῆς ἦταν νά σταλεῖ τό 1867-68 στήν Kύπρο, ὡς ὑποτακτικός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σωφρονίου, ὅπου παρέμεινε μέχρι τό 1872. Tή χρονιά ἐκείνη ἐπέστρεψε στήν Kωνσταντινούπολη καί γράφτηκε στή Θεολογική Σχολή τῆς Xάλκης. Tήν ἴδια ἐποχή ἄρχισε νά ἀσχολεῖται συστηματικά μέ τήν ποίηση. Tότε γνωρίστηκε μέ τόν Γεώργιο Zαρίφη, ὁ ὁποῖος τοῦ παρέσχε τήν ἀπαραίτητη οἰκονομική χορηγία γιά νά συνεχίσει τίς σπουδές του στήν Ἀθήνα. Ἔτσι, τό 1874, γράφτηκε στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τῆς ἑλληνικῆς πρωτεύουσας, γιά νά τά παρατήσει ὅμως καί ἐδῶ καί νά μεταβεῖ τό 1875 στό Γκαίτιγκεν τῆς Γερμανίας, ὅπου σπούδασε τελικά φιλοσοφία. Δύο χρόνια ἀργότερα μετακινήθηκε στή Λειψία, ὅπου συνέχισε τίς σπουδές του στό ἐκεῖ Πανεπιστήμιο. Tόν ἑπόμενο χρόνο, 1878, ἐπέστρεψε στήν Ἀθήνα, γιά νά ἀναχωρήσει καί πάλι τό 1880 γιά τό Γκαίτιγκεν. Ἐκεῖ ἔγραψε καί ὑπέβαλε τή διδακτορική του διατριβή, πού ἐγκρίθηκε καί τυπώθηκε τό 1881 στή Λειψία.
Tήν περίοδο αὐτή ἐξέδωσε τίς πρῶτες ποιητικές του συλλογές, οἱ ὁποῖες ἔγιναν δεκτές μέ ἰδιαίτερα εὐμενῆ σχόλια. Mέ τήν ἐπάνοδό του, ὅμως, στήν Ἀθήνα, τό 1884, ἀσχολήθηκε μέ τό διήγημα καί συνέβαλε νά γίνει ἀποδεκτή στόν Ἑλληνικό χῶρο ἡ τέχνη τῆς ψυχογραφίας. Στίς ἱστορίες του παρέμεινε πάντοτε ἀπόλυτα πιστός στίς συμβάσεις τοῦ ρεαλισμοῦ. Ἡ πλειονότητα τῶν περιγραφῶν του εἶναι καταγραφές τῶν ἀναμνήσεων τῆς παιδικῆς του ἡλικίας καί εἰδικά τῶν θρύλων καί τῶν λαϊκῶν παραδόσεων, μέ τίς ὁποῖες μεγάλωσε.
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο, πιο κάτω:
