Αρχαϊκή περίοδος (750 – 475 π.Χ.)

Αρχαϊκή περίοδος (750 – 475 π.Χ.)

Η Αρχαϊκή περίοδος είναι για την Κύπρο λαμπρή περίοδος, γι’ αυτό και κατά τη διάρκεια της η νήσος παρουσιάζει σημαντική συσσώρευση πλούτου. Η επικοινωνία με Ανατολή και Δύση είναι συνεχής και αυτό σημαίνει ευδαιμονία για την Κύπρο. Κατά τον χρονογράφο Ευσέβιο του 3/4ου μ.Χ. αιώνα η Κύπρος ήταν θαλασσοκράτειρα για 33 χρόνια. Αν στη μακραίωνη ιστορία της νήσου συνέβη πράγματι κάτι τέτοιο, τότε η καταλληλότερη περίοδος που ταιριάζει απόλυτα στην ανωτέρω εικόνα είναι το β΄ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα.

Απόδειξη για την υλική ευμάρεια της εποχής παρέχουν κατ’ εξοχήν οι λεγόμενοι βασιλικοί τάφοι της Σαλαμίνας οι οποίοι, αν και συλημένοι, απέδωσαν πλήθος πολυτελέστατων ευρημάτων, που δίκαια τους χαρακτηρίζουν βασιλικούς. Θυσίες αλόγων, προσφορές τριπόδων και λεβήτων που κοσμούνται με προτομές σειρήνων και γρυπών, άρματα με όλα τα στολίδια τους, κρεβάτια από ελεφαντόδοντο και θρόνοι διακοσμημένοι θαυμάσια, όλα τοποθετούνταν στους δρόμους των τάφων, με σκοπό να συνοδεύσουν τους ιδιοκτήτες τους στην άλλη ζωή.

Το τέλος του 8ου π.Χ. αιώνα παρατηρείται η διάδοση των Ομηρικών Επών, της Ιλιάδας δηλαδή και της Οδύσσειας, μια διάδοση που πρέπει να επέδρασε πολύ στους Κυπρίους. Τα ταφικά έθιμα, όπως αυτά παρουσιάζονται κυρίως στη Σαλαμίνα αλλά και στην Πάφο και αλλού, είναι βέβαιο πως είναι απότοκο αυτής της διάδοσης. Στους νεκρούς προσφέρονται οβελοί (σούβλες) για να ψήνουν το κρέας τους, ένα έθιμο που παρατηρείται επίσης στην Κρήτη και το Άργος την ίδια περίοδο και ανακαλεί στη μνήμη μας παρόμοια σύνεργα του Αχιλλέα, όταν αυτός φιλοξένησε στη σκηνή του τους ηγέτες του στρατού των Αχαιών ,κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, στους νεκρούς προσφερόταν μέλι και λάδι, ένα έθιμο που παρατηρείται και στη Σαλαμίνα, ενώ οι φλόγες, στις οποίες τοποθετούσαν το σώμα του νεκρού για να απανθρακωθεί, σβήνονταν προς το τέλος με κρασί, όπως ακριβώς έγινε και με τις φλόγες στις οποίες παραδόθηκε το άψυχο σώμα του Πατρόκλου. Η στάχτη και τα λίγα κόκαλα του νεκρού ήρωα μαζεύτηκαν προσεκτικά, όπως διηγείται ο Όμηρος, τυλίχτηκαν με ευλάβεια σε λινό σεντόνι και τοποθετήθηκαν σε χρυσή υδρία.

Στη Σαλαμίνα, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση του δεύτερου μισού του 8ου π.Χ. αιώνα, τα οστά του απανθρακωθέντος νεκρού τυλίχτηκαν σε ύφασμα και τοποθετήθηκαν σε ορειχάλκινο λέβητα που έκλεινε από πάνω. Εύκολα, λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι Κύπριοι, παρά την εξεζητημένη επίδειξη του πλούτου τους που δείχνει σαφώς ανατολική επίδραση, δεν λησμονούν τις ρίζες τους, για τις οποίες δείχνουν πολύ περήφανοι.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια αναδύεται και η πνευματική παραγωγή των Κυπρίων, η οποία ακολουθεί την αντίστοιχη παραγωγή του ελλαδικού κορμού. Πέρα από τα δύο μεγάλα έργα του Ομήρου δημιουργείται, λίγα χρόνια αργότερα ολόκληρος επικός κύκλος, στα πλαίσια του οποίου εντάσσονται και τα Κύπρια έπη του Στασίνου. Λίγα μόνο αποσπάσματα σώθηκαν, που παρουσιάζουν όχι μόνο επήρεια από τον Όμηρο, αλλά προχωρούν ένα βήμα παρακάτω εκφράζοντας φιλοσοφικές σκέψεις και ηθικές αξίες.

Στον επικό κύκλο της Κύπρου, εκτός από τα Κύπρια έπη, κατατάσσονται και οι τρεις ύμνοι προς Αφροδίτην, οι οποίοι παλαιότερα αποδίδονταν στον Όμηρο, αλλά και τα μεταγενέστερα έργα Κυπρίων χρησμωδών, όπως ο Εύκλος, του 6ου κυρίως π.Χ. αιώνα.

Η διάδοση των Ομηρικών Επών πρέπει να αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τους προγόνους τους, των οποίων τον τρόπο διακυβέρνησης ακολουθούσαν πάντοτε πιστά. Όπως ο ελληνικός χώρος ήταν διαιρεμένος κατά τους Μυκηναϊκούς χρόνους σε μικρά ανεξάρτητα βασίλεια, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν διαιρεμένη και η Κύπρος σε δέκα και πλέον μικρά βασίλεια, που το καθένα είχε επικεφαλής τον δικό του βασιλιά. Και ενώ στην Ελλάδα η βασιλεία έληξε με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, οι συντηρητικοί Αχαιοί που αποίκησαν την Κύπρο κράτησαν την παρόδοση ζωντανή μέχρι το τέλος της Κλασικής περιόδου.

Ο θεσμός της βασιλείας επέζησε και σε χρόνους που η Κύπρος υποδουλώθηκε σε ξένους λαούς (στους Ασσυρίους το 709 π.Χ., το 569 στους Αιγυπτίους και το 525 στους Πέρσες). Μάλιστα η ονομασία δέκα βασιλείων τους οφείλεται στο γνωστό πρίσμα του Ασσύριου βασιλιά Ε(Α)σαρχαδών που χρονολογείται στο 673/2 π.Χ. και βρέθηκε προ πολλών χρόνων στην πρωτεύουσά του Νινευί. Εύκολα ταυτίζει κάποιος τα ονόματα, που αναφέρονται στην επιγραφή πως πλήρωναν φόρο στον Ασσύριο ηγεμόνα, με τις πόλεις της ιστορικής περιόδου. Συγκεκριμένα αναφέρονται οι πόλεις Ιδάλιο, Χύτροι, Σαλαμίνα, Πάφος, Σόλοι, Κούριο, Ταμασός, Λήδρα, Κίτιο και Αμαθούς. Η τελευταία αποδόθηκε στα Ασσυριακά με το όνομα Νούρε.

Η περίοδος της αιγυπτιακής κατοχής, παρά το ότι ήταν λιγόχρονη, άφησε έντονα τα σημάδια της στην τέχνη, ιδιαίτερα στη γλυπτική, στην οποία παρατηρούμε την ακαμψία στη στάση των αγαλμάτων αλλά και τη μίμηση της ενδυμασίας που ήταν τότε του συρμού στη χώρα του Νείλου. Σύντομα όμως οι Κύπριοι απέβαλαν και τα δύο και ακολούθησαν ελληνικά πρότυπα.

Υπό την περσική κυριαρχία, οι Κύπριοι βασιλείς διατήρησαν την ανεξαρτησία τους και πλήρωναν φόρους όπως έκαναν και όλοι οι υπήκοοι του βασιλιά των Περσών. Είχαν όμως το δικαίωμα να κόβουν νομίσματα, όχι όμως χρυσά, χωρίς την προσωπογραφία του Πέρση μονάρχη. Ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευέλθων (560 – 525 π.Χ.) φαίνεται να είναι ο πρώτος που έκοψε ασημένια αλλά και ορειχάλκινα νομίσματα. Αυτά εικόνιζαν στην μπροστινή όψη τους ένα κριάρι, ενώ η πισινή όψη ήταν ακόσμητη ή έφερε το αιγυπτιακό σύμβολο «ανκχ», που υποδηλώνει καλή τύχη.

Μέσα στην περσική επικράτεια η Κύπρος μετά την επανάσταση του Ονήσιλου αποτελούσε μέρος της πέμπτης σατραπείας και εκτός από τους φόρους που κατέβαλλε, όφειλε να προμηθεύει τους Πέρσες με πλοία και πληρώματα σε περιπτώσεις ανάγκης. Σ’ αυτή την αχανή περσική αυτοκρατορία, οι Κύπριοι βρήκαν στους Έλληνες της Ιωνίας σημαντικούς συντρόφους με τους οποίους δημιούργησαν στενούς δεσμούς συνεργασίας, αφού και οι δύο ανήκαν στον ίδιο εθνικό κορμό. Όταν οι Ίωνες επαναστάτησαν το 501 π.Χ. εναντίον των Περσών, οι Κύπριοι με επικεφαλής τον βασιλιά της Σαλαμίνας Ονήσιλο, ο οποίος εκθρόνισε τον αδελφό του Γόργο που δεν ήθελε να επαναστατήσει εναντίον των κυρίων του, ξεσηκώθηκαν όλοι πλην των Αμαθουσίων και συνέπραξαν με τους Ίωνες το 499 π.Χ.. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε το 498 στην πεδιάδα της Σαλαμίνας και παρότι ο Ονήσιλος φαινόταν να κερδίζει τη μάχη, στο τέλος την έχασε και ο ίδιος φονεύθηκε, ενώ στο θρόνο της Σαλαμίνας αποκαταστάθηκε ο Γόργος, που είχε καταφύγει προσωρινά στην αυλή του Πέρση βασιλιά. Η επανάσταση των Κυπρίων κράτησε για έναν ακόμη χρόνο, αφού πλην των Σόλων, που σύμφωνα με τον ιστορικό Διόδωρο αμύνθηκαν για έξι μήνες, παρόμοια ερρωμένη αντίσταση πρέπει να πρόβαλε και η Πάφος, σύμφωνα με την εικόνα που έδωσαν οι ανασκαφές που διεξήχθησαν. Κατ’ αυτό τον ατυχή τρόπο έληξε ο αγώνας των Κυπρίων το 497 π.Χ. και εδραιώθηκε για τα καλά η περσική κυριαρχία.

Αποτέλεσμα της ήττας ήταν να αναγκαστούν οι Κύπριοι να εκστρατεύσουν εναντίον των συμμάχων τους Ιώνων, των οποίων οι Πέρσες κατέπνιξαν τελικά την επανάσταση το 495 π.Χ.. Η βοήθεια προς τους Πέρσες συνεχίστηκε με την παροχή 150 Κυπριακών πλοίων στον Ξέρξη, στην εκστρατεία του εναντίον τής Ελλάδας, η οποία τέλειωσε με οικτρή αποτυχία, αφού οι Έλληνες κέρδισαν τους Πέρσες στην ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ., στην οποία έλαβαν μέρος τα Κυπριακά πλοία, που πρώτα όμως ανέκρουσαν πρύμνη και τράπηκαν σε φυγή. Ακολούθησε η μάχη των Πλαταιών το 479 π.Χ., η οποία σήμανε και την απαλλαγή της Ελλάδας από τον περσικό κίνδυνο, αφού οι Πέρσες ηττήθηκαν κατά κράτος.

Δρ. Ανδρέας Δημητρίου

Print Friendly

Share this post