Ομιλία Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου κατά την εκδήλωση μνήμης και τιμής προς τον αείμνηστο Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Εκκλησίας της Κύπρου Θεόδουλο Καλλίνικο

Ομιλία Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου κατά την εκδήλωση μνήμης και τιμής προς τον αείμνηστο Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Εκκλησίας της Κύπρου Θεόδουλο Καλλίνικο

Ομιλία Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου

κατά την εκδήλωση μνήμης και τιμής προς τον αείμνηστο Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Εκκλησίας της Κύπρου Θεόδουλο Καλλίνικο

Λευκωσία, Θέατρο «Παλλάς», Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

 

Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι. Εκλεκτή ομήγυρη, καλησπέρα σας,

Η αποψινή σεμνή εκδήλωση μνήμης και τιμής προς τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Εκκλησίας της Κύπρου, αείμνηστο Θεόδουλο Καλλίνικο αντικατοπτρίζει την τιμή από τους αρμοδίους του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού που αποφάσισαν να ορίσουν το έτος 2019 ως έτος Θεόδουλου Καλλίνικου[1] και σε όλους εκείνους που είχαν την έμπνευση να οργανώσουν και να πραγματοποιήσουν αυτήν την  εσπερίδα.

Επιτρέψατε μου να εκφράσω τις ευχαριστίες και τη συγκίνησή μου για την πρόσκληση και την ευλογία που έτυχα απόψε. Την ευλογία του Μακαριωτάτου Προκαθημένου μας, κ.κ. Χρυσοστόμου, την οποία επιδαψιλεύουμε προς όλους σας και την πρόσκληση της οργανωτικής επιτροπής, να αρθρώσω λίγες σκέψεις για τον τιμώμενο Δάσκαλο: τον Πρωτοψάλτη, το μουσικό, τον ερευνητή, με μία λέξη τον άνθρωπο Θεόδουλο Καλλίνικο.

Ευχαριστώ το Θεό που μου χάρισε την ευκαιρία να συναντήσω το Θεόδουλο Καλλίνικο στα εφηβικά μου χρόνια (αρχές της δεκαετίας του ΄80) στις αυλές της Αρχιεπισκοπής, πλησίον των μακαριστών Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Α΄ και Μητροπολίτου Κυρηνείας Γρηγορίου, και να διδαχθώ από την αγάπη του για την Εκκλησία και τη Βυζαντινή Μουσική.

Η συνάντηση μαζί με το Δάσκαλο (1981-85) ήταν για εμένα και τους συμμαθητές μου πεπληρωμένη δέους και σεβασμού στο πρόσωπο του Άρχοντα Πρωτοψάλτη. Εμείς 14 με 18 ετών κι εκείνος 80 με 85 ετών! Κατά γενική ομολογία, ολόκληρη η ζωή του Θ. Καλλίνικου υπήρξε μια συνεχής δράση και προσφορά. Αναδείχθηκε σε εξέχουσα φυσιογνωμία της κυπριακής κοινωνίας του 20ού αιώνα, που υπηρέτησε με θρησκευτική ευλάβεια τόσο την Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική, όσο και τη δημοτική παραδοσιακή μουσική του τόπου μας.

Ο Δάσκαλος Θ. Καλλίνικος βάδιζε σταθερά προσηλωμένος στην Εκκλησία και τη Μουσική της παράδοσης, με εκείνα που έμαθε από μικρός στη γενέτειρά του, το Λευκόνοικο της Μεσαορίας. Γεννήθηκε το Μάιο του 1904. Ήταν το ενδέκατο παιδί, από τα δεκατέσσερα, της Μαρικκούς Καλλινίκου και του Καλλίνικου Χατζησυμεού Πρωτόπαπα. Μεγάλωσε μέσα σε στερήσεις και κακουχίες στον κάμπο της Μεσαορίας. Όμως, τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο, γιατί είχε μεγάλη έφεση στα γράμματα και εκδηλώθηκε το ταλέντο του για τη μουσική και τη ζωγραφική, που όσο περνούσαν τα χρόνια, η έφεση γι’ αυτές μεγάλωνε. Αισθανόταν την κλήση του αυτή ως κάλεσμα της πρόνοιας του Θεού.

Στην αρχή κοντά στους πρώτους δασκάλους: τη γιαγιά, τον ιερέα, τους γονείς. Αργότερα στο σχολείο, την εργασία, το στασίδι και το αναλόγιο της λατρευτικής ζωής, το οποίο τίμησε μέχρι της τελευταίας του αναπνοής. Το μυστικό του Θεόδουλου Καλλίνικου για την πρόοδο και εξέλιξή του είναι η αγάπη του για την Εκκλησία, την παράδοση και η ιδιοσυγκρασία που ανέπτυξε. Ο Λευκονοικιάτης δάσκαλος Μάρκος Χαραλάμπους διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μικρού μαθητή. Στα 15 του χρόνια παρακολουθεί μαθήματα στο σπουδαίο ψάλτη στον Άγιο Λάζαρο Λάρνακος, Κλεάνθη Μεσολογγίτη, και στα 17 του μαθητεύει κοντά στον Πρωτοψάλτη της Αρχιεπισκοπής, μεγάλο δάσκαλο της Βυζαντινής Μουσικής Στυλιανό Χουρμούζιο, που αργότερα τον διαδέχεται ως ιεροψάλτης στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννου.

Ο Χουρμούζιος διέκρινε τις ικανότητες του μαθητή του και υπήρξε για τέσσερα χρόνια ο μέντοράς του. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ο δάσκαλος του συνέστησε να περιέλθει το νησί και να καταγράψει και έτσι να διασώσει τη δημοτική παραδοσιακή μουσική. «Θεόδουλε, ξέρω ότι κατέχεις τη δύναμη να περιέλθεις τη νήσο, να καταγράψεις και να διασώσεις τη δημοτική μουσική και μια μέρα η πατρίς θα σ’ ευγνωμονεί». Πολλές φορές μας επαναλάμβανε αυτή τη φράση ο Καλλίνικος, όταν ήθελα να μας μιλήσει για την προσωπικότητα του Χουρμούζιου και το στενό τους σύνδεσμο.

Υπηρέτησε ως ιεροψάλτης το 1924 στο χωριό του, το 1925 στο Πραστιό Μεσαορίας, όπου αρραβωνιάζεται τη σύντροφο της ζωής του Μαρούλα, κόρη του ιερέα Δημητρίου Χατζηνικόλα[2]. Στο Πραστιό της Μεσαορίας, ιδρύει Σχολή Βυζαντινής Μουσικής με 32 μαθητές, οι οποίοι αποτέλεσαν το προζύμι των ιεροψαλτών της Κύπρου. Αργότερα ιδρύει περιοδεύουσα Σχολή Βυζαντινής Μουσικής στα χωριά Γαϊδουράς, Πυργά Μεσαορίας, Λιμνιά, Στύλλους, Άγιο Σέργιο. Μετακινείται σταδιακά με όλα τα υπάρχοντα μέσα ατομικής μεταφοράς: αρχικά με γαϊδούρι και αργότερα ποδήλατο και κατόπιν μοτοσικλέτα.

Το 1929 (Αύγουστος-Νοέμβριος) συνοδεύει σε ποιμαντική περιοδεία τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κύριλλο Γ΄. Το Δεκέμβριο του 1929-1933 διορίζεται δεξιός ψάλτης στο ναό του Αγίου Σάββα στη Λευκωσία. Διδάσκει Βυζαντινή Μουσική και ταυτόχρονα συγκεντρώνει παραδοσιακό υλικό, σύμφωνα με την ευχή του δασκάλου του. Όμως, τίποτε δεν τον ανακόπτει από τη σφοδρότητα της αγάπης του για την τέχνη. Αναζητά περισσότερα εφόδια,  η ψυχή του διψά για πλατύτερη γνώση. Έτσι, το 1933 μεταβαίνει για ευρύτερες σπουδές στο Κλεινό Άστυ. Στην Αθήνα των ονείρων κάθε  Έλληνα Κύπριου. Φοιτά στη Σχολή Παπαδημητρίου και στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών με σπουδαίους δασκάλους: το Σπύρο Καψάσκη και τον Ιωάννη Σακελλαρίδη[3].

Εντυπωσιάζει τους δασκάλους και εξεταστές του. Ο Μανώλης  Καλομοίρης γράφει συγκεκριμένα για το έργο του Θ. Καλλίνικου: «Τα Κυπριώτικα λαϊκά τραγούδια στολίζουν σαν ατίμητα πετράδια τη χρυσή αλυσίδα της μίας και αξεχώριστης Ελληνικής μουσικής, που μαζί με τη θρησκεία και τη γλώσσα μαρτυρούν ατράνταχτα την ενότητα της φυλής».

Το 1936 επιστρέφει στην Κύπρο και εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Ιδρύει το 1937 τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής υπό την ευλογία της Εκκλησίας της Κύπρου.

Γίνεται Ιεροψάλτης μόνιμος συνοδός του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, Μητροπολίτου Πάφου Λεοντίου. Ο Αρχιεπίσκοπος Λεόντιος, ο οποίος διετέλεσε 14 έτη Τοποτηρητής και 36 ημέρες Αρχιεπίσκοπος, του απονέμει τον τίτλο του Πρωτοψάλτη το 1947.

Τον Ιανουάριο του 1950 διδάσκει στους μαθητές του Παγκυπρίου Γυμνασίου το τραγούδι «Η Κύπρος μας που στέναζε τόσους αιώνες σκλάβα»[4]. Η υπογραφή του διακρίνεται στην πρώτη σελίδα του Δημοψηφίσματος για την Ένωση της Κύπρου με τη Μητέρα Ελλάδα.

Αργότερα, το 1954, επί Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τη διαχείριση της Σχολής αναλαμβάνει η Εκκλησία της Κύπρου, με τον ίδιο να παραμένει διευθυντής. Η Σχολή αυτή ανέδειξε τους πιο σημαντικούς και αξιόλογους ιεροψάλτες της Κύπρου.

Συμμετέχει στον Αγώνα του 1955–59, ως γνήσιος φιλόπατρις Έλληνας, με σεμνότητα και φρόνηση. Πολλά από τα αυτοσχέδια ποιήματα του Αγώνα μελοποιήθηκαν από τον Καλλίνικο. Το 1958 διδάσκει αφιλοκερδώς στο Παγκύπριο Γυμνάσιο κυπριακούς χορούς και τραγούδια του τόπου μας. Το ίδιο έπραξε για τρία χρόνια στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου.

Ο Καλλίνικος φύλαξε βαθιά στην ψυχή του την προτροπή του δασκάλου του Χουρμούζιου  και με πολλές δυσκολίες για πολλά χρόνια περιήλθε και κατέγραψε τα πιο σημαντικά δημοτικά τραγούδια, τα οποία εξέδωσε το 1951 με την ονομασία «Κυπριακή Λαϊκή Μούσα». Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της αξίας αυτής της έκδοσης, και συμβολή του Καλλίνικου για τους επιγόνους, είναι ότι παραθέτει τη μουσική με χαρακτήρες της παρασημαντικής και νότες του πενταγράμμου. Επίσης, εξέδωσε δύο δίσκους με κυπριακά δημοτικά τραγούδια.

Στα διαλείμματα των μαθημάτων, μάς έλεγε πολλά περιστατικά από τη ζωή του και τον αγώνα του για καταγραφή της παραδοσιακής μας μουσικής. Ένα που είναι πολύ γνωστό, ήδη καταγεγραμμένο και σε τηλεοπτική συνέντευξή του, είναι το ακόλουθο:

«Λοιπόν, εγινόταν πανήγυρις σε ένα χωριό της Μόρφου. Στο δρόμο βλέπω από μακριά ένα βρακά, τζι ένεφκέ μου να σταματήσω. Ήταν ένας ψάλτης της Ζώδειας ονόματι Βαρνάβας: «Καλλίνικέ μου, κατέβα κάτω».

«Ήταν μαζεμένα εξήντα άτομα από το Άρσος Λεμεσού. Σφάζαν τον μόσχο τον σιτευτό τζιαι κάτω που τα πεύκα εκάμναν σούβλες. Εψάλλαμε ύμνους. Ξεκινούσε το γλέντι πρώτα με προσευχή και μετά τραούδι. Ο καθένας να πει και το δικό του, με το δικό του χρωματισμό και ύφος.

Απέναντι μου καθόταν μια γριά. Άρχισε να τραγουδά ένα τραγούδι στη χρωματική κλίμακα, που πρώτη φορά άκουα.

«Το τέρτιν της καρτούλας μου, δκυο μύλοι εν τ’ αλέθουν,

μήτε οι στράτες το χωρούν, μ’ οι ποταμοί που τρέχουν».

Όμως, οι Αρσιώτες έπρεπε να φύγουν. Το λεωφορείο ετοιμάζεται για αναχώρηση. Το τραγούδι έμεινε ατέλειωτο, γιατί έπρεπε να φύγουν».

Από τη μια στενοχωρία και από την άλλη η αποφασιστικότητα του Θ. Καλλίνικου. Και συνεχίζει: «Την άλλη μέρα πήρα τη γυναίκα του, τη Μαρούλα, και πήγαμε στο Άρσος Λεμεσού. Βρήκαμε τη γριά και χίλια παρακάλια να μας ξαναπεί τους στίχους και το μέλος και έτσι κατέγραψα το τραγούδι».

Αργότερα, εκείνα τα χρόνια, προμηθεύτηκε ένα μαγνητόφωνο με καρούλια κι έτσι κατάφερε να συγκεντρώσει πολύ λαογραφικό υλικό[5].

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ τον είχε στη συνοδεία του στην Αφρική κατά τις ιεραποστολικές περιοδείες το 1971. Ιδρύει το 1976 τον Όμιλο Βυζαντινής Μουσικής «Χουρμούζιος ο Κύπριος», εκ βάθους ευχαριστία για το δάσκαλό του. Ο Όμιλος συνεχίζει την πορεία του με τη διεύθυνση του Ιεροψάλτου και διδασκάλου κ. Γεώργιου Λοΐζου.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Κύπρου το 1977, μετά από πρόταση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Α΄, με τον οποίο γνωρίζονταν ιδιαίτερα από τότε που ήταν συνάδελφοι καθηγητές στην Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας», εκτιμώντας το πλούσιο και πολυσχιδές έργο και την ευρύτερη προσφορά του προς την Εκκλησία και την Πατρίδα, του απένειμε, κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Συνόδου, το μεγαλύτερο τιμητικό Οφίκιο σε Ιεροψάλτη, αυτό του «Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου». Η αναγνώριση στο πρόσωπο του Θ. Καλλίνικου δεν ήταν μόνο για τον καλλικέλαδο ιεροψάλτη και την ερμηνεία των εκκλησιαστικών ύμνων, αλλά και για την προσφορά εκατοντάδων μαθητών του ιεροψαλτών στα στασίδια των Εκκλησιών ανά την Κύπρο.

Προσωπικά, θα διατηρώ πάντα στη μνήμη μου τη σεμνότητα και την απλότητα του ανθρώπου. Δεν είχε ανάγκη να δείξει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά ήταν και διαμορφώθηκε από τη στάνη και το χώμα του κάμπου της Μεσαορίας. Φρονώ ότι καλλιέργεια και ωριμότητα συμπλήρωσε την ανθρώπινη ελλειμματικότητα πολύ ενωρίς στη ζωή του. Κυριολεκτικά έζησε 100 και πλέον έτη, διότι ενωρίς απαλλάχθηκε συνειδητά και ρεαλιστικά από όλα εκείνα που θέλουμε να κουβαλάμε εναγωνίως, για να φθάσουμε τα 100 έτη ζωής.

Ο Φώτης Κόντογλου δίνει το μέτρο της παρουσίας του Θεόδουλου Καλλίνικου στο πανελλήνιο ρωμαίικο στερέωμα:

«Ο Καλλίνικος αγωνίζεται να σωθεί η παράδοση.

Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά, καταπάνω σ’ αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι, χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κουράγιο».

Δε θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερη αναγνώριση από έναν πνευματικό άνθρωπο. Ο κόσμος του Κόντογλου είναι ο κόσμος του θαύματος, ο κόσμος του Κάλλους, όπως είναι και ο κόσμος του Θεόδουλου Καλλίνικου. Για τον Καλλίνικο εγκωμιαστικούς λόγους εκφράζουν ακόμη ο Σόλων Μιχαηλίδης, ο Σπύρος Καψάσκης, ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Κωνσταντίνος Γιαγκουλής, η Κλαίρη Αγγελίδου και πολλοί άλλοι.

Συμμετέχει σε συνέδρια στην Κύπρο και την Ελλάδα. Εικοσιένα βιβλία του, μια  τεράστια προσφορά στην εκκλησιαστική μουσική, μαρτυρούν την κατάθεση της ψυχής του. Βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών, με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας.

Στο μάθημα κάποτε ζωγράφιζε αξιοποιώντας τους χρονικούς, τους ποιοτικούς και τους ποσοτικούς χαρακτήρες της παρασημαντικής. Άλλοτε μας τραγουδούσε τα αγαπημένα του τραγούδια και με νέες παραλλαγές· είχε κι αυτό το επιπλέον τάλαντο.

Μου μένει αξέχαστη η στιγμή που τραγουδά το «Γέρο Δήμο» με παραλλαγή:

«Εγέρασα, ορέ παιδιά, βδομήντα χρόνους ψάλτης.

Μέραν τζιαι νύχταν έψαλλα, χωρίς να ξαποστάσω.

Θέλω να πάω ν’ αναπαυτώ στ’ αγαπητό χωριό μου,

στο σπίτι που γεννήθηκα κι έμαθα άλφα βήτα

Ωχ αμάν, αμάν, αμάν κι έμαθα αλφαβήτα».

 

Για το χωριό του τραγουδούσε:

«Λευκόνοικο, Λευκόνοικο

της Μεσαρκάς ο φάρος,

αναστενάζεις τζιαι βογγάς

που της σκλαβκιάς το βάρος».

Ο δάσκαλος εμπνέει, καθοδηγεί και διαμορφώνει χαρακτήρα ανάλογα με τη δική του αγάπη, στοργή, υπομονή, ενδιαφέρον και αξιοπρέπεια. Ο Θεόδουλος Καλλίνικος κυριολεκτικά τα προσέφερε όλα με τη διδασκαλία του. Οι μαθητές του έχουν κάτι να θυμηθούν από την προσωπικότητά του στη Σχολή Βυζαντινής μουσικής, στην οποία έδωσε το όνομα «Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄», στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, στην Παιδαγωγική Ακαδημία, στην Ιερατική Σχολή «Απόστολος Βαρνάβας».

Αξέχαστες παραμένουν οι εμπειρίες μου, ως εφήβου[6] και αργότερα κληρικού. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 24 Μαρτίου 2002, έψαλλε προσευχόμενος, όπως πάντα, χαρούμενος και ικανοποιημένος κατά τη θεία Λειτουργία και την εις Πρεσβύτερον χειροτονία μου από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο. Αυτή ήταν και η τελευταία Λειτουργία του με το Χρυσόστομο Α΄.

Δε λησμονώ την απλότητα που είχε προς όλους, μικρούς και μεγάλους. Ούτε εισερχόταν σε συζητήσεις ποιος είναι ο καλύτερος ιεροψάλτης. Στα χρόνια που πέρασαν έως το Μάιο του 2004, κατά τον οποίο εγκατέλειψε τα εγκόσμια πλήρης ημερών, διαπιστωνόταν η όντως απλότητα και ωριμότητά του. Χαιρόταν να βλέπει τους μαθητές του να βγαίνουν μέσα στην κοινωνία καταξιωμένοι. Αισθανόταν ότι, ως άνθρωπος πεπερασμένος, επιτέλεσε πιστά το έργο που ο Θεός του ανέθεσε εξαντλώντας όλα τα περιθώρια και τις ευκαιρίες.

Ως κατακλείδα, παραθέτω την αναφορά του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου του Β΄, με την ευκαιρία των δέκα ετών από την κοίμησή του, η οποία μας εκφράζει ως ελπιδοφόρα προσδοκία. «Ασφαλώς, όμως, το έργο και η προσφορά του Θεόδουλου Καλλίνικου δεν περιορίζεται στα προαναφερθέντα. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι το όλο έργο και η όλη προσφορά του Θεόδουλου Καλλίνικου θα αποτελεί πηγή έμπνευσης για τη διατήρηση της πλούσιας Βυζαντινής και παραδοσιακής μας μουσικής και από τις νέες γενιές»[7].

Ας θυμόμαστε τη σταθερή φράση κι ευχή του Δασκάλου Θ. Καλλίνικου «ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω!»[8]

Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου,
18 Οκτωβρίου 2019.
Μνήμη του Αποστόλου Λουκά και Ευαγγελιστού.

 

 

[1] Στην Εκκλησία μαθαίνουμε, από όποιο χώρο διακονούμε, να σεβόμαστε τον κάθε άνθρωπο με την ιστορία, τις πεποιθήσεις και τον πολιτισμό του, εφόσον πρώτα γνωρίζουμε τα δικά μας χαρακτηριστικά και είμαστε υπερήφανοι για αυτά και την ιδιοπροσωπία μας που σφυρηλατήθηκε μέσα στους αιώνες. Έχουμε καθήκον αυτό το άρωμα της παράδοσης να το μεταλαμπαδεύουμε και παράλληλα να καλλιεργούμε τον αυτοσεβασμό, ο οποίος να μετακυλείται στον αλληλοσεβασμό, και να φθάνει στο σεβασμό της διαφορετικότητας, ο οποίος αποτιμάται σεβασμός στην ισότητα των ανθρώπων.

 

[2] Η μακαριστή σύζυγός του Μαρούλα υπήρξε κυριολεκτικά πιστή σύντροφος και μούσα του. Γι’ αυτή γράφει το τραγούδι «Λούλα μου, Μαρούλα μου». Μόλις τη συναντούσα, ως επίσκοπος, στα τελευταία έτη της ζωής της, και της τραγουδούσα το τραγούδι της, αμέσως ανέβαινε σε νοσταλγικές σφαίρες. Ο Καλλίνικος κοιμήθηκε 100 ετών, και λίγα χρόνια μετά, και εκείνη 100 ετών αναχώρησε για την αιωνιότητα. Σημειώνω αυτά, διότι ήταν από τα ζευγάρια που ήξεραν να κρατούν στη ζωή τους τις ευχές της Εκκλησίας ως τίμιοι σύζυγοι.

[3] Ο Ιωάννης Σακελλαρίδης ήταν Πρωτοψάλτης στην Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου, τον πρώτο Καθεδρικό Ναό των Αθηνών μετά την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό.

[4] Το ποίημα αυτό έγραψε ο Κύπριος ποιητής Γιάννης Περδίος, ο οποίος γεννήθηκε το 1882 στη Λευκωσία. Έγραψε πατριωτικά ποιήματα (θούρια, και ύμνους), αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τη σατιρική ποίηση. Το 1911 ίδρυσε και εξέδιδε στη Λευκωσία το μηνιαίο σατιρικό ποιητικό περιοδικό “Το μαστίγιον”, που κυκλοφορούσε μέχρι τον θάνατό του, το 1930. Το εν λόγω ποίημα “Η Κύπρος μας που στέναζε τόσους αιώνες σκλάβα” χρησιμοποιήθηκε και ευρύτατα ως Ύμνος της Κύπρου. Το ποίημα αυτό, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Περδίου, μελοποιήθηκε από το Θεόδουλο Καλλίνικο, για να τραγουδηθεί κατά την διάρκεια της εκστρατείας για το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950.

[5] Προσωπικά θυμάμαι την έκπληξη που ένιωσα μια μέρα που έφθασα λίγα λεπτά πιο ενωρίς για το μάθημα στο ημιυπόγειο της Αρχιεπισκοπής, όπου στεγάζεται η Σχολή. Βρήκα το Δάσκαλο αφοσιωμένο να επεξεργάζεται τα καρούλια και να τα βάζει στο μηχάνημα. Μου δημιούργησε μεγάλο ενθουσιασμό η λεπτότητα και η καθαρότητα της φωνής του νεαρού τότε Θ. Καλλίνικου: φωνή κυριολεκτικά όπως το βιολί! Μας ήθελε να γνωρίζουμε, για να το λέμε κάποτε, όπως απόψε, με πόσες δυσκολίες κατάφερε να καταγράψει και να διασώσει τα υπέροχα δημώδη αυθεντικά τραγούδια.

[6] Θυμάμαι το Θ. Καλλίνικο να οδηγά ο ίδιος και να μας πηγαίνει είτε στο Προεδρικό Μέγαρο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, για να ψάλλουμε τον πολυχρονισμό του Προέδρου, είτε στο Γενικό Νοσοκομείο ανήμερα των Χριστουγέννων, για να ψάλλουμε χριστουγεννιάτικούς ύμνους στους θαλάμους και τους διαδρόμους κατά τη διάρκεια της  διέλευσης του Προέδρου Σπύρου Κυπριανού και του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Α΄.

[7] Χαιρετισμός Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου, κατά το Φιλολογικό Μνημόσυνο του αειμνήστου Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Εκκλησίας της Κύπρου Θεόδουλου Καλλίνικου, Λευκωσία 4 Μαΐου 2014.

[8] Ψαλμ. 145, 2.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

Share this post