Αρχιεπίσκοπος Κύπρου: «Η Εκκλησία και ο λαός της Κύπρου είναι ενωμένοι και βαδίζουν μαζί»

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου: «Η Εκκλησία και ο λαός της Κύπρου είναι ενωμένοι και βαδίζουν μαζί»

Την εκτίμηση ότι οι Τούρκοι πρέπει να λογικευτούν και να καταλάβουν ότι σωστή λύση του Κυπριακού δεν πρέπει να έχει νικητές και ηττημένους δήλωσε απόψε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β`. Σε ομιλία του σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο UCLan Cyprus, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 10 χρόνων αρχιεπισκοπίας του, ο Μακαριότατος είπε ότι «οι σκέψεις μας επικεντρώνονται στο εθνικό μας θέμα, γιατί αν παρ` ελπίδα δεν πάμε καλά στο εθνικό θέμα, ίσως να είμαστε η τελευταία γενιά που κατοικεί σε αυτό το νησί.

Είπαμε τις απόψεις μας ευθαρσώς στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ξεκαθαρίσαμε ότι εμείς τον θέλουμε δυνατό, να αισθάνεται ότι είμαστε μαζί του, αλλά έχουμε και μερικές απαιτήσεις».

Πρόσθεσε πως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «οφείλει να είναι διεκδικητικός. Θα έχει όλη τη στήριξη από μας, αλλά προτιμούμε να φύγει (από τις συνομιλίες) εάν οι Τούρκοι δεν λογικευτούν, διότι ζητούν τα πάντα και πρέπει να καταλάβουν ότι μια σωστή λύση δεν πρέπει να έχει νικητές και ηττημένους. Όλοι θα κάνουμε παραχωρήσεις, αλλά μέχρι ενός επιτρεπτού πλαισίου, να μην υπερβούμε κάποιες αρχές που ζει και βιώνει επί αιώνες αυτός λαός», είπε και σημείωσε ότι «θέλω να πιστεύω ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πήρε το μήνυμα πολύ καλά, αλλά γνωρίζουμε καλά τον αντίπαλο, ο οποίος θέλει τα πάντα».

Ταυτόχρονα διαβεβαίωσε ότι θα εργάζεται «ούτως ώστε, όσο μπορώ να επηρεάζω στο εθνικό θέμα για μια σωστή λύση, όχι δίκαιη (λύση), αλλά τουλάχιστον να δουλεύει, να μην καταρρεύσει, γιατί αν καταρρεύσει, τα χάνουμε όλα. Ο κόσμος έχει αρκετά προβλήματα, δεν πάμε καλά, ο κόσμος πρέπει να αλλάξει, γιατί πάμε από το κακό στο χειρότερο», είπε και διερωτήθηκε για ποιες ευρωπαϊκές αξίες μιλούμε όταν «οι πάντες επιζητούν τα άνομα συμφέροντά τους».

Ο Μακαριότατος είπε ακόμα ότι βλέπει «την Εκκλησία της Κύπρου ως ενωμένη, δεν ξεχωρίζω την Αρχιεπισκοπή από τις άλλες Μητροπόλεις. Εμείς ξέρουμε τι θέλει ο λαός από μας, είμαστε μέσα στο λαό, βαδίζουμε μαζί, είμαστε ενωμένοι, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε και με τέτοιο λαό έχουμε αποκρυσταλλώσει την άποψη ότι ο τόπος αυτός θα ζήσει», είπε και σημείωσε ότι «όσο και να βυσσοδομούν οι εχθροί της Κύπρου δεν θα καταφέρουν τίποτε, γιατί θα σπάσουν πάνω στο βράχο που λέγεται κυπριακός λαός, θρησκευόμενος λαός».

Στην ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στα «φοβερά οικονομικά προβλήματα» που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο και σημείωσε ότι η Εκκλησία στάθηκε «δίπλα στο λαό της και δεν στερήθηκε της φιλανθρωπίας της και στις δύσκολες ώρες που περάσαμε, αφειδώλευτα προσφέραμε σε όλους».

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus Φλώρος Βονιάτης ανέφερε ότι ο Μακαριότατος «απέδειξε μέσα στο σύντομο χρόνο της δεκαετούς αρχιεπισκοπίας του ότι είναι άνθρωπος των έργων και των καινοτομιών. Θεωρούμε το έργο του Αρχιεπισκόπου ιδιαίτερα σημαντικό και επωφελές για την κοινωνία και τον τόπο μας».

Το έργο αυτό, συνέχισε, «δεν περιορίζεται μόνο στα θρησκευτικά, λειτουργικά και πνευματικά καθήκοντα, αλλά εκτείνεται σε όλο το φάσμα των αναγκών και προκλήσεων της σύγχρονης κοινωνίας μας. Όλως ιδιαιτέρως θεωρούμε σημαντικό το ενδιαφέρον που επιδεικνύει ο Μακαριότατος για την πορεία του εθνικού μας προβλήματος, διατυπώνοντας σθεναρά την άποψη της Εκκλησίας και προβάλλοντας το διεθνώς από όποιο βήμα του δίνεται η ευκαιρία».

Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασίλειος παρουσίασε τον τόμο με τίτλο «Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος ο Β` 2006 – 2016 – 10 χρόνια αναρρήσεως στο θρόνο του Αποστόλου Βαρνάβα» και σημείωσε πως ο Αρχιεπίσκοπος συμπλήρωσε «επίσης 50 χρόνια ιεροσύνης και 30 χρόνια αρχιεροσύνης».

Πρόσθεσε ότι «μετά από πρόταση του Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Πυλιώτη, σχηματίσθηκε επιτροπή για την επιμέλεια και έκδοση τιμητικού τόμου για τα δέκα έτη Αρχιεπισκοπικής διακονίας του Μακαριοτάτου. Ο τιμητικός τόμος, τον οποίο χαιρετίζει και ο Οικουμενικός Πατριάρχης, περιλαμβάνει κείμενα εγκυκλίων, ομιλιών και λόγων του Μακαριοτάτου».

Αναφερόμενος στο έργο του Αρχιεπισκόπου, ο Μητροπολίτης Βασίλειος είπε ότι «αμέσως μετά την εκλογή και ενθρόνισή του, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β` προχώρησε σε λήψη καθοριστικών συνοδικών αποφάσεων, στην αύξηση των μελών της ιεραρχίας με την ανασύσταση των αρχαίων μητροπόλεων και έτσι ανασυστάθηκαν οι Μητροπόλεις Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, Κύκκου και Τυλληρίας, Ταμασού και Ορεινής, και Τριμυθούντος καθώς και οι Επισκοπές Καρπασίας, Αρσινόης και Αμαθούντος».

Επιπρόσθετα «προήχθησαν σε Επισκόπους και οι δύο Ηγούμενοι των Σταυροπηγιακών Μονών, Μαχαιρά και Αγίου Νεοφύτου, ενώ με τη χειροτονία και δύο βοηθών επισκόπων της Αρχιεπισκοπής, Μεσαορίας και Νεαπόλεως, για θέματα ευρωπαϊκά, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Κύπρου σήμερα αριθμεί 17 μέλη».

Ανέφερε ακόμα ότι «ένα από τα βήματα του Αρχιεπισκόπου ήταν η σύνταξη νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας Κύπρου που άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου του 2011 και χαρακτηρίστηκε από πολλές άλλες Εκκλησίες ως ο καλύτερος, σε σύγκριση με εκείνους άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, γιατί είναι σύμφωνος με την πίστη και την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συνάμα, ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα των κοινωνιών και την κείμενη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Στα έργα του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, σημείωσε ακόμα ο Μητροπολίτης Κωνσταντίας, είναι η ίδρυση της Θεολογικής Σχολής στη Κύπρο και ο Φορέας μισθοδοσίας του κλήρου «που είναι καθαρά έμπνευση και έργο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ο οποίος, με τον τρόπο αυτό θέτει τέλος σε μία αβεβαιότητα όσον αφορά τη μισθοδοσία των κληρικών της Εκκλησίας της Κύπρου».

Μεταξύ των έργων του Αρχιεπισκόπου περιλαμβάνεται και η ανέγερση Καθεδρικού Ναού που «να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες και την αξία της Εκκλησίας της Κύπρου, η ανάπτυξη και η σύσφιξη των διορθοδόξων σχέσεων της Εκκλησίας της Κύπρου με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και οι τακτές συναντήσεις με τους εκπροσώπους των άλλων χριστιανικών θρησκευτικών κοινοτήτων και κυρίως με το θρησκευτικό προϊστάμενο των Τουρκοκυπρίων».

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου προσέφερε στον Αρχιεπίσκοπο ως δώρο ένα αρχιερατικό μπαστούνι, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος τίμησε ανθρώπους που πρόσφεραν στο φιλανθρωπικό έργο της Αρχιεπισκοπής.

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Κώστας Καδής, ο τέως Πρόεδρος της Βουλής Γιαννάκης Ομήρου, ο Επίτροπος Εθελοντισμού Γιάννης Γιαννάκης, ο Δήμαρχος Αραδίππου, ο Μητροπολίτης Δωδώνης Χρυσόστομος, ο Μητροπολίτης Βόστρων και Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Κύπρο Τιμόθεος, οι Επίσκοποι Αρσινόης και Χύτρων, ο Πρόεδρος του ΕΒΕ Λάρνακας, βουλευτές, Δημοτικοί Σύμβουλοι Λάρνακας και πλήθος κόσμου.

Πηγή: ΚΥΠΕ

*******************

Ακολουθεί η ομιλία του Πανιερώτατου Μητροπολίτη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου κ. Βασιλείου:

 

Χρυσόστομος Β’ Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Δέκα έτη Αρχιεπισκοπικής Διακονίας

Η αναγνώριση του έργου ενός ανθρώπου πρέπει να έχει ανιδιοτελή κίνητρα και να επιδιώκει να αναδείξει τη σημαντικότητα του έργου αυτού, ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για έργο εκκλησιαστικού ανδρός, όπως αυτό του Μακαριοτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. κ. Χρυσόστομου Β΄. Η αξιολόγηση του έργου αυτού γίνεται με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δεκαετούς προσφοράς του από την ανάρρησή του στον Θρόνο του Αποστόλου Βαρνάβα.

Υπενθυμίζεται ότι ο Μακαριότατος, εκτός της δεκαετούς αρχιεπισκοπικής διακονίας του, συμπλήρωσε επίσης 50 χρόνια ιερωσύνης και 30 χρόνια αρχιερωσύνης.

Προς το σκοπό αυτό, μετά από πρόταση του Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμου Πυλιώτη, σχηματίσθηκε επιτροπή από τους δύο Αρχιμανδρίτες Ιερώνυμο Πυλιώτη και Αυγουστίνο Κκαρά, τους κ.κ. Μιχάλη Σπύρου και Χρίστο Κουκλιώτη και τον υποφαινόμενο, για την επιμέλεια και έκδοση τιμητικού τόμου για τα δέκα έτη Αρχιεπισκοπικής διακονίας του Μακαριοτάτου. Ο χρόνος που μεσολαβούσε για την πραγματοποίηση του εγχειρήματος δεν ήταν αρκετός για να ζητηθεί, ως είθισται, από διακεκριμένες προσωπικότητες να γράψουν για τις διάφορες όψεις, τη σημασία του έργου και για την προσωπικότητά του. Έτσι, αποφασίσθηκε να δοθεί στον ίδιο το βήμα του λόγου, εκδίδοντας εγκυκλίους, λόγους και ομιλίες που είχε εκφωνήσει κατά καιρούς σε καίριες περιστάσεις της ζωής της Εκκλησίας και του τόπου. Το ίδιο άλλωστε είχε γίνει και για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο για τα είκοσι χρόνια Πατριαρχίας του.

Ο τιμητικός τόμος περιλαμβάνει κείμενα εγκυκλίων, ομιλιών και λόγων του Μακαριοτάτου και, όπως αντιλαμβάνεσθε, είναι ποικίλου περιεχομένου. Τον τόμο χαιρετίζει και ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος έχει εκτιμήσει βαθύτατα τη συμβολή του Μακαριοτάτου στα Πανορθόδοξα δρώμενα.

Δεν θα αναφερθούμε στο περιεχόμενο των κειμένων αυτών. Θα αφήσουμε και σε εσάς τη χαρά να εντρυφήσετε στα κείμενα αυτά, τα οποία, συνάμα με τις συγκεκριμένες πράξεις που τα συνοδεύουν, χάραξαν την πορεία της ζωής και της ιστορίας της Εκκλησίας Κύπρου και δεν περιορίζονται στη δεκαετία της αρχιεπισκοπικής του διακονίας, αλλά επεκτείνονται πολλώ επέκεινα της συγκεκριμένης περιόδου. Εμείς έχουμε επιλέξει να παρουσιάσουμε το έργο του Μακαριοτάτου μέσα από εικόνες που αποτυπώνουν την πορεία αυτή. Ευχαριστούμε το Uclan University που πρόθυμα προσφέρθηκε να φιλοξενήσει την τιμητική αυτή εκδήλωση. Ευχαριστούμε το χορηγό της εκδόσεως του Τιμητικού Τόμου Viacheslav Zarenkov και γενικά όλους εκείνους που συνέλαβαν στην έγκαιρη εκτύπωσή του.

Ποία η εκκλησιαστική κατάσταση που παρέλαβε ο Μακαριότατος και πως την παραδίδει;

Οι βασικές αρχές που διέπουν την εκκλησιαστική δραστηριοποίηση του Μακαριοτάτου και πηγάζουν, τόσο μέσα από τα κείμενα αυτά, όσο και από επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του, αλλά και από τα ίδια τα έργα του, μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα.

α) Η αρχαία αποστολική και αυτοκέφαλη Εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα πρέπει να εξέλθει από την απομόνωση και την συρρίκνωση που υπέστη για αιώνες και να ανακτήσει τη θέση και αξία που της αρμόζει μέσα στο στερέωμα των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
β) Τα προβλήματα που συσσωρεύθηκαν από την κατάσταση αυτή μόνο με την επανασύσταση των πάλαι ποτέ διαλαμψασών Μητροπόλεων και, κατά συνέπεια, με τη διεύρυνση της Ιεράς Συνόδου μπορούν να επιλυθούν. Αρκετές φορές η Εκκλησία Κύπρου, για να λύσει εσωτερικά ζητήματα, ένεκα του μικρού αριθμού των μελών της Ιεράς Συνόδου, αναγκάσθηκε, όπως αποδεικνύεται και από την ιστορία της Εκκλησίας μας, να προσφύγει στην κανονική αρωγή όμορων Ορθοδόξων Εκκλησιών είτε για συγκρότηση Μειζόνων Συνόδων είτε για την αριθμητική διεύρυνση της Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου, είτε ακόμα και προς μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα προαπαιτούμενα κανονικά κριτήρια και να λύσει εσωτερικά ζητήματα και να αντιμετωπίσει ποικίλες κρίσεις.
γ) Η δομή και λειτουργία του πολιτεύματος της Εκκλησίας πρέπει να είναι, αφ’ ενός μεν σύμφωνη με την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δεν να ανταποκρίνεται προς το πνεύμα και τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου.
δ) Οι σύγχρονες πνευματικές απαιτήσεις επιβάλλουν την παρουσία του Επισκόπου πιο κοντά στους πιστούς για την ενίσχυση του πνευματικού τους αγώνα και την άμεση επίλυση των προβλημάτων που παρουσιάζονται. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός πρέπει οι Μητροπόλεις και Επισκοπές να είναι μικρότερες σε έκταση, εύκολες ως προς τη διοίκηση και η παρουσία του Επισκόπου πιο άμεση με το πλήρωμα της Εκκλησίας.
ε) Ο κλήρος, για να ανταποκριθεί στην αποστολή του, πρέπει να είναι βέβαιος ότι έχει εξασφαλισμένα τα προς το ζην του ιδίου και της οικογένειάς του.
στ) Πρέπει όμως να έχει και την κατάλληλη θεολογική παιδεία για να ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του υψηλού επιπέδου του μορφωμένου σήμερον Κυπριακού λαού.
ζ) Βασικό μέλημα της Εκκλησίας είναι και το Εθνικό μας θέμα. Η Εκκλησία Κύπρου έχει τη μακραίωνη εμπειρία του χειρισμού των Εθνικών και θρησκευτικών ζητημάτων, ως Εθναρχούσα Εκκλησία. Έτσι, και σήμερα, δεν είναι δυνατόν να παραμείνει αδρανής όσον αφορά την πορεία του Κυπριακού θέματος, γιατί αφορά την πορεία και επιβίωση του Έθνους και τον ίδιο το λαό.

Επομένως, για να αξιολογήσουμε σωστά το έργο του Μακαριοτάτου, είναι αναγκαία μικρή ιστορική αναδρομή για την Εκκλησία Κύπρου. Γνωρίζουμε ότι από τη Λατινική περίοδο οι ιστορικές Επισκοπές της Κύπρου είχαν μειωθεί στον ελάχιστο δυνατό αριθμό, από 14/5 σε μόνο τέσσερεις, την Αρχιεπισκοπή, και τις μητροπόλεις Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας. Αυτή η κατάσταση συνέχισε καθ’ όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας – Ενετοκρατίας, της Οθωμανικής κυριαρχίας και της Αγγλικής αποικιοκρατίας, μέχρι και της αρχιεπισκοπίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, δηλαδή για οκτώ αιώνες. Τότε προστέθηκαν δύο νέες μητροπόλεις, η της Λεμεσού και της Μόρφου, με διαίρεση των μητροπόλεων Κιτίου και Κυρηνείας αντιστοίχως. Ο αριθμός της ιεραρχίας, εκτός του Αρχιεπισκόπου και των πέντε μητροπολιτών αυξανόταν ευκαιριακά με την προσθήκη χωρεπισκόπων, κυρίως υπό τον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο.

Αμέσως μετά την εκλογή και ενθρόνισή του, ο Μακαριότατος προχώρησε σε λήψη καθοριστικών συνοδικών αποφάσεων, συναινούντων και των άλλων συνοδικών μελών, στην αύξηση των μελών της ιεραρχίας με την ανασύσταση των αρχαίων μητροπόλεων, οι πλείστες των οποίων είχαν καταργηθεί με τις λατινικές συνόδους της Λεμεσού, 1220 και της Αμμοχώστου, 1222.

Ανασυστάθηκαν οι Μητροπόλεις Κωνσταντίας και Αμμοχώστου, Κύκκου και Τυλληρίας, Ταμασού και Ορεινής, και Τριμυθούντος, και οι Επισκοπές Καρπασίας, Αρσινόης και Αμαθούντος. Επιπρόσθετα, προήχθησαν σε Επισκόπους και οι δύο Ηγούμενοι των Σταυροπηγιακών Μονών, Μαχαιρά και Αγίου Νεοφύτου. Εξ άλλου, με την χειροτονία και δύο βοηθών επισκόπων της Αρχιεπισκοπής, του επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου και του Επισκόπου Νεαπόλεως Πορφυρίου για θέματα ευρωπαϊκά, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Κύπρου σήμερα αριθμεί δέκα επτά μέλη.

Ένα από τα αμέσως επόμενα βήματα του Μακαριοτάτου ήταν η σύνταξη νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας Κύπρου, δεδομένου ότι κατά την παρελθούσα περίοδο, από το 1979 όταν εφαρμόσθηκε ο προηγούμενος Καταστατικός Χάρτης επί του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, διαπιστώθηκαν πολλές αδυναμίες και δημιουργούνταν ανυπέρβλητα προβλήματα σε πολλούς τομείς της ζωής της Εκκλησίας.

Στην τακτική συνεδρία της Ιεράς Συνόδου του Σεπτεμβρίου 2010 εγκρίθηκε ο νέος Καταστατικός Χάρτης, ο οποίος άρχισε να ισχύει άμα τη δημοσιεύσει του, από την 1η Ιανουαρίου 2011.

Ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας Κύπρου χαρακτηρίσθηκε από πολλές άλλες Εκκλησίες ως ο καλύτερος, σε σύγκριση με εκείνους άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών, γιατί είναι σύμφωνος με την πίστη και την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας και συνάμα, ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα των κοινωνιών και την κείμενη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Με τον νέο Καταστατικό Χάρτη, μεταξύ άλλων, έχει εισαχθεί τροποποιημένος τρόπος εκλογής του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών, έχουν θεσπισθεί κανονικά η ίδρυση, τα όρια και η λειτουργία των νέων Μητροπόλεων και Επισκοπών, έχουν εισαχθεί λεπτομερείς διατάξεις απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του Φορέα μισθοδοσίας του ιερού κλήρου της Εκκλησίας Κύπρου.

Ο Φορέας μισθοδοσίας του κλήρου είναι καθαρά έμπνευση και έργο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ο οποίος, με τον τρόπο αυτό θέτει τέλος σε μία αβεβαιότητα όσον αφορά τη μισθοδοσία των κληρικών της Εκκλησίας Κύπρου. Ανέλαβε ο Μακαριότατος το βαρύ φορτίο να καταβάλλει από την Ιερά Αρχιεπισκοπή το ελλείπον ποσό για να καλύπτονται Παγκύπρια οι μισθοί των ιερέων των ενοριών εκείνων που αδυνατούν να καλύψουν οι ίδιες το μισθό του ιερέα τους λόγω μειωμένων εισοδημάτων. Το Κεντρικό Εκκλησιαστικό Ταμείο της Ιεράς Συνόδου ανέλαβε τη διοικητική φροντίδα για τη λειτουργία του Φορέα και τη διεκπεραίωση της έγκαιρης αποστολής των μισθών στους Ιερείς. Αυτή η πράξη έχει προκαλέσει αίσθηση στις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, το πώς η Εκκλησία Κύπρου κατόρθωσε να λειτουργήσει το Φορέα αυτό με απόλυτη επιτυχία.

Η ίδρυση και λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Εκκλησίας Κύπρου σηματοδοτεί μια νέα σελίδα, δεδομένου ότι για να ανακαλύψουμε τη σπουδή των θεολογικών γραμμάτων στην Κύπρο, πρέπει να ανατρέξουμε πίσω στη Βυζαντινή περίοδο, που και τότε ακόμα δεν υπήρχε εκ μέρους της Εκκλησίας ανώτατο πνευματικό ίδρυμα. Η Εκκλησία Κύπρου ήταν η μοναδική Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία μέχρι τώρα δεν διέθετε τη δική της Θεολογική Σχολή. Όπως τόνισε επανειλημμένα ο Μακαριώτατος, το όραμα και η επιθυμία του είναι, η ήδη για δεύτερο έτος λειτουργούσα Θεολογική Σχολή, να αναδειχθεί ως το καλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα σε οργάνωση, σε επίπεδο σπουδών και προσφοράς προς την ίδια την Εκκλησία Κύπρου και προς άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες που θα επιθυμούσαν να αποστείλουν φοιτητές.

Και άλλοι προκάτοχοι του Μακαριοτάτου επιθυμούσαν να ανεγείρουν Καθεδρικό Ναό που να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες και την αξία της Εκκλησίας Κύπρου, χωρίς βέβαια να το επιτύχουν. Ο Μακαριότατος, με την επιμονή και την υπομονή που τον χαρακτηρίζει κατόρθωσε να θεμελιώσει τον Καθεδρικό Ναό και οι εργασίες ανοικοδόμησης συνεχίζονται πλέον απρόσκοπτα. Ο υπάρχων Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιωάννου έχει ανεγερθεί τον 17ο αιώνα από τον αρχιεπίσκοπο Νικηφόρο. Αποτελεί βεβαίως ένα μνημείο ιστορικό, αρχιτεκτονικό, και μνημείο τέχνης ένεκα και των σημαντικών τοιχογραφιών που τον κοσμούν. Αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Εκκλησία και η Κύπρος γενικότερα κατά την Οθωμανική κυριαρχία, όταν δεν είχε το δικαίωμα να ανεγείρει μεγαλοπρεπείς ναούς. Όταν, όμως, σε λίγες μέρες η Εκκλησία Κύπρου θα δεχθεί την ειρηνική επίσκεψη του Πατριάρχη Σερβίας, το Συλλείτουργο που συνηθίζεται να τελείται, είναι αδύνατο να τελεσθεί στον μικρό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη και γι’ αυτό σε παρόμοιες περιπτώσεις ή ακόμα και για τη θρονική εορτή της Εκκλησίας, την εορτή του Αποστόλου Βαρνάβα, χρησιμοποιούνται άλλοι μεγαλύτεροι ναοί, όπως της Παλλουριώτισσας Καϊμακλίου, ή της του Θεού Σοφίας Στροβόλου.

Ίσως αποτελεί κοινό τόπο, όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το μεγάλο κεφάλαιο της αναπτύξεως και συσφίξεως των διορθοδόξων σχέσεων με τις αμοιβαίες επισκέψεις του Προκαθημένου της Εκκλησίας Κύπρου στις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και αντιστοίχως των επισκέψεων Ορθοδόξων Προκαθημένων στην Εκκλησία Κύπρου. Αυτές οι ανταλλαγές έχουν δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα των σχέσεων της Εκκλησίας Κύπρου με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και της συνειδητοποιήσεως της σημαντικής θέσεως της Εκκλησίας μας στα Δίπτυχα των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Άλλωστε, πολλάκις ο Μακαριότατος έχει κληθεί να διαδραματίσει διαμεσολαβητικό ρόλο για λύση διμερών ζητημάτων μεταξύ άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, ή και να στηρίξει τους δεινοπαθούντες Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής, όπως το πρόσφατο ριψοκίνδυνο ταξίδι του στη Δαμασκό.

Ιδιαιτέρως πρέπει να τονισθεί όχι μόνο ο ρόλος της Εκκλησίας Κύπρου για τη σύγκληση και τις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά η προσωπική συμβολή και αποφασιστικότητα του Μακαριοτάτου για την πραγματοποίηση του σημαντικού αυτού γεγονότος για της ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Είναι ίσως η πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας Κύπρου που ο Προκαθήμενός της εγκαινίασε τακτές συναντήσεις με τους εκπροσώπους των άλλων χριστιανικών θρησκευτικών κοινοτήτων και κυρίως με τον θρησκευτικό προϊστάμενο των Τουρκοκυπρίων, με σκοπό την άμβλυνση των αντιπαραθέσεων και τη δημιουργία ενός θετικού κλίματος συνυπάρξεως και συνεργασίας, όπως άλλωστε συνέβαινε πριν την Τουρκική εισβολή του 1974. Αυτή η πράξη του Προκαθημένου της Εκκλησίας Κύπρου έχει δεόντως εκτιμηθεί σε διεθνές εύρος και θεωρείται μία σημαντική συμβολή στις προσπάθειες επίλυσης του Εθνικού μας θέματος.

Ο ρόλος της Εθναρχούσας Εκκλησίας και της επιδράσεως της στα καθ’ όλου ζητήματα του Κυπριακού Ελληνισμού καθιστά τον Προκαθήμενό της σημαντικό πρόσωπο και στην πολιτική σκηνή. Για το λόγο αυτό, διακεκριμένοι πολιτικοί που επισκέπτονται την Κύπρο, στο πρόγραμμά τους περιλαμβάνουν και συνάντηση με τον Μακαριότατο.

Όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν είναι δυνατό στα περιορισμένα χρονικά πλαίσια της σεμνής αυτής τελετής, να παρουσιασθεί το έργο της δεκαετίας του Μακαριοτάτου. Είναι πολλά που μπορούν να λεχθούν, για το ποιμαντικό, το κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο καθώς και το έργο ανασυγκροτήσεως των οικονομικών της Αρχιεπισκοπής και της Εκκλησίας γενικότερα.

Επειδή θα λάβει μάκρος η παρουσίαση όλων αυτών των σημαντικών πτυχών της αρχιεπισκοπικής διακονίας του Μακαριοτάτου, δεν θα σχολιάσουμε περαιτέρω, αλλά θα διεξέλθουμε φωτογραφικό υλικό μέσα από το οποίο μπορεί ο καθένας να υποψιασθεί το πολυποίκιλο και καρποφόρο έργο του εντός της δεκαετίας που έχει διαρρεύσει. Εμείς δεν έχουμε παρά να του ευχηθούμε: Εις πολλά έτη, Δέσποτα.

Print Friendly

Share this post