ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: 1400 χρόνια ἀπό τό θαῦμα τῆς διάσωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τή Θεοτόκο. Ἀπεικονίσεις του στήν Κύπρο

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: 1400 χρόνια ἀπό τό θαῦμα τῆς διάσωσης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τή Θεοτόκο. Ἀπεικονίσεις του στήν Κύπρο

Χριστόδουλου Χατζηχριστοδούλου,

Βυζαντινολόγου

Στίς 7 Αὐγούστου τοῦ  626, γράφεται μία ἀπό τίς πιό δραματικές καί καθοριστικές σελίδες τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας: τά στρατεύματα τῶν Ἀβάρων καί τῶν Σλάβων ἐγκαταλείπουν ἄδοξα τήν πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀνοίγοντας τόν δρόμο γιά τήν ἐπιβίωση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καί τή μακρόχρονη κυριαρχία της στή Μεσόγειο.

Ἡ πολιορκία ξεκίνησε στά τέλη Ἰουνίου τοῦ 626, σέ μία συμμαχική ἐπίθεση πρωτοφανοῦς κλίμακας. Οἱ Ἄβαροι, ἀπό τή μία πλευρά, προσεγγίζουν τά δυτικά τείχη τῆς Πόλης μαζί μέ χιλιάδες Σλάβους μαχητές. Οἱ Πέρσες, παραδοσιακοί ἀντίπαλοι τῶν Βυζαντινῶν, στρατοπεδεύουν στή Χαλκηδόνα, ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, προσβλέποντας σέ ἕνα κοινό τελειωτικό κτύπημα.

Παρά τήν ἀπουσία τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν ἐποχή εἶχε ἐκστρατεύσει ἐναντίον τῶν Περσῶν στήν Ἀνατολή γιά νά ἀνακτήσει τόν Τίμιο Σταυρό, ἡ ἄμυνα τῆς πρωτευούσας ὀργανώνεται μέ ὑποδειγματικό τρόπο. Ὁ πατριάρχης Σέργιος καί ὁ στρατιωτικός διοικητής Βῶνος παίρνουν στά χέρια τους τήν ὑπεράσπιση τῆς Πόλης, μέ τόν λαό νά συμμετέχει ἐνεργά, ἐμψυχωμένος ἀπό τή θρησκευτική πίστη καί τή βεβαιότητα ὅτι ἡ Θεοτόκος, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός, θά τούς προστατέψει. Καί οἱ τρεῖς γραπτές πηγές πού περιγράφουν τά γεγονότα ἀποδίδουν τή σωτηρία τῆς Βασιλευούσας στή Θεοτόκο. Σύμφωνα μέ τόν Cyril Mango, δέν πρόκειται γιά μεταγενέστερη παράδοση, ἀλλά γιά πεποίθηση πού ἐπικρατοῦσε μεταξύ τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων. Σημειώνεται ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς πολιορκίας τελούνταν δεήσεις πρός τή Θεοτόκο καί εἰκόνες της εἶχαν μεταφερθεῖ στίς πύλες τῆς πόλης. Ὑπάρχει ἀκόμη καί ἡ γλαφυρή ἀφήγηση γιά τή γυναικεία μορφή πού ὁ χάνος τῶν Αβάρων εἶδε νά περιφέρεται στά τείχη καί ταυτίστηκε μέ τή Θεοτόκο. Ὁ πατριάρχης Βώνος διοργάνωσε μία μεγάλη λιτανεία στά τείχη τῆς Πόλης, κρατώντας μία ἀχειροποίητο εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Σέ μεταγενέστερες περιγραφές τῶν γεγονότων, ἐκτός ἀπό τήν ἀχειροποίητο εἰκόνα, ἀναφέρονται ἐπιπλέον ὁ Τίμιος Σταυρός καί εἰκόνες τῆς Παναγίας.

Τά σλαβικά μονόξυλα πού ἐπιχείρησαν ἐπίθεση ἀπό τή θάλασσα, στό βάθος τοῦ Βοσπόρου, καταστρέφονται ἀπό τό βυζαντινό ναυτικό, ἐνῶ κάθε χερσαία προσπάθεια τῶν Ἀβάρων πέφτει πάνω στό ἀπόρθητο Θεοδοσιανό τεῖχος. Ἡ σφαγή τῶν Σλάβων λαμβάνει χώρα μπροστά ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν. Ὅταν οἱ ἐχθροί εἰσέβαλαν στή μονή τῶν Βλαχερνῶν «ἡ θεία πρόνοια» τούς εμπόδισε νά τήν λεηλατήσουν καί νά τήν καταστρέψουν. Σέ μία μικρότερη συμπλοκή μπροστά ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου τῆς Πηγῆς, ἐπικράτησαν καί πάλι οἱ Βυζαντινοί. Μεταγενέστερες ἀφηγήσεις γιά νά δώσουν ἔμφαση στό γεγονός τροποποίησαν ἐλαφρά τά γεγονότα: τά μονόξυλα τῶν Σλάβων καταστράφηκαν ἀπό ξαφνική θύελλα πού ξέσπασε καί τά πληρώματά τους πνίγηκαν, ὅπως οἱ Αἰγύπτιοι στήν Ἐρυθρά Θάλασσα.

Ἡ πολιορκία κορυφώθηκε στίς ἀρχές Αὐγούστου, ἀλλά ἡ ἀποτυχία συντονισμοῦ τῶν συμμάχων, οἱ ἀπώλειες, ἡ ἔλλειψη τροφίμων καί νεροῦ, καθώς καί ἡ ψυχολογική κόπωση, ὁδηγοῦν σέ κατάρρευση τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἐπιτιθεμένων. Στίς 8 Αὐγούστου, οἱ Ἄβαροι καί οἱ Σλάβοι λύνουν τήν πολιορκία τῆς Πόλης καί ὑποχωροῦν, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀποτυχία τους.

Ὁ λαός ἀποδίδει τή σωτηρία στήν Παναγία, καθιερώνει λιτανεία σέ ἀνάμνηση τῆς σωτηρίας καί συνθέτει τόν Ἀκάθιστο Ύμνο, ἕναν ἀπό τούς πιό συγκινητικούς καί δοξαστικούς ὕμνους τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ πιό γνωστή του μορφή εἶναι τό “Κοντάκιο” «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ», τό ὁποῖο ψάλλεται κατά τή διάρκεια τῶν πέντε πρώτων Παρασκευῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπό 24 Οἴκους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τήν ἀλφαβητική σειρά τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων ἀπό τό Α ἕως τό Ω.

Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς νίκης ὑπερβαίνει τή σωτηρία τῆς πρωτευούσας. Ἦταν μία ἱστορική καμπή πού ἀπέτρεψε τήν κατάρρευση τῆς αὐτοκρατορίας, φρέναρε τήν ἐπέλαση τῶν βαρβαρικῶν λαῶν πρός τή Μεσόγειο καί ἐπέτρεψε στό χριστιανικό καί ἑλληνικό στοιχείο νά συνεχίσει νά ἀκτινοβολεῖ στόν ἀνατολικό κόσμο γιά αἰῶνες.

Ἡ διαμόρφωση ξεχωριστοῦ εἰκονογραφικοῦ κύκλου γιά τόν Ακάθιστο Ύμνο ἐμφανίζεται στή μνημειακή ζωγραφική στίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰῶνα, μέ πρῶτο παράδειγμα στήν Ἑλλάδα τόν ναό τῆς Παναγίας Ὀλυμπιώτισσας στήν Ἐλασσώνα, γύρω στό 1300. Ἀπό τότε ἡ ἀπεικόνιση τῶν εἰκοσιτεσσάρων σκηνῶν ἤ επιλεκτικά κάποιων ἀπό αυτές ἀπαντᾶ σέ μνημεῖα τῆς ὕστερης βυζαντινῆς περιόδου καί σέ μεγάλη συχνότητα  στή μνημειακή ζωγραφική τῆς μεταβυζαντινῆς περιόδου σέ ἐκκλησίες πού εἶναι ἀφιερωμένες στή Θεοτόκο. Κατά τή μεταβυζαντινή περίοδο ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος θά ἀπεικονιστεῖ σέ φορητές εἰκόνες, εἰκονογραφημένα χειρόγραφα καί σέ χρυσοκέντητα ἄμφια. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι «Οἱ καλλιτέχνες ἀπέδωσαν μέ τόν χρωστῆρα τους ὅλα τά ἱστορικά καί θεολογικά στοιχεῖα, τοῦ κάθε οἴκου ξεχωριστά, ἀποδιδόντας εἰκαστικά ὅλα ὅσα ἡ θεολογική κατάρτιση, ἡ ποιητική έμπνευση καί ἡ ἰδιαίτερη εὐλάβεια τοῦ ποιητῆ καί συνθέτη τοῦ κοντακίου προσέλαβε γιά νά ἐξυμνήσει τό πρόσωπο τῆς Παναγίας καί νά ἀναδείξει τόν ρόλο της στό γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ». Οἱ ζωγράφοι στήν τελική διαμόρφωση τοῦ εἰκονογραφικοῦ κύκλου τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἐνσωμάτωσαν σκηνές  ἀπό τόν θεομητορικό καί χριστολογικό κύκλο, πού ἀφοροῦν κυρίως τούς πρώτους δώδεκα οἴκους καί συμπλήρωσαν τόν κύκλο τῶν εἰκοσιτεσσάρων σκηνῶν μέ συνθέσεις πού ἐμπνεύστηκαν ἀπό τά κείμενα τοῦ κοντακίου, ἀκολουθώντας τήν ἀλφαβητική σειρά, μέ βάσῃ τά ἀρχικά γράμματα τῆς Ἀλφαβήτου τῶν οἴκων τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου[1]. Τό θεματικό περιεχόμενο τοῦ Ἀκαθίστου ἀποτελεῖται ἀπό δύο μέρη. Τό πρῶτο μέρος εἶναι τό ἱστορικό καί περιλαμβάνει τούς Οἴκους Α-Μ. Τό δεύτερο μέρος εἶναι τό θεολογικό-σωτηριολογικό καί περιλαμβάνει τούς Οἴκους Ν-Ω[2].

Οἱ πιό σημαντικές τοιχογραφίες τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 16ου αἰῶνα στήν Κύπρο πού ἔχουν σωθεῖ εἷναι ἐκείνες στό Καθολικό τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου, τό ὁποῖο εἶναι αφιερωμένο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Ὡς ἐκ τούτου στή διακόσμηση  τοῦ Καθολικοῦ ἐπιλέχθηκαν καί σκηνές ἀπό τόν βίο τῆς Θεοτόκου, στή νότια καμάρα καί ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος στήν καμάρα τοῦ βορείου κλίτους. Οἱ τοιχογραφίες ἀποδόθηκαν στόν χρωστῆρα τοῦ ζωγράφου Θεοφυλάκτου, ὁ ὁποῖος ὑπογράφει τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας στήν ἴδια μονή. Πρόκειται γιά τόν γνωστό Κρητικό ζωγράφο, ὁ ὁποῖος στή συνέχεια ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Θεοφάνης. Ὁ Θεοφάνης ὁ Κρής ἀκολουθεῖ παλαιολόγεια πρότυπα, τά ὁποῖα ἀποδίδει μέ τό δικό του προσωπικό ὕφος, ἐμπλουτίζει τήν εἰκονογραφία, τόσο εἰκονογραφικά, ὅσο καί τεχνοτροπικά. Στίς σωζόμενες σκηνές τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου περιλαμβάνονται ὁ Οἶκος Η «Ἤκουσαν οἱ Ποιμένες», ὁ Οἶκος Θ «Θεοδρόμον ἀστέρα θεωρήσαντες Μάγοι», ὁ Οἶκος Ι «Ἴδον Παῖδες Χαλδαίων», ὁ Οἶκος Σ «Σῶσαι θέλων τόν κόσμο», ὁ Οἶκος Υ «Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται συνεκτείνεσθαι σπεύδων τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου», ὁ Οἶκος Φ «Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τήν ἁγίαν Παρθένον, ὁ Οἶκος Ψ «Ψάλλοντές σου τόν τόκον, ἀνυμνοῦμεν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε», ὁ Οἶκος Ω «Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων, ἁγιώτατον Λόγον».

Σύμφωνα μέ τόν Ἀνδρέα Στυλιανοῦ ἀπό εἰκονογραφικῆς ἄποψης ὁ κύκλος τοῦ Ἀκαθίστου στή μονή τοῦ Ἁγίου Νεοφύτου, ὁμοιάζει, παρά τίς μικρές διαφορές, μέ ἐκεῖνο στήν τράπεζα τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται στά 1512[3].

Τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅπως συμβατικά ὀνομάζεται ἀπό τό κύριο θέμα τῆς διακόσμησής του, ἀποτελοῦσε τόν χῶρο πρόσβασης στόν τάφο τοῦ Ἁγίου Ιωάννη τοῦ Λαμπαδιστῆ, στήν ὁμώνυμη μονή τοῦ Καλοπαναγιώτη. Ὅπως ἔχει λεχθεῖ ἡ τεχνοτροπία καί ἐν μέρει ἡ εἰκονογραφία  τῶν τοιχογραφιῶν παρουσιάζουν ἔντονη ἐπίδραση ἀπό τήν ἰταλική ζωγραφική τοῦ 15ου αἰῶνα.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καταλαμβάνει τά πάνω τμήματα τῆς καμάρας στόν νότιο (δύο ζῶνες) καί σέ ὅλο τόν βόρειο τοίχο (τρεῖς ζῶνες). Οἱ 24 Οἴκοι ξεκινοῦν ἀπό τό ἀνατολικό ἄκρο τοῦ νοτίου τμήματος τῆς καμάρας προχωροῦν μέχρι τό ἀνατολικό ἄκρο τοῦ βορείου μισοῦ τῆς καμάρας καί συνεχίζονται στήν κάτω ζώνη ἀπό τά ἀνατολικά καί στά δυτικά καί ἀπό τά δυτικά στή μέση ζώνη τοῦ βορείου τοίχου καί ἀκολούθως στήν τρίτη ζώνη τοῦ βορείου τοίχου. Ὅλες οἱ ἐπιγραφές πού συνοδεύουν τούς 24 Οἴκους εἶναι γραμμένες στά ἑλληνικά καί ἡ εἰκονογραφία τῶν σκηνῶν εἶναι βυζαντινή.  Ἑλληνικές εἶναι καί οἱ ἐπιγραφές πού ἀναγράφονται σέ ὅλες τίς τοιχογραφίες τοῦ παρεκκλησίου. Εἶναι φανερό ὅτι ὁ ζωγράφος γνώριζε τόσο τήν παραδοσιακή ζωγραφική, ὅσο καί τήν ἰταλική ζωγραφική τῆς ἐποχῆς του. Δυστυχῶς δέν σώθηκε καμιά ἀναφορά στό ὄνομα τοῦ ζωγράφου. Ὁ ἴδιος ζωγράφος ἱστόρησε καί τίς τοιχογραφίες τοῦ ἀνατολικοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Ποδίθου στή Γάλατα. Ἀμφότερες χρονολογούνται στόν 16ο αἰῶνα[4].

Μία σειρά εἰκόνων μέ τήν Παναγία Βρεφοκρατούσα σέ διαφορετικούς εἰκονογραφικούς τύπους πού χρονολογούνται ἀπό τόν 16 ἕως καί τόν 19ο αἰῶνα φέρουν ἐπωνυμίες ἤ ἐπιγραφές πού προσιδιάζουν στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

Ἡ πιό σημαντική ἀπό αὐτές εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Σαϊτιώτισσας, ἡ ὁποία φυλάσσεται σήμερα στό καθολικό τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου στόν Μέσα Ποταμό. Στή δεσποτική εἰκόνα-λειψανοθήκη, στό κέντρο ἀπεικονίζεται ἡ Θεοτόκος Βρεφοκρατούσα στόν τύπο τῆς Ὁδηγητρίας καί περιμετρικά οἱ 24 Οἴκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Σέ ἐσοχή στό μέσο ὑπάρχει μετάλλιο μέ ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου.

Οἱ παλαιότερες ἀπό αὐτές χρονολογούνται γύρω στό 1600. Ἡ μία εἰκόνα προέρχεται ἀπό τόν ναό τῆς Παναγίας Φανερωμένης στή Λευκωσία καί ἀποδίδεται στόν ζωγράφο Ἐμμανουήλ Τζανφουρνάρη (1570-1631;). Ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται στόν εἰκονογραφικό τύπο τῆς Ὁδηγητρίας. Στό χρυσό βάθος πάνω ἀπό τόν ἀριστερό ὦμο τῆς Θεοτόκου εἶναι γραμμένη ἡ ἐπιγραφή «ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΒΑΣΤΑΖΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΤΑΖΟΝΤΑ ΠΑΝΤΑ». Ὁ Τζανφουρνάρης φαίνεται ὅτι ἔχει ἐπηρεαστεῖ ἀπό τόν δάσκαλό του Μάρκο Μπαθᾶ (1498-1578), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τήν  εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΒΑΣΤΑΖΕΙΣ ΤΟΝ ΒΑΣΤΑΖΟΝΤΑ ΠΑΝΤΑ», ἀπό τόν ναό τῆς Παναγίας Χρυσοπολίτισσας στή Λάρνακα[5]. Οἱ εἰκόνες αὐτές προφανῶς θά ἐχρησιμοποιούνταν γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Τό 1791 ὁ ζωγράφος Ἰωάννης Κορνάρος ἀπό τήν Κρήτη ἱστόρησε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου, στό κέντρο, καί περιμετρικά τούς 24 Οἴκους τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Οἱ σκηνές παραπέμπουν σέ εἰκονογραφημένα μέ μικρογραφίες χειρόγραφα καί χαρακτηρίζονται γιά τή λεπτομέρεια καί την ἐξαιρετική ἱκανότητα τοῦ ζωγράφου. Παραπέμπει σέ ὅμοια ἔργα του σέ χαρακτικά, ἀφοῦ καί ὁ ἴδιος ἦταν καί χαράκτης[6].

Σέ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἀποδιδομένης σέ παραλλαγή τοῦ τύπου τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου, στόν ναό τῆς Παναγίας Ἐλεούσας στήν Τσάδα, σώζεται ἀποσπασματικά ἡ τιμητική προσωνυμία «Ἡ Κυρία τοῦ Ἀκαθίστου». Ἡ προσωνυμία «Τοῦ Ἀκαθίστου» ἐντοπίζεται καί σέ παλαιότερη εἰκόνα, τοῦ 16ου αἰῶνα, στόν ναό τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στήν Κουκά Λεμεσοῦ. Ἡ προσωνυμία συνδέεται μέ τόν Ἀκάθιστο Ύμνο καί μέ τήν περίφημη λατρευτική εἰκόνα τῆς Παναγίας τῶν «Χαιρετισμῶν» ἤ τοῦ «Ἀκαθίστου», ἡ ὁποία βρίσκεται στή Μονή Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σύμφωνα μέ τή μοναστική παράδοση, ἡ «Παναγία τοῦ Ἀκαθίστου» ἀποτελεῖ ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ καί εἶναι ἡ εἰκόνα πού κρατοῦσε στά χέρια του ὁ πατριάρχης Σέργιος περιερχόμενος τά τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης κατά τήν πολιορκία τῶν Αβάρων καί τῶν Σλάβων τό 626[7]. Ὁ εἰκονογραφικός τύπος τῆς ὁποίας προσιδιάζει μέ ἐκεῖνο τῆς Κυκκώτισσας.

Ἡ Θεοτόκος ἀποτελεῖ ἀναντίλεκτα τήν κραταιά προστασία καί Ὑπέρμαχο Στρατηγό τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων, προστάτιδα τῆς Κωνσταντινούπολης καί Ἐλευθερώτρια ἀπό πάθη καί δεινά. Καί ὡς τέτοια τήν βλέπουν  οἱ ἁγιογράφοι καί ἐν γένει οἱ πιστοί, ἡ Ἐκκλησία!

[1] Περισσότερα βλ. Δ’. ΠΑ., λῆμμα «Ἀκάθιστος Ὕμνος», Μεγάλη Ὀρθόδοξη Χριστιανική Ἐγκυκλοπαίδεια 2, 37.

[2] λῆμμα «Ἀκάθιστος Ὕμνος», Μεγάλη Ὀρθόδοξη Χριστιανική Ἐγκυκλοπαίδεια 2, 31.

[3] Andreas Stylianou, Judith A. Stylianou, The painted churches of Cyprus. Treasures of Byzantine Art, Nicosia 19972, 370-377.

[4] Ἀθανάσιος Παπαγεωργίου, Ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Λαμπαδιστῆ στόν Καλοπαναγιώτη, Πολιτιστικό Ἵδρυμα Τραπέζης, Ἱερά Μητρόπολις Μόρφου σε συνεργασία με τό Τμῆμα Ἀρχαιοτήτων, Λευκωσία 2007, σελ. 43-51.

[5] Χριστίνα Σπανοῦ (ἐπιμέλεια), Ἡ κατά Κίτιον ἁγιογραφική τέχνη, Ἱερά Μητρόπολις Κιτίου, Λάρνακα 2002, 183 (Κώστας Γερασίμου) καί λεπτομέρεια, 119.

[6] Sophocles Sophocleous, Icons of Cyprus 7th-20th Century, Museum Publications, Nicosia 1994, 203. Βλ. ἐπίσης https://argolikivivliothiki.gr/2021/04/15/akathist_hymn/eikona/ (πρόσβαση 14/12/2025). Παλαιότερο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (1700), «τοῦ ἐν ἱεροδιακόνοις ἐλαχίστου Στεφάνου Τζανκαρόλου Κρητός κόπος». Ἡ εἰκόνα αὐτή θεωρεῖται χαρακτηριστικότατο δεῖγμα τῆς λεγομένης «Κρητοεπτανησιακῆς Σχολῆς» καί βρίσκεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Ἱεράς Μονῆς Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέα Μηλαπιδιᾶς στήν Κεφαλονιά. Στό κέντρο εἰκονίζεται ἡ Παναγία, ἐνῶ καθεμιά ἀπό τίς μικρές περιφερειακές εἰκόνες ἀφορᾶ τή διήγηση ἑνός ἀπό τούς 24 «Ὁίκους» (στροφές) τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Ἡ σωστή ἀνατομία, ἡ μαθηματική σχεδόν προοπτική, τό ἀρχιτεκτονικό τοπίο καί ἡ χρήση τοῦ χρώματος φέρνουν τό ἔργο πιό κοντά στήν ἰταλική Ἀναγέννηση. Μόνος, ἀλλά ἀρκετά ἰσχυρός, δεσμός με τήν παράδοση παραμένει πάντοτε ἡ τεχνική τῆς ὠογραφίας.

[7] Χρῆστος Ἀργυροῦ, Προσωνυμίες τῆς Θεοτόκου σέ φορητές εἰκόνες τοῦ ζωγράφου Παρθενίου (τέλος 18ου αἰῶνα – α΄ μισό 19ου αἰῶνα), Βασίλης Βασιλείου, Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου, Ὁ ζωγράφος Παρθένιος, ὑπό ἔκδοση.

 

*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 63 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2026), σελ. 270-276.

Share