Ποιό εἶναι τό δένδρο τῆς Ζωῆς καί πῶς βιώνεται;
Ἐπισκόπου Καρπασίας
κ. Χριστοφόρου
Ὅταν ὁ Κύριος σέ μιά συνομιλία Του μέ τούς μαθητές Του τούς προεῖπε τὸν ἀποχωρισμό Του ἀπό αὐτούς, τά περί τῆς σταυρικῆς Του θυσίας καί τὴν ἄρνηση τοῦ Πέτρου, αὐτοί ἄρχισαν νά ταράσσονται καί νά στενοχωροῦνται. Γιά νά τούς παρηγορήσει ὁ Κύριος καί νά τούς δώσει θάρρος, τούς ἀποκάλυψε κάποιες βαθειές θεολογικές ἀλήθειες, πού ἐάν κάποιος ἐμβαθύνει σ’ αὐτές, τότε ὄχι μόνο θά ἔχει τήν θεία παρηγοριά, ἀλλά καί τήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ (Ἰωάν. ιδ΄, 16).
Τί τούς εἶπε;
Τό πρώτο πού τούς εἶπε ἦταν νά μήν ταράσσοννται, νά μή συγχύζονται, διότι ἡ ταραχή καί ἡ σύγχυση σκοτίζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ θολώνουν τό μυαλό καί τήν καρδιά καί δέν μπορεῖ νὰ δεῖ καθαρά τὴν ἀλήθεια καί νά τήν κατανοήσει: «Μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία», τούς εἶπε. Γιά νά συνεχίσει καί νά τούς ἀποκαλύψει καί συνάμα νά τούς προτρέψει: «πιστεύετε εἰς τόν Θεόν, καί εἰς ἐμέ πιστεύετε». Δηλαδή, εἶναι σάν νά τούς ἔλεγε, παιδιά μου, γιατί ταράσσεστε καί ἀδημονεῖτε; Νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί ὁ Θεός εἶμαι ἐγώ, ὁ Μεσσίας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου· δέν πρόκειται νά σᾶς ἐγκαταλείψω καί νά σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς. Στὴν οἰκία τοῦ Πατέρα μου, στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὑπάρχουν πολλοί τόποι διαμονῆς, τόσοι πολλοί γιά νά δεχθοῦν καί ἐσᾶς καί ὅλους τούς πιστούς. Γι᾿ αὐτό καί «πορεύομαι ἑτοιμᾶσαι τόπον ὑμῖν». Πηγαίνω ἐγώ πιό μπροστά ἀπὸ ἐσᾶς, γιά νά σᾶς ἑτοιμάσω τόπο, νά ἀνοίξω τίς κλειστές ἀπό τήν παράβαση τῶν πρωτοπλάστων πῦλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιά νά μπορέσετε νά εἰσέλθετε μέσα. Γι᾿ αὐτό καί εἶναι ἀπαραίτητο νά πιστεύετε σέ μένα.
Τώρα μπορεῖ νά μέ βλέπετε νά πηγαίνω γιά νά σᾶς ἑτοιμάσω τόπο καί γι᾿ αὐτό στενοχωριέστε· ὅμως, «πάλιν ἔρχομαι καί παραλήψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε». Μή λυπᾶσθε πού μέ βλέπετε νά φεύγω ἀπό κοντά σας, διότι ἀφοῦ σᾶς ἑτοιμάσω τόν τόπο διά τῆς σταυρικῆς μου θυσίας, τῆς Ἀναστάσεώς μου καί τῆς Ἀναλήψεώς μου στά δεξιά τοῦ Πατρός μου, καί πάλιν θὰ ἔρθω κοντά σας καί «παραλήψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν», θά πάρω τόν καθένα ἀπό ἐσᾶς καί θά τόν ἑνώσω μὲ τὸ Σῶμα μου, τόν ἑαυτό μου, ὥστε ὅπου εἶμαι ἐγώ ἐκεῖ νά εἶστε και ἐσεῖς. Καί μάλιστα γνωρίζετε ποῦ πηγαίνω καί τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ στό μέρος πού πηγαίνω τήν γνωρίζετε.
Ἡ παρατήρηση αὐτή τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οἱ μαθητές γνωρίζουν ποῦ πηγαίνει ὁ Χριστός καί τήν ὁδό πού ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτό τό μέρος, προκάλεσε τὴν ἀντίδραση καί συνάμα τήν ἀπορία τοῦ Θωμᾶ: «Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καί πῶς δυνάμεθα τήν ὁδόν εἰδέναι;». Μά Κύριε, ἀφοῦ ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε ποῦ πηγαίνεις τώρα, πῶς εἶναι δυνατό νά γνωρίζουμε τήν ὁδό;
Καί τότε ὁ Κύριος ἔκανε τήν μεγάλη καί σωτηριώδη ἀποκάλυψη πρός τούς μαθητές Του ἀλλά καί σέ ὅλους ἐμᾶς:
«Λέγει αὐτῷ (στόν Θωμᾶ) ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή· οὐδείς ἔρχεται πρός τόν πατέρα εἰ μή δι᾿ ἐμοῦ».
Ψάχνετε νά βρεῖτε τήν ὁδό, τήν ἀλήθεια καί τήν ζωή; Διερωτᾶστε ποιός εἶναι ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν ἀλήθεια καὶ στὴν ζωή; Ἐγώ ὁ Χριστός, ὁ Διδάσκαλός σας, εἶμαι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Ὅσοι μέ ἀκολουθοῦν καί εὑρίσκονται ἐνωμένοι μαζί μου, ὅσοι ἀνήκουν σέ μένα μποροῦν νὰ ἔλθουν καί πρός τόν Πατέρα μου καί νά κληρονομήσουν μαζί μου τήν αἰώνιο βασιλεία Του. Γι᾿ αὐτό προσέξτε πολύ, «οὐδείς ἔρχεται πρός τόν πατέρα εἰμή δι᾿ ἐμοῦ». Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, ἄλλη ὁδός πού μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει στὴν αἰώνιο ζωή, ἐκτός ἀπό τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Συνεπῶς, τό δένδρο τῆς Ζωῆς, πού ἐφύτευσε ὁ Θεός στό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας καί διά τοῦ ὁποίου μποροῦμε νά ὁδηγηθοῦμε στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ καί ἕνωση μαζί Του εἶναι ὁ Χριστός.
Στό προεόρτιο ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει ἀκριβῶς αὐτή τήν μεγάλη καί σωτηριώδη ἀλήθεια, ὅτι τό ξύλον τῆς ζωῆς, τό νέο πνευματικό φυτό πού πρέπει νά φάγωμεν γιά νά ζήσωμεν, εἶναι ὁ Χριστός.
Λέγει λοιπόν στό προεόρτιο ἀπολυτίκιο:
«Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ· ἤνοικται πᾶσιν ἡ Ἐδέμ. Εὐτρεπίζου Ἔφραθᾶ, ὅτι τό ξύλον τῆς ζωῆς, ἐν τῷ Σπηλαίῳ ἐξήνθησεν ἐκ τῆς Παρθένου. Παράδεισος καί γάρ, ἡ ἐκείνης γαστήρ, ἐδείχθη νοητός, ἐν ᾧ τό θεῖον φυτόν· ἐξ οὐ φαγόντες ζήσομεν, οὐχί δέ ὡς ὁ Ἀδάμ τεθνηξόμεθα. Χριστός γεννᾶται, τήν πρίν πεσοῦσαν, ἀναστήσων εἰκόνα».
Τό ξύλο τῆς Ζωῆς, σύμφωνα μέ τό τροπάριο τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος βγῆκε (ἐξήνθησε = ἐβλάστησε) μέσα ἀπό τά πάναγνα καί ἄχραντα σπλάχνα τῆς Παρθένου Μαρίας, γι’ αὐτό καί ἡ κοιλία της, πού ἐβάστασε μέσα της τόν Θεό Λόγο, χαρακτηρίζεται καί εἶναι παράδεισος νοητός, μέσα στόν ὁποῖον ἐφυτεύθη τό θεῖον φυτόν, δηλαδή ὁ Χριστός. Ἐάν καί ἐμεῖς φάγομεν ἀπό αὐτό τό θεῖον φυτό, τό ξύλον τῆς Ζωῆς· ἐάν διά τῆς θείας Κοινωνίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς καθαρότητας ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό, θά ζήσουμε αἰώνια. Θά γίνουμε καί ἐμεῖς νοητός παράδεισος, ὅπου μέσα μας θά φυτευθεῖ τό θεῖον φυτόν, τό ξύλον τῆς Ζωῆς.
Ἐπίσης, τό τροπάριο προτρέπει τήν Νέα Βηθλεέμ, τὴν Ἐκκλησία, δηλαδή ἐμᾶς, τά πιστά μέλη της, σέ ἑτοιμασία καί εὐτρεπισμό, γιά νά δεχθοῦμε μέσα μας τόν Χριστό, πού γεννᾶται μέ σκοπό νά ἀναστήσει τήν πεσοῦσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο.
Σέ τί συνίσταται αὐτή ἡ ἑτοιμασία καί ὁ εὐτρεπισμός;
Ἐδῶ δὲν ὁμιλεῖ περί ἐξωτερικῆς ἑτοιμασίας καί εὐτρεπισμοῦ, ὅπως συνηθίζουν νά κάνουν οἱ περισσότεροι Χριστιανοί ὅταν ἑορτάζουν τίς μεγάλες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως τά Χριστούγεννα καί τὴν Ἀνάσταση. Ἀλλά πρόκειται περί ἐσωτερικῆς ἑτοιμασίας καὶ εὐτρεπισμοῦ. Ὅπως ὁ γεωργός, ὅταν πρόκειται νά φυτεύσει τό χωράφι του, πρῶτα ὀφείλει νά τό προετοιμάσει βγάζοντας ἀπό μέσα τίς πέτρες, τά χόρτα, τὰ ἀγκάθια καί ὅ,τι ἄλλο ἄχρηστο καί περιττό καί στήν συνέχεια τό σκαλίζει, τό λιπαίνει, τό ποτίζει καί ἀφοῦ τό εὐτρεπίσει, δηλαδή τό καταστήσει ἕτοιμο πρός καλλιέργεια, τότε σπέρνει τόν σπόρο του καί μόνον τότε ἐλπίζει ὅτι θὰ βλαστήσει καί θά τοῦ φέρει πλούσια συγκομιδή· ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά γίνει καί μέ τό δικό μας χωράφι, τίς ψυχές μας. Γιά νά ἐξανθήσει μέσα μας τό «θεῖον φυτόν», ὁ Χριστός, θά πρέπει πρώτα νά ξεριζώσουμε ἀπό μέσα μας κάθε πάθος καί ἁμαρτία. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Ρωμαίους τούς προειδοποιεῖ ὅτι, ἐπειδή δέν θέλησαν νά ἀναζητήσουν μέ τόν ὀρθό καί ἐνδεδειγμένο τρόπο τήν πλήρη καί ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐλάτρευσαν τήν κτίση καί τόν ἑαυτό τους ἀντί τόν ἕνα ἀληθινό Θεό καί δημιουργό τοῦ κόσμου, γι’ αὐτό τούς ἐγκατέλειψε ἡ θεία χάρη καί τούς παρέδωσε «εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μή καθήκοντα». Τά μή καθήκοντα, δηλαδή τά ἀπρεπῆ καί ἁμαρτωλά ἔργα, εἶναι αὐτά πού ἀποκαλοῦμε πάθη τῆς ψυχῆς, τά ὁποῖα καί ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτά, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο, εἶναι: κυρίευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό κάθε εἶδος ἀδικίας πού ἀναφέρεται εἴτε στόν Θεό εἴτε στόν συνάνθρωπο, ἡ πορνεία, ἡ πονηρία, ἡ πλεονεξία, ἡ κακία, ὁ φθόνος, ὁ φόνος, οἱ φιλονικίες, οἱ δολιότητες, οἱ κακοήθειες, οἱ κακολογίες διά τοῦ ψιθύρου, δηλαδή τῆς συκοφαντίας, οἱ κατακρίσεις, οἱ βρισιές, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ἀλαζονεία, δηλαδή νά ὑποτιμοῦμε τοὺς ἄλλους καί νά θεωροῦμε μόνον τούς ἑαυτούς μας ἄξιους, ἡ καύχηση γιά τά δῆθεν προτερήματά μας, ἡ ἐπινόηση τῶν κακῶν γιά νά προκαλοῦμε σύγχυση καί ἀναστάτωση ἀνάμεσα στούς ἄλλους, ἡ ἀνυπακοή στούς γονεῖς, ἡ ἀσπλαχνία, ἡ ἀσύνετη συμπεριφορά, ἡ ἔλλειψη στοργῆς καὶ ἀγάπης κ.τ.λ. (Ρωμ. α΄, 25 – 32).
Ὅλα αὐτά, λοιπόν, πού ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος εἶναι τά πάθη τῆς ψυχῆς πού ἐμποδίζουν τόν ἄνθρωπο νά ἔχει τὴν πλήρη καί ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν ἕνωση μαζί Του.
Ὅμως, δέν ἀρκεῖ νά καθαρίσει κάποιος τόν ἑαυτό του ἀπό τά πάθη γιά νά δεχθεῖ μέσα του τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Χρειάζεται καί νά καλλιεργήσει πνευματικά τόν ἑαυτό του. Καί ὅταν λέμε νά καλλιεργήσει πνευματικά τόν ἑαυτό του ἐννοοῦμε νά ἀποκτήσει τίς ἅγιες ἀρετές, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας. Εἶναι αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παύλος πρός τούς Φιλιππησίους: «Τό λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε» (Φιλιπ. δ΄, 8). Γιά παράδειγμα, ὅταν ὁ Ἀπόστολος μιλάει γιά ἀρετή ἐννοεῖ αὐτό πού γράφει πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο λέγοντας: «δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πραότητα» (Α΄ Τιμ. στ΄, 11), ἤ καί πρός τούς Κολοσσαεῖς: «Ἐνδύσασθε οὖν ὡς ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καί ἠγαπημένοι, σπλάχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν» (Κολ. γ΄, 12). Καί ὅλα αὐτά δέν πρέπει νά εἶναι ἀνεξάρτητα καί ἀποκομμένα ἀπό τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό, τό ξύλον τῆς Ζωῆς. Αὐτό τό ὁποῖο κάνουμε πρέπει νά ἐξετάζουμε, νά ἐρευνοῦμε ἐάν εἶναι εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου: «δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ» (Ἐφ. ε΄, 10).
[1] Τό παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό “Παρέμβαση Ἐκκλησιαστική”, τεύχος 62 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2025), σελ. 209-212. Προέρχεται ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου, Ἡ ζωή πρίν ἀπό τόν θάνατο, ἔκδ. Ἐπισκοπῆς Καρπασίας, σ. 104-109.
