Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου: δύο «μάρτυρες τροπαιοφόροι», δια χειρός Φώτη Κόντογλου

Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου: δύο «μάρτυρες τροπαιοφόροι», δια χειρός Φώτη Κόντογλου

Σωτηρούλα Βασιλείου, Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.

Στις 10 Μαΐου 1956 οι Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου έγιναν οι πρώτοι Έλληνες Κύπριοι ηρωομάρτυρες της βρετανικής αγχόνης. Στις 9 Μαΐου 1956, χιλιάδες Αθηναίοι είχαν βγει στους δρόμους, διαδηλώνοντας υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Αφορμή ήταν ο προγραμματισμένος απαγχονισμός των δύο αγωνιστών. Οι διαδηλώσεις στην Αθήνα βάφτηκαν με αίμα. Τέσσερις άνθρωποι σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν.

4 οι νεκροί, εκατοντάδες οι τραυματίες.

Στις 20 Μαΐου, ο Φώτης Κόντογλου δημοσίευσε, στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελευθερία», ένα γλαφυρό όσο και δηκτικό άρθρο υπό τον τίτλο: «Μάρτυρες τροπαιοφόροι. Παληοί και νέοι ήρωες της Κύπρου». Στο οξυδερκές κείμενο του αϊβαλιώτη συγγραφέα, αγιογράφου και ζωγράφου, οι μορφές των δύο ηρώων παραβάλλονται με εκείνη του εθνομάρτυρα Κυπριανού, του Αθανάσιου Διάκου, του Αγίου Γεωργίου και των Τριών Παίδων εν καμίνω. Από την άλλη, οι Βρετανοί συγκρίνονται με τους Οθωμανούς, τον Ναβουχοδονόσορα Β΄ και τους άλλους διώκτες του χριστιανισμού. Στίχοι του Βασίλη Μιχαηλίδη συναντούν εκκλησιαστικούς ύμνους και παραδοσιακά ποιήματα.

Νά! Ήρθε η ώρα, που η Κύπρος γίνηκε «αντρειωμένη δράκαινα», θηρίο ανήμερο, όπως της το ευχήθηκε ο Πίνδαρός της, ο ποιητής κ’ έβγαλε ένα μουγκρητό τόσο φοβερό, που μπουμπουνίσανε τα βουνά, σείσθηκε η γης, κι’ άκουσε η Ανατολή κ’ η Ευρώπη αυτό που είπε με το φοβερό μουγκρητό της, πως είναι «σκλάβα ασκλάβωτη!».

«Είμαι πουλίν κουτσόφτερον με ήμισην γαλάτην,

μα είπαν πολλά για λόγου μου κ’ έχω καρδιάν γεμάτην.

Νά ’τουν που νάμουν δράκαινα, δράκαιν’ αντρειωμένη,

ήθεν να ρίψω μιάν φωνήν, φωνήν δρακοντεμένην,

να πουμπουνίσουν τα βουνά, να συγκλειστούν οι τόποι,

ν’ ακούση κ’ η Ανατολή, ν’ ακούση κ’ η Ευρώπη […]».

Τον καιρό που τάγραφε αυτά ο ποιητής, η δράκαινα βασίλισσα, που κάθεται στη δύση θρονιασμένη, καμώθηκε πως λυπότανε τη σκλάβα την Κύπρο, και την χάιδεψε για να την αποκοιμήση. Μα τώρα, που θέλησε να κάνη πάλι το ίδιο, η σκλάβα δεν αποκοιμήθηκε πια με τις ψεύτικες γαλιφιές της, αλλά αγρίεψε, κ’ έγινε κι αυτή «δράκαινα αντρειωμένη», και χύθηκε καταπάνω στην κακή αφέντρα της, και την έκανε να πάψη τα ψεύτικα γλυκομιλήματα, και να βγάλη στα φανερά τα κρυμμένα νύχια της, και να τρίξη τα αχόρταστα δόντια της.

Το δυστυχισμένο αυτό νησί, ξέρει περισσότερο από κάθε ελληνική χώρα τι πικρό φαρμάκι είχε η σκλαβιά. Από αιώνες αλλάζει αφέντη κ’ εξουσιαστή, από τον έναν μπόγια πέφτει στον άλλον τύραννο, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. Όλοι τους είναι βγαλμένοι από την ίδια σκληρή κι’ ανήλεη ράτσα, άκαρδοι, συμφεροντολόγοι, βάρβαροι, είτε έρχουνται από την Ανατολή είτε έρχονται από τη Δύση. Θαρρεί κανένας πως όλοι αυτοί οι τύραννοι που βασανίσανε τη φυλή μας, την εχθρεύουνται τόσο πολύ, γιατί δεν της συγχωρνούνε το ότι θέλησε να τους κάνη ανθρώπους, από θηρία που ήτανε πριν, θαρρεί κανένας πως τους αγρίευε και τους έκανε να λυσσάξουνε το φως που έριχνε μέσα στις σκοτεινές σπηλιές τους που κοιμώντανε ναρκωμένοι, σαν τις αρκούδες του χειμώνα.

Στα 1821 κρεμάσανε στην Κύπρο οι τότε αφεντάδες της τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, τον Εθνάρχη της. Απάνω στα εκατό τριάντα πέντε χρόνια από εκείνη τη μέρα, κρεμάσανε οι τωρινοί αφέντες της τους δύο νέους πρωτομάρτυρες, τον Καραολή και τον Δημητρίου, που ανοίξανε το νέο Μαρτυρολόγιο της, αφού πρωτήτερα εξωρίσανε σ’ ένα νησί του Ωκεανού τον σημερινό αρχιεπίσκοπο, τον Εθνάρχη Μακάριο.

Ο τύραννος άλλαξε φυλή, μα η κρεμάλα είναι η ίδια. Τον Καραολή και τον Δημητρίου τους πήρανε από τη φυλακή οι ξευγενισμένοι τύραννοί τους και τους στήσανε μπροστά στις κρεμάλες για να ακούσουνε τη φωνή της «δικαιοσύνης» που «άθελά της» τάχα τους θανάτωνε για την τάξη του κόσμου. Ύστερα τους περάσανε «με ευγένεια» τη θελιά στον τρυφερό λαιμό τους, και σε λίγο γύρανε στον ώμο τους σαν μαραμένα τριαντάφυλλα, μέρα ανοιξιάτικη, την 10ην Μαΐου του 1956.

Δεν δειλιάσανε οι καινούριοι Έλληνες Μακκαβαίοι. Δεν παραπονεθήκανε για τα νειάτα τους. Το μοναχό παράπονό τους ήτανε πως τους κρεμάσανε κατά την άνοιξη που ανθίζει όλη η πλάση. Θαρρείς πως τους ακούς να τραγουδάνε μαζί με τον αδικοσκοτωμένο αδερφό τους, τον Θανάση Διάκο, που τον σουβλίσανε σαν κριάρι πριν από εκατό τόσα χρόνια: «Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π’ ανθίζουν τα βουνά και βγάζ’ η γης χορτάρι!».

Τούτο το αγιασμένο ζευγάρι, τούτους τους δύο νέους Πρωτομάρτυρες, δεν πρέπει να τους τραγουδάνε μοναχά οι Έλληνες στον αιώνα, μα πρέπει να τους ψέλνουνε και στην Εκκλησιά, μαζί με τη λαμπροφόρα Ανάσταση, μαζί με τον τροπαιοφόρο Άγιο Γεώργιο, που μαρτύρησε κ’ εκείνος απάνω στ’ άνθος της νηότης του κ’ απάνω στο άνθισμα της άνοιξης, όπως λέγει το εξαίσιο τροπάρι του: «Ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευωχηθώμεν, εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού, δεύτε εὐφρανθώμεν, η του αθλοφόρου μνήμη, τους πιστούς φωτίζουσα ἀνεδείχθη…». Και παραλληλίζοντες την Ωδή που ψέλνουνε για τους για τους Τρεις Παίδας εν τη καμίνω, να μελωδούνε γι’ αυτούς τους δύο γενναίους Παίδας: «Έκνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβούς λαούς εκλόνισε, πλέον απειλής και δυσφημίας θεοστεγούς. Όμως Δύο Πάιδας ουκ εδειμάτωσε θυμός θηριώδης, ουδέ αγχόνη. Αλλά δροσοβόλω πνεύματι, εν τη αγχόνη σκιρτώντες έψαλον: Ο Υπερύμνητος των Πατέρων και ημών Θεός, ευλογητός ει» […].

Τα ίδια κάνανε κ’ οι παληοί αφεντάδες της Κύπρου προ 135 χρόνια. «Κ’ επήραν τον Κυπριανόν δυο τρεις αρματωμένοι πουκάτ’ από την συκαμνιάν, κοντά στον θάνατόν του, κ’ εφάνην η συρτοθηλιά πάνω στο μέτωπόν του. Τότες ο Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του στον ουρανόν, κ’ εφάνησαν τα μάτια του κλαμένα. Εφάνην πως επόνησεν ’πο μέσα στην ψυχήν του, κ’ είπεν τούταα τα υο λόγια με δυό χείλη καμένα: ‘‘Θεέ, που άκρην δεν έχεις, ποτέ στην καλωσύνην, λυπήσου μας και δόσε πια χαράν στην ρωμηοσύνηνη’’, κ’ ετρέξασιν τα  δρώματα από το πρόσωπόν του, από του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν, κι’ έβαλαν την συρτοθηλιάν ευρύς εις τον λαιμόν του και πια ετελειώσασιν τα τόσα βάσανά του’».

Ναι! Ίδιοι κι’ απαράλλαχτοι είναι οι παλιοί κ’ οι καινούριοι αφεντάδες της Κύπρου, μα ίδιοι κι’  απαράλλαχτοι, κι’ ακατάλυτοι σαν βράχοι, είναι κ’ οι γενναίοι μάρτυρες της.

Οι βασανιστές της ας ακούσουνε κι’ ας γράψουνε βαθειά μέσα τους τα παρακάτω λόγια: «Η ρωμιοσύνη εν φυλή συνώκαιρη του κόσμου,

κανένας δεν ευρέθηκε για να την ηξαλείψη,

κανένας, γιατί σκέπει την ’πο τάψη ο Θεός μου.

Η ρωμιοσύνη θα χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!

Το ’νίν όταν τρώγει την γην, τρώγει την γην θαρκέται,

μα πάντα κείνο τρώγεται και κείνο καταλυέται!».

Share