Η απόκριση της Ορθόδοξης παιδείας και αγωγής στη δυτική αλλοτρίωση

Η απόκριση της Ορθόδοξης παιδείας και αγωγής στη δυτική αλλοτρίωση

Καθὼς ἐπιχειροῦμε νὰ ἀποκριθοῦμε στὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ νόημα τῆς Φιλοσοφίας, ἐπιστρέφουμε πάντοτε στὴν ἀφετηρία τοῦ φιλοσοφεῖν: Στὸ ἐρώτημα «τί ἐστὶν.» Στὸ «τί ἐστὶν Φιλοσοφία» καὶ συνακόλουθα «τὶ ἐστὶν σοφία», γιὰ νὰ γυρίσουμε στὸ Πλατωνικὸ «Συμπόσιον», ὅπου σοφὸς εἶναι κατὰ τὸν Πλάτωνα μόνον ὁ Θεός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄνθρωπο, πού, ὡς ὄν πεπερασμένο, παραμένει πάντοτε καθ’ ὁδόν. Αὐτὴ ἡ συνεχὴς ἀναζήτηση ἀποτελεῖ συνακόλουθα καὶ τὴν οὐσία καὶ τὸ ζητούμενο, ὄχι μόνο τῆς Φιλοσοφίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Παιδείας. Παιδεία, τελικά, καὶ Φιλοσοφία συνάπτονται ἀμοιβαίως, καθὼς ἐρωτοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπιχειροῦν νὰ ὁδηγήσουν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν σ’ αὐτὸ ποὺ πράγματι εἶναι. Στὸ ὄντως ὄν. Αὐτὸ πρὸς τὸ ὁποῖο κάνουμε μονίμως καὶ συνεχῶς τὴν ἀναγωγή μας, ὡς ὄντα πεπερασμένα μέσα στὸν κόσμο.

Ὑπάρχοντες καὶ τελοῦντες μέσα στὸν κόσμο, ἐπιστρέφουμε πάντοτε στὸ μεῖζον ἐρώτημα τῆς Φιλοσοφίας, ποὺ ἀναφέρεται πρωτίστως στὸ Εἶναι. Καὶ γιὰ νὰ πᾶμε πιὸ πίσω, ὁδηγούμαστε σ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς ὑπερβαίνει ὡς ἡ ἀρχή. Μὴ ξεχνᾶμε πὼς τὸ πρῶτο ἐρώτημα τῆς φιλοσοφίας ἀναφέρεται στὴν πρώτη ἀρχὴ τῶν ὄντων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγόμαστε, ὡς ὄντα πεπερασμένα, στὸ ἄπειρον, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ἀναξίμανδρο. Ἔτσι, ὅλοι ἐμεῖς, τελοῦμε μοιραίως καὶ κατ’ ἀνάγκην στὸν τόπο τῆς χρονικότητας, δίδοντες «τίσιν καὶ δίκην ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν.»

Ἐπιχειρώντας, ἔτσι, μιὰ διαγραμματικὴ ἀναφορὰ στὸν τόπο τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, ἐπιστρέφουμε συγχρόνως καὶ στὸν ἱερὸ καὶ «σκοτεινὸ» μέσα στὴν πολυσημία του Ἡράκλειτο, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει καὶ μιλᾶ πρῶτος γιὰ τὸ Λόγο, ποὺ μᾶς συνέχει καὶ συγκρατεῖ μέσα στὸν κόσμο, καθὼς καὶ στὴν ἀλήθεια, ὡς τρόπο βίου, καὶ ὄχι ὡς στοιχεῖο ἀποδεικτικὸ τοῦ νοεῖν. Γιατί, ὅπως μᾶς ὑποδεικνύει ὁ ἴδιος, «καθ’ ὅτι ἂν κοινωνήσωμεν ἀληθεύομεν, ἅ δὲ ἰδιάσωμεν ψευδόμεθα.» Προϋπόθεση τοῦ ἀληθεύειν εἶναι γιὰ τὸν Ἡράκλειτο πρωτίστως τὸ κοινωνεῖν. Ἡ κοινὴ ἐμπειρία. Νά, ἡ πρώτη, θὰ ἔλεγα, λανθάνουσα συνάντηση τοῦ λόγου τῶν Πατέρων μὲ τὴ σκέψη τῶν Ἀρχαϊκῶν.

Κι ἀκόμα, φιλοσοφώντας, ὁδηγούμαστε στὴν ὑπερτάτη «Ἰδέα τοῦ Ἀγαθοῦ.» Τὸν «Θεό», τοῦ Πλάτωνος. Καὶ σὲ ἐκεῖνο, τέλος, τὸ Ἀριστοτελικὸ «ἀκίνητον κινοῦν», ποὺ τὸ προσεγγίζουμε ἐρωτικῶς. Ὡς «τὸ ἐρώμενον τὰ ἐρῶντα.»

Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ στενόχωρο διαγραμματικὸ πλαίσιο τῶν προτάσεων τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, συναντιόμαστε μὲ τὰ ὅρια τοῦ φιλοσοφεῖν, ποὺ εἶναι ἐντέλει μιὰ διπλὴ ἀναγωγὴ καὶ ἀναφορὰ καὶ διάνοιξη, τόσο πρὸς τὸν Θεό, ὅσο καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Πρῶτα πρὸς τὸν Θεὸ κι ἔπειτα πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ὅλα αὐτά, τελοῦντες ἐν τῷ κόσμῳ, τὸν τόπο τῆς Φύσεως, ποὺ εἶναι μέγεθος ἐξόχως ἱερό. Καὶ ἀναφερόμενοι στὸ πέραν τοῦ κόσμου. Στὸν τελοῦντα εἰς τὸν αἰῶνα Θεόν. Στὸ «αἰὲν» τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο καὶ τὸν ποιητὴ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, ποὺ καταθέτει ποιητικῶς τὸ Ἄξιον Ἐστίν, στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Ἔτσι, λοιπόν, φιλοσοφοῦνες μεταβαίνουμε, συγχρόνως ἀπὸ τὴ θεμελιώδη ἔννοια τῆς Ἀρχῆς, στὴν ἱερότητα τῆς Φύσεως καὶ τοῦ Κόσμου, καὶ στὴ συνέχεια στὸν ἄνθρωπο. Μὲ ζητούμενο καὶ κρίσιμο ἐρώτημα αὐτὸ τῆς Παιδείας, ὅπου πιὰ καθίσταται καὶ θεμελιοῦται ὡς μέγιστον μάθημα ἡ «ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς». Θυμίζω ἐδῶ ἐκεῖνο τὸ «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδίσει τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;» Ἔτσι ἐνωρίς, στὸν τόπο τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, ἀναδεικνύεται ἡ Παιδεία ὡς ἀγωγὴ καὶ ὡς «ἐπιμέλεια», μέριμνα, δηλαδή καὶ φροντίδα «τῆς ψυχῆς.» Ὅπου ἡ ψυχὴ προσλαμβάνει, ἔτσι, ἕνα βάρος μοναδικὸ καὶ ἀνυπέρβλητο.

Ὡς συνέχεια τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ τρόπου, θὰ προβάλει ὁ Λόγος τῶν Πατέρων καὶ τοῦ ἁγιασμένου ἐν Χριστῷ Βυζαντίου, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ μιὰ Φιλοσοφία τελικὰ τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Μιὰ ἀναζήτηση τῆς Νεοελληνικῆς Φιλοσοφίας μᾶς παραπέμπει συγχρόνως στοὺς ἄξονες καὶ τὶς παρυφὲς τῆς Θεολογίας. Στὴν ἱερότητα τῆς φύσεως καὶ τοῦ κόσμου, στὴν ἔννοια τοῦ προσώπου, στὴ δυναμικὴ τῆς ἀγάπης καὶ στὴ διάνοιξή της πρὸς τὸν πλησίον, στὴν ἱερότητα τοῦ λόγου, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν εὐρωπαϊκὴ ratio, στὴ θεματικὴ ἑνὸς ἀνθρωπισμοῦ ποὺ διασώζει τὴν ἱερότητα τοῦ προσώπου, στὴ θεματικὴ τοῦ κοινωνεῖν, ὅπου στὸ πρόσωπο τοῦ πλησίον συναντοῦμε τὸ πρόσωπο καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ἡ κόλασή μου, ἀλλὰ ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ χαρά μου, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ, ὅπως κι ἐκεῖνο τοῦ ἀββᾶ Ἀπολλῶ: «Εἶδες τὸν ἀδελφό σου; Εἶδες Κύριον τὸν Θεό σου».

Ἔτσι, φτάνουμε στὴ συνάντηση καὶ τὴ συνυφὴ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Μὲ τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο «τῆς καθ’ ἡμᾶς Άνατολῆς», ὡς τρόπο καὶ πρόταση καὶ ἀλήθεια ζωῆς. Αὐτὸ εἶναι τελικὰ ποὺ τὴ διαφοροποιεῖ ριζικὰ καὶ δραματικὰ ἀπὸ τὸν τρόπο καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς Δύσεως. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, στὸν Μέγα Ἱεροεξεταστὴ ἀντιτάσσουμε τὴ συγχωρητικότητα καὶ τὴν ἀγάπη, τὴ Φιλοκαλικὴ Ἀναγέννηση, τὸ λόγο τῶν Πατέρων καὶ ἐξόχως τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ. Τὸν Πατρο-Κοσμᾶ, τὸν Παπαδιαμάντη. Τὸν Κόντογλου. Τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη τὸν 19ο καὶ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, στὸν 20ὸ αἰῶνα. Τὸ λόγο τῶν σύγχρονων Γερόντων. Ἀλλὰ καὶ τὸ λόγο τῶν σύγχρονων στοχαστῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως ὑπῆρξε, γιὰ παράδειγμα, ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης, ἢ ὅπως τὸν καταθέτει ὁ νεότερός του Χρῆστος Γιανναρᾶς, καθὼς καὶ ὁ Π. Β. Πάσχος καὶ ἄλλοι νεότεροι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι. Ἤ, ἀκόμα τὸ λόγο τῶν Ρώσων στοχαστῶν τῆς διασπορᾶς, ὅπως ὑπῆρξε ὁ Νικολάϊ Μπερντιάεφ, στὸν αἰῶνα ποὺ πέρασε. Καὶ παλαιότερα ὁ λόγος τοῦ Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκι, μὲ ἐκεῖνο τὸ ἀνεπανάληπτο κεφάλαιο γιὰ τὸν Μεγάλο Ἱεροεξεταστή, στὸ βιβλίο του «Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ.

Ἐκεῖνο ποὺ πρωτίστως διακρίνει τὸν κόσμο τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ἀπὸ αὐτὸν τῆς Δύσεως εἶναι ἡ δυναμικὴ παρουσία τοῦ ἱεροῦ. Στὸν ἀνίερο πολιτισμὸ τῆς Δύσεως καὶ στὸ κοσμικὸ καὶ καταστροφικὸ καὶ δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὴ διακρίνει καὶ διαπερνᾶ ―ὁ Μέγας Ἱεροξεταστὴς στὴ Σεβίλλη τῆς Ἱσπανίας σ’ αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα τελεῖ καὶ θητεύει― ἡ Νεοελληνικὴ καὶ Ὀρθόδοξη σκέψη καταθέτει τὸν τόπο τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὅλα πλέον ἁγιάζονται.

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἀλλοτρίωση καὶ τὴ δεσπόζουσα θεματικὴ τῆς ἀποξένωσης τῆς Δύσεως, εἶναι ἡ οἰκείωση καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου, ὅπου ὅλοι συγ-χωροῦμε στὸν τόπο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι καὶ στὰ κινήματα διασφάλισης καὶ μαχητικῆς ἐν πολλοῖς διεκδίκησης τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ποὺ ἡ Δύση διακηρύσσει, ἀντιτάσσουμε τὴ συγχωρητικότητα καὶ τὴν ἐν Χριστῷ δικαιοσύνη. Μὲ τὴ θέση πὼς τὸ κοινωνικὸ ζήτημα μόνο ἐν Χριστῷ μποροῦμε νὰ τὸ διαχειριστοῦμε.

Σκέφτομαι τὸν κόσμο τῆς λησμονημένης Τουρκοκρατίας, τοὺς Γέροντες ποὺ ἁγίασαν μακρὰν τῆς φλυαρίας τῶν κοσμικῶν γνώσεων, τὶς μητέρες ἐκεῖνες τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας, ποὺ κράτησαν τὴν ἀλήθεια τῆς Ὁρθοδοξίας ὡς τρόπο ζωῆς καὶ ἁγίασαν. Καὶ σκέφτομαι, ἐδῶ στὴν Κύπρο, κάποια συγκλονιστικὰ παραδείγματα ἁγιασμοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν λαϊκὴ εὐσέβεια καὶ εὐλάβεια. Στὸν τόπο τοῦ ἁγιασμοῦ ἀποβλέπει τελικὰ ἡ παιδεία καὶ ὁ τρόπος τῆς καθ‘ ἡμᾶς Ἀνατολῆς.

Στὸν μηδενισμὸ τὴς Δύσεως ἡ Ἀνατολὴ ἀντιτάσσει τὸν τόπο τοῦ φωτός, καθὼς τὸ μηδὲν εἶναι ἀνόητο, μὴ νοητό, ἀκατανόητο, δηλαδή, ὅπως πρῶτος μᾶς ὑπέδειξε ὁ Παρμενίδης. Οἱ ἀποκρίσεις τῆς καθ‘ ἡμᾶς Ἀνατολῆς εἶναι ἐκεῖνες ποὺ θὰ μᾶς διασώσουν στὸν τόπο τῆς ἱστορίας. Γιατὶ παραπέμπουν στὸν τόπο τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἱερότητας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ζητούμενο τῆς παιδείας παραμένει ἐντέλει ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ χάρις Χριστοῦ. «Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζεται», μᾶς ὑποδεικνύει ὁ ἅγιος τῶν σκλάβων, ὁ πατρο-Κοσμᾶς, μεσούσης τῆς Τουρκοκρατίας. Νά, ἡ Φιλοκαλικὴ ἀναγέννηση. Κι ὁ Παπαδιαμάντης δηλώνει: «Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἤθη.» («Λαμπριάτικος Ψάλτης»), καυτηριάζοντας τὴ νεοελληνικὴ ἀλλοτρίωση ποὺ εἰσήγαγαν οἱ Δυτικότροποι λόγιοι τῆς ἐποχῆς του. Ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερα.

Σκέφτομαι πὼς ἡ Δυτικὴ σκέψη, ἐπιχειρώντας νὰ ἀναχθεῖ στὴν Ἀρχαία Ἑλληνική, ἀγνοώντας καὶ μηδενίζοντας τὸ Βυζάντιο , ὁδηγήθηκε σὲ φοβερὰ ἀδιέξοδα, ἀνατρέποντας καὶ ἀντιστρέφοντας, τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ βαθύτερου νοήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔτσι, ὁ Ἡρακλείτιος Λόγος, ὡς συστατικὸ καὶ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀληθείας, καθίσταται στὴ Δύση ratio, δηλαδὴ λογοκρατία καὶ ἀποθέωση τοῦ νοεῖν. Ὁ κόσμος, ἀπὸ μέγεθος ἱερὸ ἁγιασμοῦ, ἐκπίπτει σὲ χρηστικὸ ἀντικείμενο ἐκμετάλλευσης. Ἔτσι ἔχουμε καὶ ἐκεῖνο τὸν κυρίαρχο «ὠφελιμιστικὸ θετικισμό», ποὺ ὁδήγησε στὸν «Πραγματισμὸ» καὶ στὸν Μαρξισμό, μὲ τὴν ἀντιστροφή του, ποὺ εἶναι ὁ καπιταλισμὸς ἢ ἡ κεφαλαιοκρατία. Χρησιμοθηρικὴ εἶναι καὶ γιὰ τοῦτο ὅλη ἡ ἐκπαίδευση τῶν νέων μας, ποὺ ἐξέπεσε στὸν homo economicus. Στὴν παντοδυναμία μιᾶς χρησιμοθηρικῆς ἠθικῆς, ποὺ συντρίβει τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι πιὰ ἡ «Παρακμὴ τῆς Δύσεως», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Σπέγκλερ καὶ ὁ «Μονοδιάστατος ἄνθρωπος», γιὰ νὰ πᾶμε στὸν Μαρκοῦζε, ποὺ μίλησαν γι’ αὐτὴ τὴν καθολικὴ φθορὰ καὶ τὴ συντριβὴ τοῦ Δυτικοῦ, οἰκουμενικοῦ, πλέον, ἀνθρώπου.

Ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνικὸς λόγος γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ ἀναφορικότητά του σ’ αὐτόν, καθίσταται κίνημα. Εἶναι τὸ κίνημα τοῦ «Ἀνθρωπισμοῦ», μὲ τὴν ἀνάδειξη τοῦ νοοῦντος ὑποκειμένου καὶ τῆς ἀτομικότητας, ἀντὶ τοῦ προσώπου, ἀπὸ τὴν ὁποία πάσχει ὁ Δυτικὸς ἄνθρωπος, ὅπου πιὰ «ἡ κόλαση μας εἶναι οἱ ἄλλοι», γιὰ νὰ θυμηθοῦμε στὸν 20ὸ αἰῶνα τὸν Σάρτρ. Ἀδυναμία, λοιπόν, κοινωνίας καὶ ἀγάπης, εὐτελισμὸς καὶ συντριβὴ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπου πρόσωπον εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητάς μας καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ διάνοιξη πρὸς τὸν πλησίον.

Εἶναι πλέον καὶ τὰ ζητούμενα τῆς νεότερης ἀγωγῆς, ποὺ ἐξέπεσε στὸν τόπο τοῦ ἀνίερου. Καὶ στὴ συντριβὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ φαινόμενα τῆς ἄλογης βίας, ποὺ ἀδυνατοῦμε νὰ διαχειριστοῦμε καὶ ποὺ τὰ παρακολουθοῦμε ἀμήχανοι. Δὲν εἶναι, λοιπόν, τυχαῖο ποὺ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Παιδεία ἐξαντλεῖται στὸν τόπο τῆς Οἰκονομίας. Ἐρήμην τῆς ἀγάπης. Μακρὰν τοῦ ἁγιασμοῦ. Αὐτὰ μᾶς κατέθεσε ἡ Συνθήκη τῆς Λισσαβῶνος μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ 21ου αἰῶνος, τὸν Μάϊο τοῦ 2000: «Νὰ γίνει ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἡ ἀνταγωνιστικότερη καὶ δυναμικότερη οἰκονομία τῆς γνώσης ἀνὰ τὴν ὑφήλιο, ἱκανὴ γιὰ βιώσιμη οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη μὲ περισσότερες καὶ καλύτερες θέσεις ἐργασίας καὶ μὲ μεγαλύτερη κοινωνικὴ συνοχή.»

Μιὰ Νεοελληνικὴ Φιλοσοφία καὶ Παιδεία, συνέχεια καὶ ἀνάδειξη τοῦ κόσμου καὶ τοῦ τρόπου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, πιστεύω πὼς θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ὑπέρβαση τῶν ἀδιεξόδων τῆς δυτικότροπης ζωῆς μας καὶ τῆς κρίσης τῆς Παιδείας τὴν ὁποία βιώνουμε, ὡς μιὰ κατάσταση πτώσης καὶ παγίδευσης σὲ μιὰ στεγνὴ καὶ στενόχωρη χρησιμοθηρικὴ πρόσληψη τῶν πάντων.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Διαβάστε όλο το κείμενο εδώ…

Print Friendly, PDF & Email

Share this post