Ευαγγέλιο Κυριακής εβδόμης. Των Αγίων Πατέρων
Πρωτ. Κωνσταντίνου Λ. Κωνσταντίνου
Θεολόγου
(Ἰωάν. ιζ΄, 1 – 13)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν, εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς.
* * *
Τό δογματικό θέμα μέ τό ὁποῖο ἀσχολήθηκε ἡ Σύνοδος αὐτή ἦταν ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τό μέγεθος τοῦ προβλήματος πού δημιουργήθηκε στήν Ἐκκλησία πρέπει νά ποῦμε πώς ὁ Ἄρειος ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας. Εἶχε καταδικαστεῖ πρῶτα ἀπό τοπική Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας γιά τίς αἱρέσεις πού δίδασκε ὡς πρός τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Παρά τήν καταδίκη τους, οἱ αἱρετικές αὐτές ἀπόψεις διαδόθηκαν καί σέ ἄλλες ἐκκλησιαστικές περιοχές τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί δημιούργησαν προβλήματα, γι’ αὐτό ὁ Αὐτοκράτορας Μέγας Κωνσταντῖνος ἀναγκάστηκε νά συγκαλέσει τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, γιά νά λύσει τό θέμα.
Ἡ μεγαλύτερη «βλασφημία», πού δίδασκε ὁ Ἄρειος, ἦταν ὅτι κάποτε δέν ὑπῆρχε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε: «ἦν ποτέ ὅτε οὐκ ἦν». Γιά νά καταλάβουμε τό μεγάλο αὐτό δογματικό ὀλίσθημα τοῦ Ἀρείου, μεταφέρουμε αὐτούσια τά σχόλια ἑνός σύγχρονου θεολόγου, τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεου:
«Συνέπεια αὐτῆς τῆς ἀπόψεώς του ἦταν ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ κτίσθηκε ἀπό τόν Πατέρα ἐν χρόνῳ, δηλαδή ὑπῆρξε χρόνος κατά τόν ὁποῖον δέν ὑπῆρχε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἄρα ἔθετε χρόνο μεταξύ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ· ὅτι ὁ Υἱός δέν ἔχει τήν ἴδια οὐσία μέ τόν Πατέρα, πού σημαίνει ὅτι εἶναι τρεπτός· καί ὅτι ἀγνοεῖ τόν Πατέρα. Καί κατά συνέπεια καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι κτίσμα πού δημιουργήθηκε ἀπό τόν Πατέρα διά τοῦ Υἱοῦ. Ἐπίσης, βασική θέση τοῦ Ἀρείου ἦταν ὅτι ὁ Υἱός λειτουργεῖ ὡς κατώτερη θεότητα, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά εἶναι ἀλλότριος στήν οὐσία ἀπό τόν ἀνώτερο Πατέρα. Αὐτές οἱ αἱρετικές ἀπόψεις δημιούργησαν μεγάλη ἀναστάτωση στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Ἱερή Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πιστοί γνώριζαν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός, γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα πρίν ἀπό τούς αἰῶνες, εἶναι Φῶς πού προέρχεται ἀπό τό Φῶς, καί ἔχει τήν ἴδια οὐσία μέ τόν Πατέρα καί Αὐτός γνωρίζει τόν Πατέρα καί Τόν φανέρωσε στούς ἀνθρώπους. Ἔτσι, οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁμολόγησαν αὐτήν τήν πίστη τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά καί ἀπό τήν δική τους ἐμπειρία πού εἶχαν, καί συνέταξαν τά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πού ὁμολογοῦμε καί ἀπαγγέλλουμε μέχρι σήμερα.»
Ὅλα αὐτά ἀκούγονται σέ ἐμᾶς τούς συγχρόνους ὡς ψιλά γράμματα καί βαριές θεολογικές ἐκφράσεις, παρόλα αὐτά εἶναι ἀπαραίτητα ἀκόμη καί γι’ αὐτή τήν ἁπλή καθημερινή μας ρουτίνα. Σέ ἕναν κόσμο βίας, φόβου καί ἀνασφάλειας ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ταλαιπωρεῖται καί παραπαίει. Ψάχνει νά κρατηθεῖ ἀπό κάπου, ἀλλά συχνά ἀπογοητεύεται καί ἀπελπίζεται. Ἔχει ἀπόλυτη ἀνάγκη ἀπό μία σταθερή ἀξία, μία βέβαιη ἄγκυρα, γιά νά ἀκουμπήσει, νά ἀναπαυθεῖ. Γι’ αὐτό στήν Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνεται ὡς καθημερινή προσευχή τό Σύμβολο τῆς πίστεως πού τονίζει: «Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.»
Ἡ πίστη αὐτή δέν εἶναι μία ψυχολογική στήριξη, ἀλλά εἶναι ἀναγκαία ὡς ὑπαρξιακή ἀνάγκη. Ὅσο κι ἄν μᾶς ἔκαναν νά πιστέψουμε στή δική μας παντοδυναμία, ἡ καθημερινότητα, μέ τίς ἀποτυχίες καί τά ναυάγια, ἀποδεικνύει τό ἀντίθετο. Ἄν δέν ἀποθέσουμε τόν ἑαυτό μας στά χέρια τοῦ Θεοῦ μέ πραγματική ἐμπιστοσύνη, δέ θά μπορέσουμε νά βροῦμε ἠρεμία. Τό ἄγχος θά μᾶς κατατρώει σάν σαράκι. Ἡ πίστη στό Θεό δέν μπορεῖ νά εἶναι μία τυπολατρική προσήλωση σέ κάποιους κανόνες, γιά νά ἔχουμε ἥσυχη τήν συνείδησή μας, οὔτε μία μαγική συνταγή πού θά διώξει τό κακό. Πιστεύω σημαίνει ἐμπιστεύομαι. Ἀφήνω τόν ἑαυτό μου, τά παιδιά μου, τή ζωή μου, τή σωτηρία μου, στά χέρια τοῦ μόνου αἰώνιου καί ἀληθινοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ ὤν, ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος γιά τόν κάθε πιστό. Εἶναι τό πλήρωμα τῆς καρδίας του. Εἶναι ὁ στοργικός πατέρας πού γεμίζει μέ πραγματική ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία τόν ἄνθρωπο.
Σ’ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή παρατηροῦμε πώς ὁ Χριστός ἀποκαλύπτει αὐτή τήν μεγάλη δογματική ἀλήθεια καί προσεύχεται ὡς ἑξῆς: «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.» Τονίζει πώς ἡ ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Ἡ γνωριμία μέ τόν Χριστό ἀπ’ αὐτή τή ζωή, εἶναι μία πρόγευση τοῦ παραδείσου καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ ἀληθινή ζωή καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει μέσα στήν προσευχή, τήν μετάνοια, τά μυστήρια. Ὁ Χριστός ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία γιά νά ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό του στόν ἄνθρωπο. Ἡ μετάνοια γιά τίς πτώσεις εἶναι ἡ μετά δακρύων ἐπιστροφή σ’ αὐτή τήν πατρική σχέση καί ἀγκαλιά. Ἡ ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία γίνεται μία συνεχής ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ Πατέρα πού τρέφει τά παιδιά του μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον.» Καταλήγοντας, θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά διαβάζεται σήμερα αὐτή ἡ εὐαγγελική περικοπή γιά νά μᾶς θυμίζει πώς οἱ θεόπτες Προφῆτες, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Πατέρες μᾶς ἄφησαν στίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν ἐμπειρία πού εἶχαν οἱ ἴδιοι σάν ἐμπειρία μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Φῶς, πού γεννήθηκε πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀπό τό Φῶς καί εἶναι ἀληθινός Θεός. Αὐτόν λατρεύουμε, Αὐτόν ἀγαπᾶμε καί τηροῦμε τίς ἐντολές Του, γιά νά φθάσουμε καί ἐμεῖς στό Φῶς.
*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 61 (Μάιος – Αύγουστος 2025), σελ. 95-98.
