Παπισμὸς καὶ Οὐνία στὴν Τρανσυλβανία

Παπισμὸς καὶ Οὐνία στὴν Τρανσυλβανία

α. Παρουσίαση τῆς πολιτικοκοινωνικῆς κατάστασης τῆς Τρανσυλβανίας καὶ ἡ κατάσταση τῶν Ὀρθόδοξων Ρουμάνων μεταξὺ 16ου καὶ 18ου αἰῶνα.

 

Ἡ Οὐνία ἀποτελεῖ μία μέθοδο προσηλυτισμοῦ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, δία τῆς ὁποίας προσπάθησε νὰ προσελκύσει τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς (οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν ὑπὸ λατινικὴ κυριαρχία), σὲ μία μορφὴ καθολικισμοῦ. Αὐτὴ ἡ μορφὴ προϋπέθετε, πρῶτα ἀπὸ ὅλα, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ παπικοῦ πρωτείου, διατηρώντας τὸ τυπικὸ τῆς Ὀρθόδοξης λατρείας καὶ τὴν ἐθνικὴ γλῶσσα.   Ὅλα  αὐτὰ ἦταν ἐπιτρεπτὰ  στὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὴ Ρώμη, σκοπεύοντας τὸν μεταγενέστερο ὁλοκληρωτικὸ ἐκλατινισμὸ τῶν Ρουμάνων.   

Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τὴν παρουσία τῆς Οὐνίας στὴν Τρανσυλβανία, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ παρουσιάσουμε ἐν συντομία τὴν πολιτικὴ κατάσταση τῆς Τρανσυλβανίας στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα. Μετὰ τὴν ἥττα τῶν Τούρκων στὴ Βιέννη τὸ 1683, οἱ Ἀψβούργοι[1] ἀρχίζουν νὰ κερδίζουν σταδιακὰ περιοχὲς στὸ πριγκιπάτο τῆς Τρανσυλβανίας, τὸ ὁποῖο στὶς 9 Μαΐου 1688 ὑποχρεώθηκε νὰ ἀποδεχθεῖ τὸ «προτεκτοράτο» τοῦ βασιλιὰ τῆς Αὐστρίας.

Στὶς 4 Δεκεμβρίου 1691 ὁ βασιλιὰς Λεοπόλδος Α΄ (1658-1705) ὑπέγραψε ἕνα ἔγγραφο ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 18 σημεῖα, τὸ ὁποῖο, στὴν οὐσία, ἦταν τὸ «σύνταγμα» τῆς Τρανσυλβανίας. Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ ἔγγραφο τὸ πριγκιπάτο θὰ διοικεῖτο ἀπὸ ἕναν κυβερνήτη, τὸν ὁποῖο θὰ διόριζε ἡ Βιέννη. Ἐπίσης, τὸ «σύνταγμα» ἐπιβεβαίωνε τὰ προνόμια τῆς «Unio trium nationum», δηλ. τῶν «τριῶν πολιτικῶν ἐθνικοτήτων»[2] -Οὖγγροι, Γερμανοί-Σάξονες (Saşi) καὶ Secui (δηλ. αὐτοὶ οἱ τρεῖς μειονότητες μποροῦσαν νὰ λαμβάνουν δημόσιες λειτουργίες)- ὅπως καὶ τὰ δικαιώματα τῶν «τεσσάρων ἀναγνωρισμένων θρησκειῶν»: ρωμαιοκαθολικισμός, λουθηρανισμός, καλβινισμὸς καὶ οὐνιτισμός. Παρατηροῦμε ὅτι τὸ αὐτοκρατορικὸ ἔγγραφο δὲν ἀναφέρει καθόλου τὴν ὕπαρξη τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ὀρθόδοξης πίστεὼς τοῦ, ἡ ὁποία θεωρεῖτο «ἀνεκτὴ»[3].

Σημαντικὸς σταθμὸς στὴν ἱστορία τῆς Τρανσυλβανίας ἀποτελεῖ ἡ Συνθήκη Εἰρήνης τοῦ Κάρλοβιτς[4] στὶς 26 Ἰανουαρίου 1699, ὅπου ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ἀνεγνώριζε τὴν κυριαρχία τῆς Ἀψβουργικῆς Αὐτοκρατορίας στὴν Τρανσυλβανία. Αὐτὴ ἡ κατάσταση ἐπικράτησε μέχρι τὸ 1918.  

Ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς Ἀψβουργικῆς κυριαρχίας στὴν Τρανσυλβανία, ξεκίνησε μία δυναμικὴ δράση γιὰ τὴν ἑδραίωση τῆς. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι μετὰ τὸ 1541, ὅταν ἡ Τρανσυλβανία εἶχε περάσει στὴν Ὀθωμανικὴ ἐπικυριαρχία, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ Σάξονες τῆς Τρανσυλβανίας (Saşi), πέρασαν στὸν Λουθηρανισμό, ἐνῶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ Μαγυάροι στὸν Καλβινισμό. Γιὰ περίπου ἑνάμιση αἰῶνα οἱ Καλβινιστὲς κατεῖχαν τὴν προνομιακὴ θέση στὴν περιοχή, ἐνῶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἦταν ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ζωή. Ὅμως, μὲ τὸ πέρασμα τῆς Τρανσυλβανίας ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν Ἀψβούργων ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀλλάξει αὐτὴ ἡ κατάσταση. Γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν οἰκονομικῶν, πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν προνομίων ὁ καλύτερος τρόπος ἦταν ἡ αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὀπαδῶν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐκλατινισμός τῶν Λουθηρανὼν καὶ τῶν Καλβινιστῶν ἦταν οὐσιαστικὰ ἀδύνατος, οἱ Ἰησουίτες «ἱεραπόστολοι» ἔστρεψαν τὴν προσοχὴ τοὺς στοὺς Ρουμάνους Ὀρθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς προαναφερθέντες μαζί. Μὲ τὴν προσέλκυση τῶν Ρουμάνων Ὀρθοδόξων στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ ἐπιδιωκόταν ἀφενός ἡ αὔξηση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ ἀφετέρου ἡ αὔξηση τοῦ πολιτικοῦ ρόλου αὐτῶν. Ἐπίσης, ἐπιδιωκόταν ἡ διάλυση τῶν ὁποιονδήποτε σχέσεων μὲ τοὺς Ὀρθόδοξους Ρουμάνους τῆς Βλαχίας καὶ τῆς Μολδαβίας[5].

 Οἱ Ἰησουίτες κατὰ καιροὺς παρουσίασαν διάφορα νοθευμένα ἔγγραφα τὰ ὁποία, δῆθεν, ἀποδείκνυαν τὴν ἀποδοχὴ τεσσάρων καθολικῶν δογμάτων: α) τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, β) τὸ filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, γ) τὴ χρήση ἄζυμου στὴ Θεία Εὐχαριστία καὶ δ) τὴν ὕπαρξη τοῦ καθαρτηρίου πυρός. Γιὰ παράδειγμα, ὑπάρχει τὸ λεγόμενο «Ἑνωτικὸ Ὑπόμνημα» ἢ τὸ «Βιβλίο Ὁμολογίας» στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1698, μέ τὶς ὑπογραφὲς 38 Ρουμάνων πρωθιερέων[6]. Στὴν πρώτη σελίδα τοῦ ὑπομνήματος ἔγραφε στὰ ρουμανικὰ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ ὑπόλοιποι κληρικοὶ ἀποδέχονται νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴ Ρώμη, μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ λάβουν τὰ ἴδια κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ προνόμια ποὺ ἔχουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Ἐπίσης, ὅριζε ὅτι κανένας δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀλλάξει τίποτα ἀπὸ τὶς παραδόσεις τούς, τὸ τυπικό, τὶς νηστεῖες, τὶς γιορτὲς κτλ. Ἀκόμα, ὅριζε ὅπως ὁ Ἐπίσκοπὸς τοὺς νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαό, σύμφωνα μὲ τὸ τυπικὸ τούς. Στὸ τέλος, ὑπογραμμιζόταν ὅτι ἂν ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν σεβαστὰ τότε οἱ ὑπογραφὲς τοὺς δὲν ἔχουν καμία ἀξία. Ἡ δεύτερη σελίδα ἦταν μετάφραση τοῦ ρουμανικοῦ κειμένου στὰ λατινικὰ ἀλλὰ μὲ πολλὲς ἐπεμβάσεις καὶ ἀλλοιώσεις στὸ γνήσιο. Γιὰ παράδειγμα, στὸ λατινικὸ κείμενο ἔγραφε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Ρουμάνοι ἑνώνονται μὲ τοὺς Λατίνους ἀπὸ «θεϊκὴ ἔμπνευση», δεχόμενοι, ὀμολογώντας καὶ πιστεύοντας ὅλα αὐτὰ ποὺ ὀμολογεῖ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία.

 

β. Ἐπίσημη ἴδρυση τῆς Οὐνιτικῆς Ἐκκλησίας στὴν Τρανσυλβανία.

 

Ἐπίσημα, ἡ Οὐνιτικὴ Ἐκκλησία (Ἐλληνόρρυθμη Ἐκκλησία) ἐμφανίστηκε στὴν Τρανσυλβανία τὸν Μάρτιο τοῦ 1701 μετὰ ἀπὸ ἐκβιασμοὺς καὶ πιέσεις ἐκ μέρους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας (ἐκπροσωπούμενη ἀπὸ τοὺς Ἰησουίτες) καὶ τῆς Ἀψβουργικῆς Αὐτοκρατορίας ἐναντίον τοῦ ρουμανικοῦ κλήρου τῆς Τρανσυλβανίας, τοῦ ὁποίου ἠγεῖτο ὁ Μητροπολίτης Ἀθανάσιος Άγκελ (Anghel). Ἡ αὐστριακὴ ρωμαιοκαθολικὴ κυριαρχία ἐπιθυμοῦσε νὰ κερδίσει ὀπαδοὺς ἀπὸ τὸν ντόπιο Ὀρθόδοξο ρουμανικὸ πληθυσμό, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἀποτελοῦσε τὴν πλειοψηφία τῆς Τρανσυλβανίας, θεωρεῖτο «ἀνεκτὸς». Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ μειονότητες τῆς χώρας, ὅπως οἱ Μαγυάροι, οἱ Γερμανοὶ-Σάξονες (saşi) καὶ οἱ Οὖγγροι-Σέκελι (secui),  ἦταν νομικὰ ἀναγνωρισμένες.

Στὴν ἀρχή, οἱ Ἰησουίτες ἔθεσαν μόνο μία προϋπόθεση γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ρουμάνων Ὀρθοδόξων μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης: τὴν ἀποδοχὴ τοῦ παπικοῦ πρωτείου. Ὑποσχέθηκαν πὼς δὲν θὰ ἀγγίξουν μὲ κανένα τρόπο τὰ δόγματα, τὴν ὀργάνωση καὶ τὴ λατρεία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα ὑποσχέθηκαν  ὅτι θὰ προσφέρουν στὸν ρουμανικὸ λαό ἐκεῖνα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί.

Ὁ Μητροπολίτης Ἀθανάσιος μετὰ ἀπὸ πρόσκληση ἔφτασε στὴ Βιέννη ὅπου μετὰ τοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ τὶς πιέσεις τῶν ἰησουιτῶν καὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν αὐτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ ὑπέγραψε τὴν ἕνωση μὲ τὴ Ρώμη. Ἔπειτα οἱ ἰησουίτες ἦρθαν μὲ ἕνα νοθευμένο ἔγγραφο ὅπου ἔλεγε ὅτι ὁ μητροπολίτης Ἀθανάσιος ἀποδέχτηκε τοὺς πιὸ κάτω ὄρους: α) ὁ Πάπας εἶναι ἡ κεφαλὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, β) χρήση τῶν ἀζύμων στὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, γ) εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου filioque στὸ σύμβολο τῆς πίστεως καὶ δ) τὸ δόγμα τοῦ καθαρτηρίου πυρός.

Μετὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ἐγγράφου τῆς ἕνωσης μὲ τὴ Ρώμη ὁ Μητροπολίτης Ἀθανάσιος χειροτονήθηκε ξανὰ πρεσβύτερος, ἔπειτα ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν καρδινάλιο Kollonich καὶ τοὺς Καθολικοὺς ἐπισκόπους τῆς Györ καὶ Nitra. Γιά νὰ τὸν ἐκβιάσουν οὕτως ὥστε νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἕνωση τοῦ ἔφεραν διάφορες κατηγορίες ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν προσωπική του ζωή. Ὑποχρεώθηκε νὰ ἔχει μαζὶ τοῦ ἕναν Ἰησουίτη θεολόγο χωρὶς τὴν έπίγνωση τοῦ ὁποίου δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα. Τοῦ ἀπαγορεύτηκε κάθε ἐπικοινωνία μὲ τὶς ἄλλες Ρουμανικὲς Χῶρες καὶ τὸ δικαίωμα ἐκλογῆς Οὐνιτῶν Ἐπισκόπων παραχωρήθηκε στὸν αὐτοκράτορα.

Βλέποντας τὶς πράξεις τοῦ Μητροπολίτου Ἀθανασίου ὅλος ὁ ρουμανικὸς λαὸς ξεσηκώθηκε καὶ διαμαρτυρήθηκε ἐνεργὰ λέγοντας ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πίστη καὶ τὴν παράδοση τῶν προγόνων τούς. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Καλλίνικος Β΄ μαζὶ μὲ τὴ Σύνοδο, ἀναθεμάτησαν τὸν Ἀθανάσιο στὶς 5 Αὐγούστου 1701. Ὁ Ἀθανάσιος προσπάθησε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ 1711.

Αὐτὴ ἡ ἕνωση δὲν πραγματοποιήθηκε μὲ θεϊκὴ ἔμπνευση, ἔτσι ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ Ἰησουίτες, ἀλλὰ ὁ μόνος λόγος ἦταν ἡ ἀπόκτηση κάποιων κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων γιὰ τὸν ρουμάνικο λαό. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Οὐνίτη Ἐπισκόπου Ιννοκεντίου τοῦ Μικροῦ[7], ὁ ὁποῖος ἔλεγε: Ἐγὼ καὶ ὁ κλῆρος μοῦ ὑπογράψαμε τὸ ἔγγραφο μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι θὰ λάβουμε ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀλλιῶς, ἐὰν δὲν παραχωρηθοῦν, δὲν κάνουμε τίποτε». Ἐξάλλου, ἕνα ἔγγραφο ἀπὸ τὴ Βιέννη κάνει λόγο γιὰ τὴν ψεύτικη ἕνωση τῶν Ρουμάνων μὲ τὴ Ρώμη: «Στὴν πραγματικότητα οἱ ἱερεῖς χρησιμοποιοῦν σχισματικὰ βιβλία (Ὀρθόδοξα), ἀπὸ τὰ ὁποία διδάσκουν τὸν λαό, τελοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία στὴν ὁποία ἀγνοοῦν ἐντελῶς τὴν ἀλήθεια ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ οὔτε πρόσθεσαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ filioque»[8].

 

γ. Περίοδος καταδίωξης καὶ ἀγῶνες γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Ὀρθοδοξίας.

 

Mετά ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα ξεκίνησε μία δύσκολη περίοδος καταδίωξης τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τοὺς Καθολικοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κάποιους Οὐνῖτες Ἐπισκόπους, τοὺς ὁποίους ὑποστήριζε ὁ αὐστροουγγρικὸς στρατός. Πολλοὶ ναοὶ κλάπηκαν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ δόθηκαν στοὺς Οὐνῖτες, ἂν καὶ οἱ Οὐνῖτες ἦταν πολὺ λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τὴν πλειοψηφία τῶν Ὀρθόδοξων Ρουμάνων. Ἀκολούθησαν πολλὰ δεινά, ὅπως πρόστιμα, συλλήψεις, ξυλοκοπήματα, μέχρι καὶ ἐξολοθρεύσεις.

 Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἀγώνων γιὰ τὴ διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως μαρτύρησαν, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, καὶ οἱ ἱερομόναχοι Βησσαρίων Σαράϊ[9] (Visarion Sarai) καὶ Σωφρόνιος[10] ἀπὸ τὴν Cioara, οἱ πρεσβύτεροι Ἰωάννης[11] ἀπὸ τὸ Γάλες (Ioan de la Galeş) καὶ Μωϋσῆς[12] ἀπὸ τὸ Σιμπιὲλ (Moise Măcinic din Sibiel), ὁ πιστὸς Ὄπρεα Μικλαοῦς[13] (Miclăuş) ἀπὸ τὸ Σάλιστεα Σιμπίουλουι (Săliştea Sibiului), τῶν ὁποίων ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται στὶς 21 Ὀκτωβρίου.

Μαζὶ μὲ αὐτούς, ὅμως, μαρτύρησε ὁλόκληρος ὁ ρουμανικὸς λαὸς θυσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἀληθινῆς πίστεως. Καταστράφηκαν περίπου 150 ἱεροὶ ναοί, μοναστήρια καὶ ἀσκητήρια (τὰ ξύλινα κάηκαν καὶ τὰ πέτρινα κατεδαφίστηκαν μὲ κανόνια) ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Μποῦκοβ, τὸν ὁποῖο εἶχε στείλει ἡ αὐτοκράτειρα Μαρία Τερέζα γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴν Οὐνία. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, πρακτικά, σταμάτησε ὁ μοναχικὸς βίος στὴν Τρανσυλβανία γιὰ τὰ ἑπόμενα χρόνια.

Πολλὲς ἐνορίες πέρασαν βίαια στὴν Οὐνία. Αὐτοὶ ποὺ ἤθελαν νὰ γυρίσουν στὴν Ὀρθοδοξία ὑποβάλλονταν σὲ ἰσχυρὲς πιέσεις. Γιὰ παράδειγμα ἕνας κανονισμὸς ἔλεγε ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἤθελαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν καθολικὴ ἢ οὐνιτικὴ ὁμολογία ἔπρεπε νὰ κάνουν γιὰ ἕξι ἑβδομάδες κατήχηση στὴν καθολικὴ ἡ οὐνητικὴ διδασκαλία, πληρώνοντας ἕνα ζλότι γιὰ τὴν κάθε μέρα τῆς κατήχησης. Παρόλα αὐτὰ τὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα, πρακτικά, καθιστοῦσαν ἀδύνατη τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ρουμάνων Οὐνιτῶν στὴν Ὀρθοδοξία, τὸ 1761 οἱ Ρουμάνοι ξεκίνησαν ἕνα πολὺ δυνατὸ κίνημα κατὰ τῶν Οὐνιτῶν. Ὁ Οὐνίτης Ἐπίσκοπος Γρηγόριος Μάϊορ ἀναγκάστηκε νὰ ζητήσει τὴν ὑποστήριξη τοῦ ἀψβουργικοῦ κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ γιὰ σταματήσουν τὶς ἐνέργειες τῶν Ρουμάνων καὶ νὰ τοὺς διατηρήσουν, ἔστω καὶ στὰ χαρτιά, στὴν οὐνιτικὴ ὁμολογία.

Στὶς 20 Αὐγούστου 1782 ὁ αὐτοκράτορας Ἰωσὴφ Β΄ ἔκδωσε ἕνα νόμο, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἔπρεπε νὰ παύσει ὁποιαδήποτε μορφὴ προσηλυτισμοῦ καὶ ἡ κάθε Ἐκκλησία νὰ μείνει μὲ τοὺς πιστούς της. Παρόλα αὐτὰ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία συνέχισε τὴν προσηλυτιστική της δράση, μὲ τὴν ὑποστήριξη τῆς κατοχικῆς Ἀψβουργικής Αὐτοκρατορίας.

Τὸ 1798 ἔγινε καὶ πάλι μία προσπάθεια ἐπιστροφῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν πραγματοποίηση ἑνὸς ὑπομνήματος ἀπὸ λόγιους Ὀρθοδόξους καὶ Οὐνῖτες. Τὸ ὑπόμνημα ἔφτασε στὰ χέρια τοῦ καθολικοῦ Ἐπισκόπου Batthyanni Ignacź ἀπὸ τὴν Ἄλμπα Ἰούλια, στὸν Κυβερνήτη τῆς Τρανσυλβανίας Banffi καὶ στὸν Αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τὸ 1800 ἀποφάσισε ὅτι ὁ διαχωρισμὸς τῶν Ρουμάνων εἶναι πρὸς τὸ ὄφελος τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ τοὺς ἐλέγχει πιὸ εὔκολα.

Μέχρι τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα τὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονταν ἀπὸ τοὺς Οὐνῖτες, διατηροῦσαν τὴν Ὀρθόδοξη Τυπικὴ Διάταξη. Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἐπισκόπου Ἰωάννου Μπὸμπ (1784-1830) ἄρχισε καὶ ἡ ἔκδοση ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων ποὺ εἶχαν μέσα καθολικὸ περιεχόμενο.

Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ρουμανικῆς Ἐθνικῆς Συνέλευσης, ποὺ ἔγινε στὸ Μπλαζ στὶς 15 Μαΐου 1848, προέβλεπαν τὴν ὕπαρξη μίας μόνο Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (κατ’ ἐπέκταση τὴν κατάργηση τῆς οὐνιτικῆς) καὶ τὴν ἐπανασύσταση τῆς Μητροπόλεως τῆς Τρανσυλβανίας. Ὅμως, δύο Οὐνῖτες Ἐπίσκοποι, ὁ Ἰωάννης Λέμενι ἀπὸ τὸ Μπλὰζ καὶ ὁ Βασίλειος Erdelyi ἀπὸ τὴν Ὀράντεα, ἀντιτάχθηκαν, καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Καθολικῶν καὶ τῆς Βιέννης σταμάτησαν τὴ διαδικασία τῆς ἑνοποίησης τῶν Ρουμάνων.

 

δ. Προσπάθειες τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιὰ πλήρη ἐκλατινισμὸ τῶν Ρουμάνων.

 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἑπόμενων χρόνων πραγματοποιήθηκαν τρεῖς προσπάθειες γιὰ τὸν πλήρη ἐκλατινισμὸ τῆς οὐνιτικῆς Ἐκκλησίας τῆς Τρανσυλβανίας καὶ τὴν ἀπόλυτη ὑποταγὴ στὸν Πάπα. Τρεῖς μυστικὲς σύνοδοι τὸ 1872, 1882 καί 1900 στὸ Μπλὰζ, ἐπιχείρησαν ἕνα βίαιο καὶ πλήρη καθολικισμὸ τῆς διδασκαλίας, τῆς λατρείας, καὶ τῆς ὀργάνωσης τῆς οὐνιτικῆς Ἐκκλησίας. Πολλοὶ Οὐνῖτες διανοούμενοι πῆραν μία σθεναρὴ στάση ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν τῶν «συνόδων», οἱ ὁποῖες πραγματοποιήθηκαν χωρὶς τὴ γνώση τοῦ οὐνιτικοῦ κλήρου καὶ λαοῦ. Γιὰ παράδειγμα, ὁ Οὐνίτης καθηγητὴς Nicolae Densuşianu χαρακτήριζε αὐτὲς τὶς συνόδους μυστικὲς συνάξεις μὲ σκοπὸ τὴν ἀλλαγὴ τῆς προγονικῆς πίστεως τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ. Ἀνακαλύπτει ὅτι τὸν καιρὸ τοῦ Μητροπολίτου Ἀθανασίου δὲν ἔγινε ἀποδεκτὸ κανένα δόγμα τῶν Καθολικῶν, ἐνῶ μὲ αὐτὲς τὶς μυστικὲς «συνόδους» ἔγιναν δεκτὰ ὅλα τὰ δόγματα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν.

Αὐτὸν τὸν βίαιο ἐκλατινισμὸ δὲν τὸν ὑιοθέτησαν παρὰ μόνο ἕνα μέρος τῶν κληρικῶν, ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι οἱ θεολόγοι ποὺ σπούδασαν στὴ Δύση (Βουδαπέστη, Βιέννη, Ρώμη). Ὁ «οὐνιτικός» ρουμάνικος λαὸς διατήρησε τὴν προγονικὴ Ὀρθόδοξη Παράδοση, χωρὶς νὰ ἔχει γνώση γιὰ τὶς μυστικὲς ἀποφάσεις τῶν Ἐπισκόπων καὶ τῶν θεολόγων.

Μέχρι τὸ 1918 ὑπῆρξε μία στενὴ συνεργασία μεταξὺ τοῦ ὀρθόδοξου καὶ οὐνιτικοῦ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τo συμφέρον ὁλόκληρου τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ. Πολέμησαν μαζὶ στὶς σημαντικὲς μάχες τοῦ ρουμανικοῦ ἔθνους (στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848 καὶ στὴν Μεγάλη Ἕνωση τὸ 1918). Πολλοὶ ἐπιθυμοῦσαν ὅπως μαζὶ μὲ τὴν κρατικὴ ἕνωση τῶν τριῶν Ρουμανικῶν Χωρῶν (Βλαχία, Μολδαβία καὶ Τρανσυλβανία) νὰ ἐπιτευχθεῖ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα.

Ἔπειτα, μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σύμφωνο μεταξὺ τοῦ ρουμανικοῦ κράτους καὶ τοῦ Βατικανοῦ τὸ 1927, ἡ Οὐνιτικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας, ἡ ὁποῖα μέχρι τότε θεωρεῖτο ἀπὸ τὸν Πάπα αὐτόνομη Ἐκκλησία μὲ ἐθνικὸ χαρακτήρα, ἀναγνωριζόταν πλέον ὡς μία ἁπλή «ὁμολογία» τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, χάνοντας ἔτσι τὸν ἐθνικὸ χαρακτήρα καὶ τὴν αὐτονομία.

 

ε. 21 Ὀκτωβρίου 1948 – Ἐπιστροφὴ τῶν Οὐνιτῶν στὴ μητέρα Ἐκκλησία.

 

Μέχρι τὸ 1948 ἔγιναν πάρα πολλὲς προσπάθειες ἐπιστροφῆς τῶν Ρουμάνων Οὐνιτῶν στὴ μητέρα Ἐκκλησία ὅμως οἱ δύσκολοι καιροὶ τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐπιτυχία αὐτῶν. Τὸ 1948 ὁ Μητροπολίτης Νικoλάε Μπαλὰν (Nicolae Bălan) στὸ λόγο του μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν 100 χρόνων ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848, ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Οὐνῖτες Ρουμάνους τὴν παράκληση «νὰ ἐπιστρέψουν σπίτι». Ὡς ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς κλήσης ἀλλὰ καὶ τῶν προσπαθειῶν τοῦ Πατριάρχου τῆς Ρουμανίας, Ἰουστινιανοῦ, 38 πρωθιερεῖς καὶ πρεσβύτεροι, ἐκπροσωπώντας 500 κληρικοὺς Οὐνῖτες, πραγματοποίησαν ἕνα συμβούλιο στὸ Κλούζ-Ναπόκα, ἀποφασίζοντας τὴν μαζικὴ ἐπιστροφὴ τῶν Οὐνιτῶν στὴν προγονικὴ Ἐκκλησία καὶ τὴν κατάργηση τῶν σχέσεων μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης[14].

Στὶς 21 Ὀκτωβρίου 1948, στόν Καθεδρικὸ Ναὸ τῆς Ἄλμπα Ἰούλια[15] συγκροτήθηκε μία μεγάλη Ἐκκλησιαστικὴ Ἐθνικὴ Συνέλευση, παρουσία τοῦ Πατριάρχου τῆς Ρουμανίας Ἰουστινιανοῦ καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἱερὰς Συνόδου, ἡ ὁποῖα ἐπικύρωσε τὴν διάλυση τῆς Οὐνιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἐπανένωση τῆς Ρουμάνικης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Τρανσυλβανίας.

Γιὰ τοὺς Οὐνῖτες δὲν ἦταν δύσκολη αὐτὴ ἡ ἐπανένωση μὲ τὴ μητέρα Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθόδοξη, ἀφοῦ οὔτε καὶ πρὶν δὲν τηροῦσαν αὐτὰ ποὺ τοὺς ἐπέβαλλαν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί.

 

Διακόνου  Ἀνδρέα Ματέι

Δημοσιεύτηκε στὴν «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία», αρ. 115, σ. 89-96

 

************************************************************

 

[1] Ἡ δυναστεία τῶν Ἀψβούργων, μὲ γερμανικὲς ρίζες, ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς κυριότερες δυναστεῖες τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὸν 15ο μέχρι καὶ τὸν 20ο αἰώνα. Οἱ Ἀψβούργοι διοίκησαν τὴν Αὐστρία ἀπὸ τὸ 1282 μέχρι τὸ 1918. Ἐπίσης, μεταξὺ ἄλλων, διοίκησαν τὴν Οὑγγαρία καὶ τὴν Βοημία ἀπὸ τὸ 1526 μέχρι τὸ 1918 (Enciclopedia Universală Britanica Vol. 7, Ἔκδ. Litera, Βουκουρέστι 2010, σ. 90-91)

[2] Οἱ δουλοπάροικοι (καλλιεργητὲς γῆς ποὺ ἦταν ἐξαρτημένοι ἀπὸ τοὺς Οὔγγρους ἀριστοκράτες τοῦ Μεσαίωνα), Ρουμάνοι καὶ Οὖγγροι, ἐπαναστατοῦν τὸ 1437 κατὰ τῆς ἀριστοκρατίας στὴν Bobâlna ἀλλὰ εἶναι ἡττημένοι. Οἱ νικητὲς -οἱ ἀριστοκράτες Μαγυάροι, οἱ Saşi (Σάξονες) καὶ οἱ Secui (Σέκελι τῆς Τρανσυλβανίας)- ἀποφάσισαν νὰ δημιουργήσουν μιὰ ἕνωση γιὰ νὰ ἀλληλοβοηθούνται ἐναντίων τῶν ἐχθρῶν. Ἔτσι, στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1437 συγκροτήθηκε ἡ «Unio trium nationum» δηλαδὴ ἡ «Ἕνωσις τῶν τριῶν ἐθνικοτήτων». Ὅμως, ἡ πλειοψηφία τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ παρέμεινε σὲ μιὰ μειονεκτικὴ θέση.  (Βλ. DJUVARA Neagu, O scurtă istorie ilustrată a Românilor, Ἔκδ. Humanitas, Bucureşti 2015, σ. 129).

[3] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Istoria Bisericii Ortodoxe Române-Compendiu, Ἔκδ. Andreiana, Sibiu 2009, σ. 263-264.

[4] Κύριος διαπραγματευτὴς αὐτῆς τῆς Συνθήκης ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος, μεγάλος δραγομάνος τῆς Πύλης. Καταφέρνει νὰ πείσει τοὺς Αὐστριακοὺς ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ἐπιθυμοῦν εἰρήνη καὶ τοὺς Ὀθωμανοὺς ὅτι οἱ Αὐστριακοὶ ἐπιθυμοῦν τὸ ἴδιο καὶ καταλήγουν στὴν ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης, ἡ ὁποία ἦταν καταστροφικὴ γιὰ τοὺς Ὀθωμανοὺς: ἡ Βενετία διατήρησε τὴν Μωρέα (Πελοπόννησος) καὶ μέρος τῶν Δαλματικῶν ἀκτῶν, ἐνῶ ἡ Αὐστρία παίρνει ὁλόκληρη τὴν Οὑγγαρία, τὴ Σλοβενία, μέρος τῆς Κροατίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ ὁλόκληρη τὴν Τρανσυλβανία (Βλ. DJUVARA Neagu, .π., σ. 179-180) 

[5] Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 265.

[6] Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 266-267.

[7] Ὁ Ἐπίσκοπος Ἰννοκέντιος (1732-1751) εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἱεράρχες τῆς Ἐλληνόρυθμης Ἐκκλησίας τῆς Τρανσυλβανίας. Ἂν καὶ ἦταν κληρικός, ὁ Ἰννοκέντιος ἔδωσε προτεραιότητα στὰ ἐθνικὰ καὶ πολιτικὰ ζητήματα καὶ μετὰ στὰ ἐκκλησιαστικά. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν Οὐνία, τὴν ἔβλεπε ὡς ἕνα ἐργαλεῖο γιὰ τὸν ἐθνικό του ἀγῶνα καὶ ὄχι ὡς ἀναγνώριση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς διδασκαλίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπειλοῦσε συνεχῶς μὲ τὴν ἐγκατάλειψη τῆς Οὐνίας ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὅτι δὲν ἦταν εἰλικρινὰ συνδεδεμένος μὲ αὐτήν, ἀλλὰ ἐπιδίωκε τὴν ἀπόκτηση δικαιωμάτων γιὰ τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό του. Ὄντας ἐνοχλητικὸς γιὰ τὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή, κλήθηκε στὴ Βιέννη τὸ καλοκαίρι τοῦ 1744 ἐνώπιον τῆς αὐτοκράτειρας Μαρίας Τερέζας. Ἐκεῖ, τοῦ ἔγιναν 82 κατηγορίες, οἱ κυριότερες τῶν ὁποίων ἦταν τὸ ὅτι ἐπεμβαίνει σὲ πολιτικὰ ζητήματα καὶ ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν Οὐνία. Ο Ιννοκέντιος έζησε την υπόλοιπή του ζωή εξόριστος στη Ρώμη με στερήσεις και ταλαιπωρίες. Πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1768 (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, ὅ.π., σ. 273-274).

[8] Arhimandrit Ilie Cleopa, Călăuză în Credinţa Ortodoxă, Ἔκδ. Mănăstirea Sihăstria, 2010, σ.36.

[9] Γεννήθηκε στὴ Βοσνία τὸ 1714 ἀπὸ βλάχικη οἰκογένεια. Ἔγινε μοναχὸς στὴ Μονὴ Ἁγίου Σάββα δίπλα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ 1744 ἦρθε στὴν Τρανσυλβανία καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττει ἐναντίον τῆς Οὐνίας. Αὐτὸ δὲν ἄρεσε στὴν Ἀψβουργική κυριαρχία γι’γι’ ΄αὐτὸ καὶ τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν πέταξαν σὲ διάφορες φυλακὲς μέχρι ποὺ παρέδωσε τὸ πνεῦμα τοῦ στὴ φυλακὴ Kufstein τῆς Αὐστρίας, κοντὰ στὶς Ἄλπεις. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας τὸν ἀγιοκατάταξε τὸ 1955 (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, Predici, Editura Institutului Biblic şi de Misiune al Bisericii Ortodoxe Române, Βουκουρέστι 2000, σ. 444-445).

[10] Ὁ Σωφρόνιος ἦταν ὁ γιὸς τοῦ ἱερέα τοῦ χωριοῦ Cioara. Ὅταν μεγάλωσε ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος ἱερέας τοῦ χωριοῦ τοῦ ἀλλὰ ὅταν ἔμεινε χῆρος μπῆκε στὴ Μονὴ Κόζια. Ἔχτισε στὸ χωριὸ τοῦ ἕνα παρεκκλήσιο καὶ ἕνα σχολεῖο ὅπου διατηροῦσε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ὅταν οἱ ἀρχὲς κατέστρεψαν τὸ παρεκκλήσιο ποὺ εἶχε χτίσει στενοχωρήθηκε πολὺ γι’γι’ ΄αὐτὸ ξεσήκωσε τοὺς χωριανοὺς καὶ προσπάθησε νὰ διώξει ὅλους τοὺς Οὐνῖτες κληρικοὺς ἀπὸ ἐκεῖ. Σὲ δύο χρόνια (1759-1761) ὁ Σωφρόνιος κατάφερε νὰ ξεσηκώσει περίπου ὅλη τὴν Τρανσυλβανία γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ μικρὴ τοῦ ἐπανάσταση εἶχε μετατραπεῖ σὲ ἐξέγερση μὲ ἐθνικό, κοινωνικὸ καὶ θρησκευτικὸ χαρακτήρα. Οἱ ἀρχὲς τῆς Βιέννης ἔστειλαν στρατὸ καὶ διέλυσαν τὴν ρουμανικὴ ἀντίσταση. Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος κατέφυγε στὴ Βλαχία, ὅπου καὶ πέθανε εἰρηνικά.  Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας τὸν ἀγιοκατάταξε τὸ 1955 (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 445).

[11] Συνελήφθη τὸ 1756 καὶ φυλακίσθηκε στὸ Σιμπίου, Ντέβα, Γκρατς καὶ τέλος στὸ Kufstein τῆς Αὐστρίας. Τὸ 1780 ἕνας ἄλλος φυλακισμένος, ὁ Σέρβος Γεννάδιος Βασίλιτς, κατάφερε νὰ στείλει γράμμα στὴν τσαρίνα Αἰκατερίνη Β΄ καὶ στὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ὅπου παρακαλοῦσε νὰ παρέμβουν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του. Μεταξὺ ἄλλων ἔγραφε ὅτι μέσα στὴ φυλακὴ ὑπάρχει καὶ ἕνας Ρουμάνος ἱερέας ἀπὸ τὴν Τρανσυλβανία, μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἐδῶ καὶ 24 χρόνια ὑποφέρει αἰχμάλωτος γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας τὸν ἀγιοκατάταξε τὸ 1992.  (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 445-446).

[12] Ὁ πρεσβύτερος Μωϋσῆς (Moise Măcinic) ἀποτέλεσε μέλος τῆς ρουμανικῆς ἀντιπροσωπείας, μαζὶ μὲ τὸν μάρτυρα Ὄπρεα Μικλαοῦς (Miclăuş), ἀπεσταλμένη στὴν αὐτοκράτειρα Μαρία Τερέζα. Συνελήφθη, ἐφυλακίσθη καὶ τελικὰ ἀπεβίωσε στὴ φυλακὴ Kufstein. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας τὸν ἀγιοκατάταξε τὸ 1992. (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 445).

[13] Ὁ μάρτυς Ὄπρεα καταγόταν ἀπὸ τὸ Σιμπίου, συγκεκριμένα στὴν κωμόπολη Σάλιστεα (Săliştea). Ἀπεστάλη τρεῖς φορὲς στὴ Βιέννη ἐκ μέρους τῶν πιστῶν τῆς περιοχῆς γιὰ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Μαρία Τερέζα θρησκευτικὴ ἐλευθερία καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς Ὀρθόδοξους. Μετὰ τὴν τρίτη ἀποστολή, τὸ 1752, οἱ Ἀψβούργοι τὸν φυλάκισαν στὸ Kufstein. Τό 1784, ἄρα μετὰ ἀπὸ 32 χρόνια, ἡ σύζυγός του, ἡ Στάνκα, ζητοῦσε ἀπὸ τὸν νέο αὐτοκράτορα, Ἰωσὴφ Β΄, τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ συζύγου τῆς, ἔστω καὶ τώρα στὰ γηρατειά. Ὅμως, τίποτα δὲν ἀπεκαλύφθη γιὰ τὴ μοῖρα του, πράγμα ποὺ σήμαινε ὅτι παρέδωσε τὴν ψυχὴ τοῦ στὴ φυλακή, θυσιάζοντας τὴ ζωή του γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας τὸν ἀγιοκατάταξε τὸ 1955. (Βλ. Pr. Prof. Dr. Mircea Păcurariu, .π., σ. 445).     

[14] Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, Uniatismul din Transilvania. Încercare de dezbinare a poporului român, Ἔκδ. Apologeticum, 2003, σ. 199-204.

[15] Βλ. Pr. Prof. Dr. Dumitru Stăniloae, .π., σ. 201.

Print Friendly

Share this post