Εὐαγγέλιο Κυριακῆς τῶν Βαΐων

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς τῶν Βαΐων

Πρωτ. Κωνσταντίνου Λ. Κωνσταντίνου

Θεολόγου

(Ἰωάν. ιβ΄, 1 – 18)

Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· Ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἐκραύγαζον· Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 14 Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Στό  εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς διηγεῖται τά γεγονότα μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Οἱ ἀδελφές τοῦ Λαζάρου φιλοξενοῦν στό σπίτι τους τόν Κύριο. Ὅπως ἦταν φυσικό ἐπικρατεῖ κλῖμα χαρᾶς καί εὐφροσύνης, ἀφοῦ ὁ Κύριος πραγματοποίησε τήν ἐπιθυμία τους καί ἀνέστησε τόν νεκρό ἀδελφό τους. Ἡ Μαρία θέλοντας νά δείξει τήν εὐγνωμοσύνη της πρός τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, κάνει μιά πράξη πού ἦταν πολύ διαδεδομένη τήν ἐποχή ἐκείνη, ὡς ἔνδειξη ἀγάπης καί σεβασμοῦ.  Γινόταν συνήθως ὅταν ὑποδέχονταν κάποιο ὑψηλό ἐπισκέπτη στό σπίτι τους. Σκύβει καί πλένει τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ,  δέ χρησιμοποιεῖ ὅμως νερό, ὅπως ἦταν ἡ συνήθεια, ἀλλά μύρο «νάρδου πιστικῆς πολυτίμου», ἄρωμα νάρδου ἀκριβό καί πολύτιμο. Σκουπίζει μάλιστα τά πόδια τοῦ ἀγαπημένου της διδασκάλου μέ τά ἴδια της τά μαλλιά. Ἡ πράξη της αὐτή, σκανδάλισε τόν Ἰούδα, ὁ ὁποῖος διαμαρτυρήθηκε γιά τήν φαινομενική σπατάλη. Ἐπειδή αὐτός εἶχε τήν οἰκονομική διαχείριση καί κρατοῦσε τό κοινό ταμεῖο πού εἶχαν ὁ Χριστός μέ τούς Ἀποστόλους, πρόταξε σάν δικαιολογία πώς τό μύρο αὐτό θά μποροῦσε νά πουληθεῖ καί τά λεφτά νά μοιραστοῦν στούς φτωχούς. Ὁ ἱερός εὐαγγελιστής σημειώνει πώς αὐτό πού εἶπε δέν ἦταν ἡ πραγματική του διάθεση, γιατί ἐκ τῶν ὑστέρων φάνηκε ἡ φιλαργυρία του καί  «ὅτι κλέπτης ἦν». Ὁ Χριστός  τόν ἐπίπληξε καί τοῦ εἶπε πώς τά κίνητρά  του δέν εἶναι εἰλικρινῆ, γιατί φτωχοί πάντοτε θά ὑπάρχουν,  γιά νά μπορεῖ κάποιος ἄν θέλει νά τούς βοηθήσει καί νά φανεί ἔτσι ἡ εὐσπλαχνία του. Ἀντίθετα  ἡ κίνηση τῆς Μαρίας νά πλύνει μέ μύρο τά πόδια Του εἶναι ἔκφραση πραγματικῆς Ἀγάπης. Ἔγινε πρόωρα , σάν προσφορά στή δική Του θυσία καί τόν ἐνταφιασμό.

Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στή Βηθανία καί ἡ μαρτυρία πώς ἀνέστησε τόν Λάζαρο ἦταν φυσικό νά προκαλέσουν τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀνθρώπων. Πολλοί  βλέποντας τόν Λάζαρο καί γνωρίζοντας πολύ καλά πώς ἦταν νεκρός γιά τέσσερις μέρες στόν τάφο, εἶχαν πλέον ζωντανή μαρτυρία πώς ὁ Χριστός δέν ἦταν ἕνας ἁπλός διδάσκαλος, ἀλλά κάτι πολύ διαφορετικό.  Ἦταν ἀπόλυτα βέβαιοι πώς δέν εἶχε καμιά σχέση μέ τούς νομοδιδασκάλους, τούς γραμματεῖς καί τούς φαρισαίους. Αὐτοί γεμᾶτοι φθόνο καί κακία ἔψαχναν τρόπο νά σκοτώσουν, ὄχι μόνο τόν Χριστό ἀλλά καί τόν Λάζαρο, γιά νά μήν ὑπάρχουν ὡς μέτρο σύγκρισης καί ἔλεγχος γιά τίς ἄνομες πράξεις τους.

Ὁ ἐνθουσιασμός αὐτός  τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων ἔφτασε στό ἀποκορύφωμά του ὅταν τήν ἑπομένη μέρα ὁ Χριστός ἀποφάσισε νά πάει κι αὐτός στά Ἱεροσόλυμα γιά νά γιορτάσει τό Πάσχα. Στό ἄκουσμα πώς ὁ Χριστός πλησίαζε στήν πόλη, καθισμένος σέ ἕνα μικρό γαϊδουράκι «ἔλαβον τά βαΐα τῶν φοινίκων καί ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καί ἐκραύγαζον· «Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ.»

Ἡ εὐαγγελική αὐτή περικοπή θά μποροῦσε κάποιος νά πεῖ ὅτι εἶναι ἡ οὐσιαστική εἰσαγωγή ὅλων μας στή Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου. Σάν νά εἴμαστε κι’ ἐμεῖς μαζί μέ τό  πλῆθος τῶν ἀνθρώπων  πού ὑποδέχονται τόν Χριστό στήν Ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ. Κάθε Κυριακή τῶν Βαΐων, τηρώντας  τά ἔθιμα τοῦ τόπου μας, κρατοῦμε κλαδιά ἐλιᾶς, τά πετοῦμε στόν ἀέρα γιά νά ὑποδεχτοῦμε καί ἐμεῖς «τῷ υἱῷ Δαυίδ.» Τόν ἀπόγονο τοῦ Δαυίδ πού ἔφερε τήν ἐλευθερία στό ἀνθρώπινο γένος. Ὅπως χαρακτηριστικά ψάλλουμε στό ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας, ὑποδεχόμαστε τόν νικητή τοῦ θανάτου. Αὐτόν πού μέ τήν σταυρική του θυσία ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος. Ἄν κάνουμε, ὅμως, μιά ἀνασκόπηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς καρδιᾶς μας, θά βεβαιωθοῦμε πώς δέ διαφέρουμε πολύ ἀπό τόν ὄχλο πού σήμερα φωνάζει «ὡσαννά» καί σέ λίγες μέρες θά τόν ἀκούσουμε μπροστά στόν Πιλάτο νά ζητᾶ καί νά φωνάζει μέ μανία «ἆρον ἆρον σταύρωσον αὐτόν». Ἀκόμη συχνά μοιάζουμε στόν ἴδιο τόν Ἰούδα. Χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦμε καί χωρίς νά θέλουμε νά τό παραδεχτοῦμε. Γινόμαστε ἀγνώμονες καί ἀχάριστοι πολλές φορές, προδότες τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ. Ἡ καρδιά μας δέν εἶναι σταθερά δοσμένη στόν Χριστό. Τή  μιά στιγμή τόν λατρεύουμε ὡς Θεό καί ἀμέσως μετά τόν ἀμφισβητοῦμε. Λογισμοί γιά τήν ὕπαρξή Του, τήν παντοδυναμία Του, τήν Ἀγάπη καί φροντίδα πού ἔχει στά πλάσματά Του μᾶς βασανίζουν. Πέφτουμε στόν φόβο, τήν ἀπελπισία, αὐτό πού ὀνομάζουν οἱ νηπτικοί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς «ακηδία». Καί στή συνέχεια στήν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὑποδούλωση στήν ἁμαρτία. Λατρεύουμε ἔτσι τόν ἑαυτό μας καί τά πάθη μας. Πραγματικοί  δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, βυθισμένοι στίς ἐνοχές μας, θά εὐχόμασταν νά μήν γνωρίζαμε κἄν τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τόν ἔλεγχο τῆς συνείδησής μας καί νά ζήσουμε ἐπιτέλους ἐλεύθεροι χωρίς Θεό. Εἰσερχόμενοι στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν παθῶν θά πρέπει νά ἀναθεωρήσουμε, νά καταλάβουμε πρῶτα πώς ὅλα ὅσα θά ζήσουμε αὐτές τίς μέρες ἔγιναν γιά ἐμᾶς. Γιά  τόν καθένα ξεχωριστά ὁ Χριστός θυσιάζεται καί προσφέρει τόν ἑαυτό Του ὡς πηγή αἰώνιας ζωῆς. Αὐτή ἡ θυσία νά γίνει ἀφορμή γιά συνεχῆ εὐγνωμοσύνη πρός τό πρόσωπό Του. Νά Τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς χαρίζει μετάνοια καί  τά δάκρυα τῆς Μαρίας. Ἄς μάθουμε νά ἀναλαμβάνουμε τήν εὐθύνη τῶν πράξεών μας χωρίς νά ἐπιρρίπτουμε στόν Θεό  τά ἀποτελέσματα τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν. Αὐτός μᾶς ἔδωσε ἀπόλυτη ἐλευθερία καί ποτέ δέν ἐπεμβαίνει διά τῆς βίας στή ζωή μας. Νά ἔχουμε τήν ἁπλότητα, τό ταπεινό φρόνημα τῆς Μαρίας, τῆς ἀδελφῆς τοῦ Λαζάρου, πού ἐπέλεξε τήν «ἀγαθήν μερίδα» (Λουκ. ι΄, 42 ). Ἡ μαθητεία της παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά ἀποκτήσει πίστη σταθερή, ἀκλόνητη, πού εἶναι πραγματικά ὅ,τι χρειαζόμαστε γιά νά ἑνωθοῦμε αἰώνια μαζί Του.

 

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 60 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2025), σελ. 14-17.

Share