20-22 Ιουλίου 2025, 51 χρόνια από τον «Αττίλα Ι»
Δρος Σωτηρούλας Βασιλείου
Επιστημονικής Λειτουργού Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄
Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας […]
Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας
σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο […].
Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου […].[1]
Στις 20 Ιουλίου 2025, στις 5.30 το πρωί, στην Κύπρο ήχησαν, ξανά, οι σειρήνες, υπενθυμίζοντας πως τέτοια ώρα, 51 χρόνια πριν, τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας. Παράλληλα, Τούρκοι αλεξιπτωτιστές έπεφταν στον τουρκικό θύλακα Λευκωσίας – Αγίου Ιλαρίωνα ενώ τουρκικά αεροπλάνα επιτίθεντο σε Κερύνεια και Λευκωσία. Επρόκειτο για την επιχείρηση «Αττίλας Ι», με πρόσχημα την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και στόχο την επιβολή των διχοτομικών τουρκικών σχεδίων εις βάρος της Κύπρου. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου είχε προσφέρει στην Τουρκία το τέλειο άλλοθι για την Εισβολή, η οποία παραβίαζε κάθε κανόνα της διεθνούς νομιμότητας. Συγκεκριμένα, η Τουρκία επικαλέστηκε ως δικαιολογία τα επεμβατικά δικαιώματα των Εγγυητριών Δυνάμεων βάσει των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου και τους κινδύνους, που διέτρεχαν οι Τουρκοκύπριοι από την επικράτηση του πραξικοπήματος.
Δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ πάσχισαν, παρά την πανθομολογούμενη παρείσφρηση της προδοσίας, να προβάλουν αντίσταση, αλλά αυτή ήταν ασυντόνιστη. Το Ψήφισμα 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών της 20ής Ιουλίου 1974, με το οποίο απαιτούντο άμεση κατάπαυση του πυρός και τερματισμός της ξένης επέμβασης στην Κύπρο, ουδόλως λήφθηκε υπόψιν από την Τουρκία. Στο μεταξύ, πολίτες δολοφονούνταν, αιχμαλωτίζονταν, βιάζονταν και εκδιώκονταν από τις εστίες τους. Πέραν της Κερύνειας και της Λευκωσίας, αιματηρούς βομβαρδισμούς υφίστατο και η Αμμόχωστος. Ενδεικτική της όλης κατάστασης είναι η έκβαση της επιχείρησης ΝΙΚΗ. Συγκεκριμένα, το βράδυ της 21ης προς 22α Ιουλίου επιχειρήθηκε η άφιξη στην Κύπρο μοίρας Καταδρομέων από τη Σούδα (Χανιά). Ωστόσο, ένεκα τραγικής ασυνεννοησίας, η Εθνική Φρουρά, θεωρώντας τα αεροσκάφη τουρκικά, άρχισε να εκτοξεύει εναντίον τους αντιαεροπορικά πυρά. Τραγικός απολογισμός της πλάνης 35 νεκροί (31 καταδρομείς και τέσσερα μέλη πληρώματος) και δέκα τραυματίες. Οι υπόλοιποι καταδρομείς συμμετείχαν με αυτοθυσία στην υπεράσπιση του αεροδρομίου Λευκωσίας καθώς και στην υπεράσπιση της πρωτεύουσας κατά τη δεύτερη φάση της Εισβολής.
Ο «Αττίλας Ι» ολοκληρώθηκε, τυπικά, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, με την κήρυξη εκεχειρίας, αφού είχε καταληφθεί η Κερύνεια. Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών παραιτήθηκε από την προεδρία της πραξικοπηματικής κυβέρνησης και καθήκοντα προεδρεύοντος ανέλαβε, βάσει του Συντάγματος, o Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Την ίδια μέρα, υπό το βάρος της τραγωδίας της Κύπρου, κατέρρευσε και η Χούντα των Συνταγματαρχών και την επομένη ορκίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Ωστόσο, παρά την εξομάλυνση, η Τουρκία, όχι μόνο δεν απέσυρε τα στρατεύματά της, αλλά, αντίθετα, εκμεταλλευόμενη την εκεχειρία και το ναυάγιο –εξαιτίας των υπερβολικών τουρκικών αξιώσεων– των συνομιλιών στη Γενεύη, μετέφερε περισσότερα στρατεύματα στην Κύπρο και συνέχισε την προέλαση, την οποίαν η απέλπιδα αντίσταση δυνάμεων της Εθνοφρουράς και της ΕΛΔΥΚ δεν κατόρθωσε να ανακόψει. Συγκεκριμένα, οι τουρκικές δυνάμεις προωθήθηκαν στις δυτικές κορυφές του Πενταδακτύλου και στις 6 Αυγούστου, ύστερα από φονικές μάχες, κατέλαβαν τις μεγάλες κωμοπόλεις του Καραβά και της Λαπήθου.
Ακολούθησε, στις 14 Αυγούστου, ο «Αττίλας ΙΙ», ο οποίος ολοκληρώθηκε στις 17 του μήνα.
Τραγικές συνέπειες της διπλής Εισβολής ήταν η κατάληψη του 36,2% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, η απώλεια του 70% των πλουτοπαραγωγικών της πόρων και η προσφυγοποίηση 165.000 περίπου Ελλήνων Κυπρίων. Περίπου 4.000 ήταν οι νεκροί, 1.619 οι αγνοούμενοι και 800 οι γυναίκες που βιάστηκαν.
Σήμερα, 51 χρόνια αργότερα, οι πληγές της Εισβολής παραμένουν ανεπούλωτες, με την απελευθέρωση να αποτελεί πόθο και χρέος, του οποίου εκπλήρωση περνά μέσα από τη μνήμη, τη μελέτη, την εγρήγορση και τον αγώνα.
Εικ. 1: Βομβαρδισμένο τοπίο της Λευκωσίας, 22 Ιουλίου 1974.
Εικ. 2: Η Λευκωσία βομβαρδίζεται, 22 Ιουλίου 1974.
Εικ. 3: Η Ελληνική Πρεσβεία μετά τους βομβαρδισμούς, 23 Ιουλίου 1974.
Εικ. 4: Συντρίμμια τουρκικού πολεμικού αεροπλάνου, καταρριφθέντος από την Εθνική Φρουρά, 21 Ιουλίου 1974.
Εικ. 5: Το Διοικητήριο της ΕΛΔΥΚ βομβαρδισμένο από τους εισβολείς, 21 Ιουλίου 1974.
Εικ. 6: Το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ βομβαρδισμένο, 21 Ιουλίου 1974.
Εικ. 7: Το βομβαρδισμένο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας, 21 Ιουλίου 1974.
Εικ. 8: Νεκρή γυναίκα στο βομβαρδισμένο ξενοδοχείο «Salaminia Tower», Αμμόχωστος, 21 Ιουλίου 1974.
Εικ. 9: «Το άδειο πουκάμισο» του Δημήτρη Κωνσταντίνου, στην Πινακοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Ο καλλιτέχνης αποτυπώνει σπαρακτικά την τύχη των αιχμάλωτων στρατιωτών της Εισβολής. Πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η φωτογραφία πέντε αιχμάλωτων του 398 Τάγματος Πεζικού (Αντωνάκη Κορέλλη, Πανίκου Νικολάου, Χριστόφορου Σκορδή, Ιωάννη Παπαγιάννη, Φίλιππου Χατζηκυριάκου), τα λείψανα των οποίων έμελλε να ανευρεθούν το 2009, σε πηγάδι, στο χωριό Κιάδος (Τζιάος).
*Πηγή εικόνων: 1-8: Νέαρχος Νεάρχου (επιμ.), Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τ. ΙΕ΄, Λευκωσία: ΙΑΜ, 2005.
[1] Κώστας Μόντης, «Στιγμές της Εισβολής», Πικραινόμενος ἐν εαυτῷ (1975).








