Ἄσμα ἀναστάσιμο μπροστά στόν θάνατο
Νίκης Τρακοσιῆ
Φιλολόγου
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ λαμπρότερη γιορτή τῆς πίστης μας, ἀλλά καί ἡ οὐσία καί ἡ βάση της. Αὐτό διακηρύττει ὁ Ἀπ. Παῦλος ὁ ὁποῖος, γιά τό κήρυγμα τῆς Ἀνάστασης, ἔζησε καί πέθανε μαρτυρικά. «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή δέ καί ἡ πίστις ὑμῶν…» (Α΄ Κορ. 15, 13). Ὁ ἀγῶνας κάθε Χριστιανοῦ μέσα στόν κόσμο εἶναι δύσκολος, ὅπως ὁ Κύριος τόνισε στούς Μαθητές καί στούς μέχρι τῆς συντελείας πιστούς. Ὅμως ἡ Ἀναστάσή Του έδωσε νόημα στόν κάθε ἀγῶνα καί τήν κάθε θλίψῃ μας. Ἡ πορεία τοῦ ἀγωνιζομένου Χριστιανοῦ εἶναι πορεία πρός στήν αἰωνιότητα, ἀφοῦ προσδοκούμε «ἀνάστασιν νεκρών καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Μέ αὐτή τήν προσδοκία ἐνισχύθηκαν οἱ Μάρτυρες καί οἱ Ἅγιοι κάθε ἐποχῆς, για νά ζήσουν ἤ νά πεθάνουν μαρτυρικά ὡς πιστοί Χριστιανοί. Μία θαυμαστή μαρτυρία πίστεως στήν Ἀνάσταση καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔδωσαν καί οἱ ἥρωες τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνα τοῦ 55-59. Ἰδιαίτερο ὕψος πνευματικότητας καί γνησίας πίστης ἐκπέμπουν οἱ ἐννέα ἀπαγχονισθέντες ἥρωες. Ὅλοι πολύ νέοι, σέ ἡλικία πού οἱ ἄνθρωποι δένονται μέ τά ὄνειρα γιά τό μέλλον τῆς ἐπίγειας ζωῆς, προσήλωσαν τό βλέμμα στό ἰδανικό τῆς ἐλευθερίας καί μέ τή δύναμη τῆς βαθιᾶς τους πίστης στόν στόχο τους καί στόν Θεό, ἔγραψαν ὁ καθένας μία ἱστορία ἀπαράμιλλου ἡρωισμοῦ.
Βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μέ τόν θάνατο, πού δέν ἦλθε ξαφνικά σε κάποια μάχη, ἀλλά ἀναγγέλθηκε ψυχρά ἀπό τό στόμα τοῦ Ἄγγλου δικαστή. Στερεότυπη ἀκούστηκε γιά τόν καθένα ἡ ἀποφάση τοῦ δικαστηρίου: «Θά κρεμαστεῖς ἀπό τό λαιμό, ὡσότου πεθάνεις. Καί εἴθε ὁ Παντοδύναμος Θεός νά ἐλεήσει τήν ψυχή σου». Καί οἱ ἐννέα νέοι ἔδωσαν τήν πιό ἰσχυρή καί αὐθεντική μαρτυρία γιά τήν πίστη στήν Ἀνάσταση καί τή μέλλουσα ζωή. Πίστευαν ἀκράδαντα ὅτι ἡ ἀπαίσια καταπακτή τῆς ἀγχόνης θά γινόταν ἡ εἴσοδος γιά τή βασίλεια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ πρίν τήν ἐκτέλεση εἶχαν τήν εὐκαιρία νά ἐξομολογηθοῦν καί νά κοινωνήσουν τά Ἄχραντα Μυστήρια. Γι’ αὑτό προχώρησαν μέ ἀνεξήγητη γιά τούς ὁλιγοπίστους χαρά. Οἱ ἐπιστολές ὅλων πρός τούς δικούς τους εἶναι ἀδιάσειστες μαρτυρίες γι’ αὐτή τήν πίστη.
Ὁ Ἰάκωβος Πατάτσος στό κελί τῶν μελλοθανάτων, ἔδειξε ἀξιοθαύμαστο ψυχικό σθένος. Ἔψαλλε θρησκευτικούς ὕμνους, τραγουδοῦσε πατριωτικά τραγούδια καί ἔδινε θάρρος στούς ὑπολοίπους κρατουμένους, μελετοῦσε καί δίδασκε τήν Ἁγία Γραφή.
Ἔγραψε στή μητέρα του. «Εὑρίσκομαι μεταξύ τῶν ἀγγέλων… Τό πνεῦμα μου φτερουγίζει γύρω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Κυρίου. Θέλω νά χαίρῃς ὅπως καί ἐγώ… Εἶναι καιρός τώρα νά καμαρώσῃς τό παιδί σου. Εὑρίσκεται ἐκεῖ ψηλά ὅπου ψάλλουν οἱ ἀγγέλοι. …Χαῖρε ἀγαπημένη μου μητέρα. Μήν κλαίης, γιά ν’ ἀκούσῃς τήν ἀγγελική φωνή μου πού ψάλλει Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Ψάλλε καί σύ μαζί μου. Ψάλλε, προσεύχου, δόξαζε τόν Θεόν σ’ ὅλην σου τή ζωή».
Σέ φίλο του ἔγραψε: «Ἐπῆρα τήν ἀγαπητήν σου ἐπιστολήν μέ ἐπικεφαλίδα τό Χριστιανικό μας σύνθημα «Χαῖρε». Ναί, ἀδελφέ μου, χαίρω. Ὁ Θεός μέ κάνει νά χαίρω. Ἡ συναίσθησις ὅτι σύντομα ἡ ψυχή μου θά φτερουγίζει γύρω ἀπό τόν ἔνδοξο θρόνο Του, μέ κάνει νά χαίρω. Ὁ Θεός μέ ἀγαπᾶ, γι’ αὐτό θά μέ πάρη κοντά Του… Ἡ χαρά μου εἶναι μεγάλη, γιατί σύντομα αἱ δοκιμασίαι καί αἱ θλίψεις θά σβήσουν καί τότε θά μένη ὁ «καρπός τοῦ Πνεύματος»… Τί χαρά πού θά εἶναι τότε, ὅταν θά εὑρίσκωμαι ἀνάμεσα στούς ἀγγέλους…».
Ὁ Ἀντρέας Ζάκος ἔγραψε στόν πατέρα του: «Ἀγαπητέ πατέρα… ἀφοῦ εἴμαστε Χριστιανοί πιστεύουμε στήν Οὐράνια Βασιλεία καί δέν πρέπει νά μᾶς φοβίζει ὁ θάνατος. Ἐξάλλου, ἐμεῖς ἔχουμε τό πλεονέκτημα νά ξέρουμε τήν ὤρα τοῦ θανάτου μας καί ἔτσι νά προπαρασκευασθοῦμε. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν μήν θλίβεσθε…».
Τήν παραμονή τοῦ θανάτου του ἔστειλε τό τελευταῖο γράμμα στόν ἀδελφό του: «Ἀγαπητέ ἀδελφέ, ὅταν πάρης τό γράμμα μου αὐτό, θά ἔχω φύγει γιά πάντα. Ὑπάρχει κανείς πού θά μείνει; Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου πλησιάζει, μά στήν ψυχή μας φωλιάζει ἡ ἠρεμία. …Στή θέση πού βρισκόμαστε τώρα οὔτε μέ τό μικροσκόπιο δέν μποροῦμε νά ἀνακαλύψουμε, πού ὑπάρχει ἡ τραγῳδία στόν θάνατο…».
Γιά τόν Χαρίλαο Μιχαήλ μαρτυρεῖ ὁ ἱερέας τῶν φυλακῶν π. Ἀντώνιος Ἐρωτοκρίτου: «Ὅσες φορές πῆγα κοντά του, εἶχε πάντοτε τό χαμόγελο στά χείλη, σάν κάτι εὐχάριστο νά περίμενε… Εἶμαι βέβαιος ὅτι μέ τό ἴδιο χαμόγελο ἀνῆλθε καί στήν ἀγχόνη». Στούς γονεῖς του ἔγραψε ὁ Χαρίλαος: «Ὅταν θά διαβάζετε τό γράμμα μου αὐτό, ἐγώ θά ἔχω σβήσει γιά πάντα ἀπό τή ζωή. Μή νομίσετε ὅμως ὅτι αὐτό μέ λυπεῖ… αἰσθάνομαι τόν ἑαυτό μου ἰσχυρόν καί γαλήνιον καί εἶμαι ἕτοιμος νά τά αντιμετωπίσω ὅλα μέ ἀφάνταστη ψυχραιμία. …Τίς ἀτελείωτες ὥρες μου τίς περνῶ διαβάζοντας θρησκευτικά βιβλία καί τραγουδώντας ἐθνικά τραγούδια. …ἔχω κιόλας δώσει τήν ψυχή μου στούς οὐρανούς…».
Ὁ Στέλιος Μαυρομμάτης ἔγραψε: «Σεβαστοί μου γονεῖς… Τώρα πού σᾶς γράφω, εὑρίσκομαι μέσα στό σκοτεινό κελί τῆς φυλακῆς μου, περιμένοντας μέ θάρρος καί ὑπομονή τόν δήμιο ναρθῆ νά μέ ὁδηγήσῃ στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως. Αἰσθάνομαι τόν ἑαυτόν μου ἰσχυρόν καί γαλήνιον, γιατί ἔχω τόν Χριστόν μέσα μου καί εἶμαι βέβαιος πῶς θά μέ βοηθήσῃ μέχρι τέλους. Μήπως δέν μᾶς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς: “Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεινόντων τό σῶμα τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι”; …Ἡ τελευταία μου ἐπιθυμία εἶναι: Νά σταθῆτε ψύχραιμοι μέχρι τέλους καί νά προσεύχεσθε γιά μένα. …Δέν θέλω οὔτε μοιρολόγια, οὔτε θρήνους, παρά μόνο νά εὐχαριστῆτε καί νά δοξάζετε τόν Θεό πού μέ ἀγάπησε καί θέλησε νά μέ πάρει κοντά Του. Θέλω νά ξέρετε πῶς ὁ υἱός καί ἀδελφός σας πέθανε μέ τό χαμόγελο στά χείλη…».
Στόν αδερφό του ὁ Μιχαήλ Κουτσόφτας ἔγραψε: «…Μονάχα ὁ Πανάγαθος Θεός κυβερνᾶ τή μοίρα μας. Ἔχουμε μοναχά τίς ἐλπίδες μας στόν Μεγάλον Θεό μας. Κι ἐσεῖς ἀδερφέ, να ἔχετε θάρρος καί ψυχραιμία… Ὅλοι οἱ θανατοποινίτες ζοῦμε σάν μία οἰκογένεια καί εἴμεθα ὅλοι ψύχραιμοι…». Ἀλλά καί ἡ γενναῖα μάνα του ἔγραψε στόν μελλοθάνατο γιό της: «Μή φοβηθεῖς τόν θάνατο. Νά παραδώσεις ὄμορφη ψυχή, γαληνεμένη».
Στην οικογένειά του γράφει ὁ Ἀνδρέας Παναγίδης: «…Ἴσως, ὅταν διαβάζετε αὐτό τό γράμμα, ἐγώ νά μήν ὑπάρχω ἀναμεταξύ στούς ζωντανούς. Στά 22 μου χρόνια πεθαίνω γιά χάρη μίας μεγάλης ἰδέας. Σᾶς εὔχομαι, ἀγαπημένα μου παιδιά, νά γινῆτε καλοί Χριστιανοί καί καλοί Ἕλληνες Κύπριοι. Ἀκολουθῆστε πάντα τόν δρόμο τῆς ἀρετῆς…». Στόν ἀδελφό του ἔγραψε: «…Περιμένουμε τήν ἡμέρα τῆς ἐκτελέσεως σάν ἅγια ὥρα τῆς ἐλευθερίας».
Καί ὁ Μιχαλάκης Καραολῆς ἔγραψε: «Ἀγαπητέ μου θεῖε… Μέ ἀπόλυτον ψυχικήν γαλήνη σᾶς ἀπευθύνω τόν λόγον τοῦ ὑστάτου ἀποχαιρετισμοῦ… Ἐμένα δέν πρέπει νά μέ λυπᾶστε… καί ἐφόσον ἐγώ δέν βρίσκω λόγον γιά νά κλαίω τόν ἑαυτόν μου, τότε καί δικοί μου δεν πρέπει νά μέ κλαῖν…».
Στό δικαστήριο εἶπε ὁ Αντρέας Δημητρίου: «Λυποῦμαι πού δέν θά δῶ τήν Κύπρο μας ελεύθερη. Ὅμως δέν μέ φοβίζει ὁ θάνατος, γιατί ἡ ζωή εἶναι περιττή μέσα στήν σκλαβιά».
Ὁ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης ἦταν 19 ἐτῶν, ὁ νεαρότερος πού ἀπαγχονίστηκε. Γράφει στίς 12 Μαρτίου 1957. «…Ἴσως αὐτό νά ’ναι τό τελευταῖο μου γράμμα… Δέν λυπάμαι γιά τίποτα. Μία φορά κανείς πεθαίνει. Θά βαδίσω χαρούμενος στήν τελευταία μου κατοικία. Τί σήμερα τί αὔριο; Ὤρα 7:30. Ἡ πιό όμορφη μέρα τῆς ζωῆς μου. Ἡ πιό ὄμορφη ὥρα… Στήν τελευταῖα ἐπίσκεψη τῆς οἰκογενείας τοῦ εἶπε: «Δέν θέλω νά κλάψετε, οὔτε νά στεναχωριέστε. Ἐγώ θά πάω στόν Θεό καί θά Τόν παρακαλέσω νά εἶμαι ὁ τελευταῖος πού ἀπαγχονίζεται». Ὁ Θεός ἄκουσε τήν προσευχή του.
Τά μεσάνυχτα τῆς 13ης πρός 14ης Μαρτίου 1957 στάθηκε περήφανα κάτω ἀπό τή μακάβρια θηλιά καί ἡ βροντερή φωνή του ἔσπασε τή σιωπή τῆς νύχτας μέ τόν Εθνικό Ύμνο. Τέλος βροντοφωνάζει: … Ἐλπίζω νά ’μαι ὁ τελευταῖος πού ἐκτελοῦν… Ἀδέλφια συνεχίστε τόν ἀγῶνα. Ἐγώ βαδίζω στήν ἀγχόνη γελαστός, ἀποφασιστικός καί ὑπερήφανος. Ὁ Εὐαγόρας πέρασε στήν ἀθανασία. Ἡ ἐκτέλεσή τοῦ προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή πού ἀπέτρεψε τόν ἀπαγχονισμό 26 ἄλλων ἀγωνιστῶν.
Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση καί τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού ἄνοιξε γιά τόν πεσόντα ἄνθρωπο, ἅς γίνει καί γιά ἐμᾶς ἡ δύναμη σέ κάθε ἀγῶνα καί ἡ ἀπάντηση σέ κάθε ἀντιξοότητα καί θλίψη μας. Καί ἅς γίνουμε ὡς Χριστιανοί, ἄξιοι νά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀνάσταση τῆς ἀδικημένης πατρίδας μας.
*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 60 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2025), σελ. 32-35.
