Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Ἰωάννου. Ὡς λαμπὰς καιομένη ἑαυτὸν ἀναλώσας
Πρωτ. Χριστόδουλου Χρ. Χριστοδούλου
Θεολόγου
Στίς 25 Νοεμβρίου 2024 κοιμήθηκε σέ ἡλικία 92 ἐτῶν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γεώργιος Ἰωάννου, προϊστάμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σωτήρας Ἀμμοχώστου, ἔχοντας συμπληρώσει 70 χρόνια ἱερατικῆς διακονίας. Ὁ πατήρ Γεώργιος μέ τή δυναμική προσωπικότητα καί τό πολύπλευρο ἔργο του σφράγισε τή σύγχρονη ἱστορία τῆς Σωτήρας καί τῆς εὐρύτερης τοπικῆς κοινωνίας. Ταυτόχρονα ἀναγνωρίζεται ὡς μία ἀπό τίς σημαίνουσες ἱερατικές μορφές τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου.
Ἄν μπορούσαμε νά περιγράψουμε τήν προσωπικότητά του μέ δύο λέξεις, θά λέγαμε ὅτι στό πρόσωπό του συνδέονταν μέ τρόπο λειτουργικό ἕνας δυναμισμός πού ἔφτανε μέχρι τά ὅρια τῆς θυσίας καί μιά εὐαισθησία πού καί πάλι ἔφτανε μέχρι τά ὅρια τῆς θυσίας. Μέ ἡρωικό δυναμισμό καί σπλαχνική εὐαισθησία ἀνάλωσε τή ζωή του στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς πατρίδας, στή διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, στήν καλλιέργεια τῆς ἱστορικῆς μνήμης, στήν ἀνάδειξη τῶν μνημείων τοῦ πολιτισμοῦ μας, στή φροντίδα καί προστασία τῆς φυσικῆς δημιουργίας.
Γεννήθηκε στή Σωτήρα στίς 16 Νοεμβρίου 1932 ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, φτωχούς ἀγρότες, τόν Ἰωάννη καί τήν Κατελοῦ Μελέτη. Φοίτησε στό δημοτικό σχολεῖο τῆς γενέτειράς του. Φιλομαθής καί φιλάγιος, ὡς μαθητής μελετοῦσε τήν Ἁγία Γραφή, βίους Ἁγίων καί βιβλία λογοτεχνικά καί ἱστορικά. Καθοριστική ἐπίδραση στήν παιδική του ψυχή εἶχαν τά ἔργα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Ἡ ἱερατική κλήση ἀποκρυσταλλώθηκε μέσα του ἀπό νωρίς. Ἔτσι, τό 1952 ἐνεγράφη στήν Ἱερατική Σχολή «Ἀπόστολος Βαρνάβας», ἀπό τήν ὁποία ἀποφοίτησε τό 1955.
Στίς 5 Σεπτεμβρίου 1954 νυμφεύθηκε τή Βασιλική Χριστοφῆ Κάστανου ἀπό τή Σωτήρα. Ἀπό τόν γάμο του ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά, ἕνδεκα ἐγγόνια καί δέκα δισέγγονα.
Στίς 17 Ὀκτωβρίου 1954 χειροτονήθηκε διάκονος στόν ἱερό ναό Ἁγίου Κασσιανοῦ Λευκωσίας ἀπό τόν Χωρεπίσκοπο Σαλαμῖνος Γεννάδιο. Στίς 18 Σεπτεμβρίου 1955 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ στόν ἱερό ναό Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στή Σωτήρα. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή ἄρχισε νά ὀργανώνει τήν ἐνορία ἐργαζόμενος μέ ζῆλο σέ ὅλους τούς τομεῖς· λατρευτικό, κατηχητικό, ἐθνικό, φιλανθρωπικό.
Ἡ ἔναρξη τῆς ἱερατικῆς του διακονίας συνέπεσε μέ τήν ἔναρξη τοῦ ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τῆς ΕΟΚΑ. Γαλουχημένος μέσα στά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀνατράφηκε ὅπως ὅλα τά παιδιά τῆς Κύπρου μέ τόν πόθο τῆς ἕνωσης μέ τή Μητέρα Ἑλλάδα. Συχνά θυμόταν· «Ὅταν ἤμασταν μικροί, οἱ μανάδες μας καί οἱ γιαγιάδες μας μᾶς νανούριζαν μέ τοῦτα τά λόγια: “Εἴθε νά δώσει ὁ Θεός στή Μάνα μας νά πᾶμε, καί τρῶμε πέτρες τῶν βουνῶν ἄν δέν ἔχει να φᾶμε”. Παρόλο πού στήν Ἑλλάδα ὑπῆρχε μεγάλη φτώχια καί ἐξαθλίωση, εἴχαμε τόν πόθο τῆς Ἕνωσης». Ὄντας διάκονος καί σπουδαστής τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς ὁρκίστηκε στό παρεκκλήσιο τῆς Σχολῆς ἀπό τόν διευθυντή Ἀρχιμανδρίτη Κωνσταντῖνο Λευκωσιάτη στίς 3 Απριλίου 1955. Ἀκολούθως συγκρότησε τήν πρώτη ὁμάδα τῆς ὀργάνωσης στή Σωτήρα.
Ἡ συμμετοχή του στόν ἀγώνα δέν ἄργησε νά γίνει γνωστή στούς κατακτητές, οἱ ὁποῖοι τόν συνέλαβαν στίς 20 Ὀκτωβρίου 1956. Κρατήθηκε ἀρχικά στήν Ἀμμόχωστο, ὅπου τίς πρῶτες ἕξι μέρες ἔμεινε χωρίς φαγητό καί νερό. Ὑποβλήθηκε σέ σκληρά βασανιστήρια καί «ἀλυσιδωτές» ἀνακρίσεις. Ὅπως περιέγραφε, «οἱ ἀλυσιδωτές ἀνακρίσεις ἐφαρμόστηκαν ἀρχικά ἀπό τόν Στάλιν καί τόν Χίτλερ καί στή συνέχεια ἀπό τούς “πολιτισμένους” Ἐγγλέζους, πού ἐνῶ στόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησαν κατά τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ ναζισμοῦ, στήν Κύπρο καί σέ ἄλλες ἀποικίες ἔκαμαν χειρότερα… Δεμένος ὁ κρατούμενος σέ μιά καρέκλα, μέ ἕνα μεγάλο προβολέα στραμμένο στό πρόσωπό του, ἀνακρινόταν γιά περισσότερο ἀπό 20 ὧρες. Οἱ ἀνακριτές ἐναλλάσσονταν, ἐνώ ὁ ἀνακρινόμενος ἔφτανε σέ πλήρη εξάντληση». Ἐπίσης δέχτηκε ἄγριο ξυλοκόπημα, τοῦ ἔκαιγαν τά γένια καί ἔσβηναν τσιγάρα στό μέτωπο.
Ἀφοῦ δέν κατάφεραν νά ἀποσπάσουν ὁποιαδήποτε πληροφορία, τόν ὁδήγησαν στίς 8 Νοεμβρίου στά Κρατητήρια Πύλας καί ἀργότερα στά Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιᾶς. «Ἐκεῖ στά Κρατητήρια μᾶς ἀντιμετώπιζαν ὄχι σάν πρόσωπα, ἀλλά σάν ἕνα νούμερο. Ἐγώ ἤμουν τό seven one five (715). Μέναμε σέ παράγκες ἀπό τσίγκο, 30-40 ἄτομα μαζί. Οἱ παράγκες τόν χειμώνα ἦταν σάν ψυγείο καί τό καλοκαίρι σάν φοῦρνος. Ὅμως τίποτε δέν μποροῦσε νά κάμψει τό φρόνημά μας. Συχνά κάναμε ἀνταρσίες, ἀπεργίες πείνας, θέλοντας νά δείξουμε στόν κατακτητή ὅτι μέ τίποτε δέν θά ἐγκαταλείψουμε τόν ἀγώνα καί νά στείλουμε τό μήνυμα πρός τούς ἀγωνιστές νά συνεχίσουν τόν ἀγώνα χωρίς νά μᾶς σκέφτονται ὅτι ὑποφέρουμε».
Ὡς τό πιό σημαντικό γεγονός τῆς περιόδου αὐτῆς θεωροῦσε τήν ἀπόδραση τῶν ἀγωνιστῶν Ἀνδρέα Κάρυου, Φώτη Πίττα, Φρίξου Δημητριάδη καί Χριστάκη Τρυφωνίδη ἀπό τά Κρατητήρια Πύλας στίς 12 Μαρτίου 1958, μέσα στήν κρύπτη ἑνός φορτηγοῦ τήν ὁποία δημιούργησε ἡ ὁμάδα τῆς Σωτήρας.
Μέ συγκίνηση θυμόταν: «Εἶναι σάν νά ἀκούω τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἀντρέα πρίν τήν ἀπόδραση: “Πάτερ Γεώργιε, ἐμεῖς φεύγουμε τώρα. Ἄν δέν συναντηθοῦμε σ’ αὐτή τή ζωή, νά εἶσαι σίγουρος ὅτι θά συναντηθοῦμε στήν ἄλλη ζωή”. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ἔφευγαν ἀπό τά Κρατητήρια ἕτοιμοι νά θυσιαστοῦν. Ὁ Φώτης μοῦ ἔδωσε ἕνα κομπολόι γιά νά τόν θυμᾶμαι… Πράγματι δέν τούς συνάντησα ξανά. Μετά ἀπό λίγους μήνες θυσιάστηκαν στόν Ἀχυρώνα Λιοπετρίου…».
Τό αὐτοκίνητο, μέ τό ὁποῖο ἔγινε ἡ ἀπόδραση, βρίσκεται στό Μουσεῖο Ἀγῶνος ΕΟΚΑ 1955-59 στή Σωτήρα, γιά τήν ἵδρυση τοῦ ὁποίου ὁ πατήρ Γεώργιος πρωτοστάτησε καί τό ὁποῖο στεγάζεται σέ ἕνα παράπηγμα πού μεταφέρθηκε ἀπό τά Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιᾶς.
Κατά τή διάρκεια τῆς κράτησής του δέν ἔπαψε νά μεριμνᾶ γιά τά πνευματικά του τέκνα. Ἐπιστολές του διαβάζονταν στήν ἐκκλησία στηρίζοντας καί ἐμψυχώνοντας τούς συγχωριανούς του. Μετά ἀπό 29 μῆνες, ὅταν ἀφέθηκε ἐλεύθερος, σύσσωμο τό χωριό τόν ὑποδέχθηκε μέ πανηγυρισμούς.
Ἀμέσως ἄρχισε νά ὀργανώνει ξανά τό ἐνοριακό ἔργο. Ἐπιδίωκε πάντα καί ἐπιτύγχανε συνεργασία μέ τίς ἀρχές τῆς κοινότητας μέ στόχο τό κοινό καλό. Κέντρο τῆς ποιμαντικῆς του μέριμνας ἦταν πρωτίστως οἱ οἰκογένειες καί οἱ νέοι. Γιά τόν σκοπό αὐτό ἵδρυσε τά Κατηχητικά Σχολεῖα ἔχοντας ἐνεργή συμμετοχή στίς δραστηριότητες τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καί στίς Κατασκηνώσεις. Παράλληλα εἶχε συνεργασία μέ σωματεῖα γιά τήν ὑγιῆ ἀπασχόληση τῶν νέων καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐθνικοῦ καί θρησκευτικοῦ φρονήματος. Ἰδιαίτερη καί ξεχωριστή ἦταν ἡ σχέση του μέ τά σχολεῖα, τά ὁποῖα ἐπισκεπτόταν συχνά ἐπιδεικνύοντας ἐνδιαφέρον γιά τό ἔργο ἤ τίς ἀνάγκες τους, ὅπως ἐπίσης γιά νά μιλήσει στά παιδιά, γαλουχώντας γενεές γενεῶν μέ τά ἱερά καί τά ὅσια τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος.
Προσπαθοῦσε πάντα νά ἔχει προσωπική ἐπαφή μέ κάθε μέλος τοῦ ποιμνίου του. Ἰδιαίτερη μέριμνα ἔδειχνε γιά τούς ἀρρώστους καί τούς πενθοῦντες, τούς ὁποίους ἐπισκεπτόταν συχνά.
Ἡ πλήρης ἀφοσίωση στό ἔργο του ἔτυχε ἀναγνώρισης ἀπό τούς ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπους καί Χωρεπισκόπους, μέ τούς ὁποίους εἶχε πάντα σχέση ἀγάπης καί σεβασμοῦ καί ἀγαστή συνεργασία. Τό 1963 χειροθετήθηκε πνευματικός ἀπό τόν Χωρεπίσκοπο Τριμυθοῦντος Γεώργιο, ὥστε καί διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως νά διακονεῖ καί νά ἀναπαύει τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄, τό 1982, τοῦ ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Οἰκονόμου. Τό 2003 χειροθετήθηκε σέ Πρωτοπρεσβύτερο ἀπό τόν Χωρεπίσκοπο Τριμυθοῦντος, νῦν Μητροπολίτη Κωνσταντίας καί Ἀμμοχώστου Βασίλειο, ἐνῶ μετά τήν κοίμηση τῆς πρεσβυτέρας, ὁ Πανιερώτατος, τόν Μάιο τοῦ 2019, τοῦ ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη σέ ἔνδειξη τιμῆς γιά τήν πολυετῆ θυσιαστική του διακονία.
Κινητήριος δύναμη τοῦ πολύπλευρου ποιμαντικοῦ καί κοινωνικοῦ του ἔργου ὑπῆρξε πάντα ἡ θεία λατρεία. Βιώνοντας ὁ ἴδιος μέ πάθος τόν πλοῦτο τῆς λατρείας καί τῆς ὑμνογραφίας μπόρεσε νά μεταδώσει αὐτό τό βίωμα στούς πιστούς. Ἰδιαίτερα ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔψαλλε τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, δονοῦσε πάντα μέ ἱερή συγκίνηση τίς ψυχές τῶν πιστῶν.
Ἁπλοῦς καί ἱεροπρεπής στίς ἱερές ἀκολουθίες, χωρίς νά τόν παρασύρει ἡ δύναμη τῆς συνήθειας καί τῆς ἐξοικείωσης μέ τά τελούμενα. «Οἱ ἀκολουθίες πρέπει νά τελοῦνται ὅλες μέ τήν ἴδια προσοχή καί μέ τή δόξα πού τούς ἁρμόζει, εἴτε εἶναι μεγάλη ἤ μικρή γιορτή, εἴτε εἶναι γεμάτη ἡ ἐκκλησία εἴτε ἔχει μόνο πέντε πιστούς», ἔλεγε. Ἀπό τήν ἄλλη, εἶχε ὡς ἀπαράβατη ἀρχή ποτέ νά μήν μπαίνει στή Θεία Λειτουργία, ἄν προηγουμένως δέν εἶχε συγχωρηθεῖ μέ ὅποιον εἶχε τυχόν λυπηθεῖ.
Ὡς πρώτιστο μέλημα εἶχε ἐπίσης τόν εὐπρεπισμό τῶν ἱερῶν ναῶν καί κυρίως τῶν ἀρχαίων μνημείων, πού ὅπως τόνιζε, «εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς κοινότητάς μας πού μᾶς συνδέει μέ τή μακραίωνη παράδοση τῶν προσφάτων καί ἀπωτέρων προγόνων μας». Μέ τή συμπαράσταση τῶν ὑπολοίπων ἱερέων καί τήν ὁλοπρόθυμη συνδρομή τῶν κατοίκων τῆς Σωτήρας κτίστηκαν νέοι ναοί καί παρεκκλήσια μέ σημαντικότερο τόν περικαλλῆ ναό τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπίσης μέ τή φροντίδα του τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου λειτουργεῖ ὡς εἰκονοφυλάκιο καί σκευοφυλάκιο φιλοξενώντας τούς θησαυρούς τῆς τοπικῆς μας παράδοσης, ἀρχαῖες εἰκόνες, σκεύη καί κειμήλια.
Ἰδιαίτερα παραστατικές ἦταν οἱ ξεναγήσεις του στούς ἀρχαίους ναούς καί στό Μουσεῖο Ἀγῶνος. Συνήθως ρωτοῦσε: «Αὐτά τά μνημεῖα, αὐτές οἱ πέτρες μιλοῦν;», γιά νά ἀπαντήσει ὁ ἴδιος: «Ναί μιλοῦν. Γιατί ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή “καὶ οἱ λίθοι κεκράξονται”. Καί τί μᾶς λένε; Μᾶς μιλοῦν καί μᾶς ὑπενθυμίζουν συνεχῶς τήν ἱστορία καί τόν πολιτισμό μας, μᾶς λένε ποιοί εἴμαστε καί ποιοί πρέπει νά μείνουμε».
Ἡ στελέχωση τῆς ἐνορίας μέ νέους κληρικούς, ψάλτες καί συνεργάτες ἦταν ἀνέκαθεν πρωταρχικός στόχος του. Εὐλογημένη συγκυρία ὑπῆρξε τό συλλείτουργο τοῦ πατρός Γεωργίου μέ ὅλους τούς κληρικούς μέ καταγωγή ἀπό τή Σωτήρα, δεκαέξι τόν ἀριθμό, μέ τήν εὐκαιρία τῆς ὀνομαστικῆς του ἑορτῆς τή Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου (6 Μαΐου 2024) καί τῆς συμπλήρωσης 70 χρόνων ἱερωσύνης.
Θά ἦταν παράλειψη νά μήν ἀναφερθοῦμε στήν ἰδιαίτερη ἀγάπη του πρός τό φυσικό περιβάλλον. Μέ λόγια καί ἔργα κήρυττε τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ ἁρμονική σχέση μέ τή φύση εἶναι ἔνδειξη σεβασμοῦ στόν Δημιουργό, ἐνῶ ἡ καταστροφή της προσβάλλει τόν ἴδιο τόν Κτίστη καί ἐπιφέρει τραγικές συνέπειες. Οἱ περίβολοι τῶν ναῶν καί τῶν παρεκκλησίων ἔγιναν μέ τή φροντίδα του ὀάσεις πρασίνου, ἐνῶ συγκινοῦσε ἡ ἀγαπητική σχέση πού εἶχε μέ τά ζῶα καί τά πουλιά.
Τό κήρυγμά του πήγαζε ἀπό τό περίσσευμα τῆς ἀγάπης του γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ἦταν μία πρόσκληση πρός ὅλους, γιά νά μοιραστεῖ τίς σκέψεις, τά συναισθήματα, τίς ἀγωνίες του. Ὁ λόγος του προφητικός. Λόγος δηλαδή ἀφυπνιστικός, ἐνίοτε καί ἐλεγκτικός, πού καλοῦσε σέ ἐπαγρύπνηση πνευματική.
Τό συγγραφικό του ἔργο ἐκπλήττει γιά τήν ποικιλία τῶν θεμάτων καί τήν ἀμεσότητα τοῦ ὕφους του. Μέ γλαφυρότητα καί λογοτεχνική κομψότητα προέβαλλε τή δόξα τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὀμορφιά τῆς φύσης, τήν παράδοση καί τήν ἱστορία τοῦ τόπου μας. Καλοῦσε σέ προβληματισμό καί ἀφύπνιση γιά τήν πνευματική ἀλλοτρίωση, τούς κινδύνους πού ἀπειλοῦν τή νεότητα, τόν κλονισμό τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας, τήν καταστροφή τοῦ περιβάλλοντος. Μέ πόνο ἐξέφραζε τήν ἀγωνία του γιά τό μέλλον τῆς ἡμικατεχόμενής μας πατρίδας. Καλλιεργώντας τή μνήμη ἀνεπτέρωνε τήν ἐλπίδα, καταλήγοντας· «Νά μετανοήσουμε καί νά μονοιάσουμε, ἄν θέλουμε νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός». Ἱερός πόθος του ἦταν πρίν τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του νά ἀξιωθεῖ, ὑπό συνθῆκες εἰρήνης καί ἐλευθερίας, νά συλλειτουργήσει μέ τόν Ἐπίσκοπό του στή φυσική ἕδρα τῆς Μητροπόλεως, τήν πεφιλημένη μας Ἀμμόχωστο.
Ἡ πνευματική παρακαταθήκη τοῦ πατρός Γεωργίου εἶναι τῷ ὄντι «ἱερὰ καὶ πολύτιμος». Ὁ ἴδιος βέβαια, κάνοντας τή δική του ἀποτίμηση, ὁμολογοῦσε· «Καθώς λέει ὁ Κύριος, “ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν”. Νιώθω, λοιπόν, ὅτι ἔκανα πολύ λιγότερα ἀπό ὅσα εἶχα χρέος νά κάνω. Εἶμαι ἁμαρτωλός ἀλλά ἀγαπῶ τήν Ἐκκλησία καί τή δόξα της καί γι’ αὐτό ἐλπίζω στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο πού ἐλπίζω νά δεῖ ὁ Θεός εἶναι ὅτι δέν ξεχώρισα ποτέ τά παιδιά μου ἀπό τά πνευματικά μου παιδιά. Ἀγαπῶ τό κάθε μέλος τοῦ ποιμνίου σάν πραγματικό μου παιδί καί χαίρομαι στίς χαρές του καί πονῶ στή θλίψη του».
Ὡς κατακλεῖδα παραθέτουμε ἕνα ἀπό τά μηνύματά του πρός τούς νέους: «Νά ἀγαπᾶτε τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους καί ὅλα τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Νά ἀγαπᾶτε τήν πατρίδα μας, τήν ἱστορία καί τήν παράδοσή μας, γιατί μᾶς δείχνουν ποιοί εἴμαστε καί ποιοί πρέπει νά μείνουμε. Κρατηθεῖτε μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας. Προσέχετε, παιδιά μου, νά μή σᾶς διαφθείρουν τά ἤθη τῆς ἄφρονης τούτης ἐποχῆς».
*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 60 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2025), σελ. 70-75.



