Ἡ νοερά προσευχή στόν πνευματικό ἀγώνα

Ἐπισκόπου Νεαπόλεως

κ. Πορφυρίου

Ὁ πνευματικός ἀγώνας κάθε ἀνθρώπου ἔχει ὡς στόχο του τή συνάντηση καί μέθεξη μέ τόν ποθούμενο Χριστό. Γιά νά τό ἐπιτύχει αὐτό ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος, μετά τό Βάπτισμά του, πού εἶναι ἡ ἔνταξή του στό σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀγωνίζεται νά ἀπεκδυθεῖ τόν παλαιό καί νά ἐνδυθεῖ τόν νέο ἐν Χριστῷ ἄνθρωπο. Αὐτό ὁμολογοῦμε μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ἡ φωτιστική καί ἁγιαστική χάρη τοῦ Θεοῦ χορηγεῖται στόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τήν οὐσιαστική συμμετοχή του στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τόν προσωπικό πνευματικό ἀγώνα στόν ὁποῖο ἐπιδίδεται. Αὐτός συνίσταται στήν προσπάθεια ἐφαρμογῆς τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ στή ζωή του, κατά τήν προτροπή Του: «Ἐάν ἀγαπάτε μέ, τάς ἐντολᾶς τάς ἐμᾶς τηρήσατε»[1]. Ἔτσι ὁ ἀγωνιζόμενος Χριστιανός ἐπιδίδεται σέ ἔργα ἀγάπης καί φιλανθρωπίας πρός κάθε ἐμπερίστατο συνάνθρωπό του, νηστεύει, ἀγρυπνεῖ καί προσεύχεται. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς προτρέπει: «γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἴνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν»[2]. Ἀλλά καί ὡς πρός τό πώς πρέπει νά προσευχόμαστε καί πάλιν μᾶς διδάσκει παραδίδοντάς μας τήν Κυριακή προσευχή: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…»[3].

Ἡ προσευχή κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι τό ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς. Ὅπως τό ἀνθρώπινο σῶμα ἀναπνέει μέ τό ἀναπνευστικό σύστημα γιά νά ζήσει, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἔχει τή δική της πνευματική ἀναπνοή, τήν προσευχή. Μέσῳ αὐτῆς διαλέγεται μέ τόν Θεό. Ἡ προσευχή δέν εἶναι ἀγγαρεία ἤ καθῆκον, ἀλλά μοναδικό προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου νά διαλέγεται μέ τόν Πατέρα καί Δημιουργό του. «Δέν ἔχει ἀνάγκη ὁ Χριστός ἀπό τήν προσευχή μας, ἀλλά ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τή βοήθειά Του. Προσευχόμαστε γιατί ἔτσι ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό πού μᾶς δημιούργησε. Ἄν δέν τό κάνουμε θά πέσουμε στά χέρια τοῦ διαβόλου καί τότε ἀλλοίμονό μας! Κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ: «Δέν θά μᾶς ζητήσει λόγο ὁ Θεός γιατί δέν κάναμε προσευχή, ἀλλά γιατί δέν εἴχαμε ἐπικοινωνία μαζί Του καί μέ αὐτόν τόν τρόπο δώσαμε δικαιώματα στόν διάβολο καί μᾶς ταλαιπώρησε»[4]. Ὅποιος δέν μπεῖ στό νόημα τῆς προσευχῆς, γιά νά τήν αἰσθανθεῖ ὡς ἀνάγκη, τήν θεωρεῖ ἀγγαρεία καί μοιάζει μέ τό ἀνόητο παιδάκι πού ἀποστρέφεται τόν μαστό τῆς μητέρας του καί ὅλη τή γλυκιά της στοργή καί ἔτσι εἶναι ἀρρωστιάρικο καί κακορίζικο»[5].

Πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά προετοιμαστεῖ γι’ αὐτήν. Σ’ αὐτό θά βοηθήσουν ἡ μελέτη ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, πατερικῶν ἤ ἄλλων πνευματικῶν βιβλίων, τό ψάλσιμο, τό ἄναμμα καντηλιοῦ, κεριοῦ, ἡ προσφορά θυμιάματος, ὥστε νά δημιουργηθεῖ στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου πνευματική χαρά καί κατάνυξη.

Προϋπόθεση τῆς καθαρῆς προσευχῆς πρός τόν Θεό εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας. Λέει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Πορφύριος: «Γιά νά ἔλθει ὁ Χριστός μέσα μας, ὅταν τόν ἐπικαλούμαστε μέ τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», πρέπει ἡ καρδία νά εἶναι καθαρή νά εἶναι ἐλεύθερη ἀπό μίσος, ἀπό ἐγωϊσμό, ἀπό κακία. Ἄν ὅμως ἔχουμε μέσα μας κάποιο κατακρίμα, πάλι ὑπάρχει μυστικό. Καί τό μυστικό εἶναι νά ζητήσουμε συγνώμη ἤ νά τό ποῦμε στόν πνευματικό»[6]. Ἄλλες προϋποθέσεις εἶναι ἡ μετάνοια καί ὁ καρδιακός πόνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται φυσιολογικά, ὅταν συναισθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος τή μεγάλη του ἁμαρτωλότητα καί τήν ἀχαριστία του ἀπέναντι στίς πολλές εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὅταν βγεῖ ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἔρθει στή θέση τῶν πονεμένων.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦν ὡς πιό ἀποτελεσματική τή μονολόγιστη ἤ νοερά προσευχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Ἡ εὐχή αὐτή εἶναι τό κλειδί τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐξασκεῖται εἶναι ὁ ἀκόλουθος: «Νά προσεύχεσθε στόν Θεό μέ λαχτάρα καί ἀγάπη, μέσα σέ ἠρεμία, μέ πραότητα, μαλακά, χωρίς ἐκβιασμό. Κι ὅταν λέτε τήν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», νά τήν λέτε ἀργά, ταπεινά, ἁπαλά, μέ θεῖο ἔρωτα. Μέ γλυκύτητα νά λέτε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νά λέτε μία μία τίς λέξεις: Κύριε… Ἰησοῦ… Χριστέ… ἐλέησόν με», ἁπαλά, τρυφερά, ἀγαπητικά, μυστικά, νοερά, ἀλλά καί μέ ἔξαρση, μέ λαχτάρα, μέ ἔρωτα, δίχως ἔνταση, χωρίς σφιξίματα καί σπρωξίματα.

Κάποιες φορές καλό εἶναι νά λέτε δυνατά τήν εὐχή γιά νά τ’ ἀκοῦνε καί οἱ αἰσθήσεις, ν’ ἀκούει καί τ’ αὐτί! Εἴμαστε ψυχή καί σῶμα καί ὑπάρχει ἀλληλεπίδραση. Ὅταν ὅμως, ἐρωτευτεῖς τόν Χριστό προτιμᾶς τή σιωπή καί τή νοερά προσευχή. Τότε παύουν τά λόγια. Εἶναι ἡ ἐσωτερική σιωπή, ἡ σιγή, πού προηγεῖται, συνοδεύει καί ἀκολουθεῖ τή θεία ἐπίσκεψη, τή θεία ἕνωση καί σύγκραση τῆς ψυχῆς μέ τό θεῖον. Ὅταν βρεθεῖς σ’ αὐτή τήν κατάσταση, δέν χρειάζονται λόγια. Αὐτό εἶναι κάτι πού τό ζεῖς. Κάτι πού δέν ἐξηγεῖται. Μόνο αὐτός πού ζεῖ αὐτή τήν κατάσταση τήν καταλαβαίνει. Τό αἴσθημα τῆς ἀγάπης σέ πλημμυρίζει, σέ ἑνώνει μέ τόν Χριστό. Γεμίζεις ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση, πού δείχνει ὅτι ἔχεις μέσα σου τή θεία ἀγάπη, τήν τέλεια ἀγάπη. Ἡ θεία ἀγάπη εἶναι ἀνιδιοτελής, ἁπλή, ἀληθινή»[7].

Ὁ Χριστός μᾶς δίδαξε στήν προσευχή μας νά ζητοῦμε μόνο τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. «Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ … καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»[8]. νά μήν ἐκβιάζουμε μέ τήν προσευχή μας τόν Θεό. Νά μήν τοῦ ζητοῦμε νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό κάτι, π.χ. ἀσθένεια ἤ νά μᾶς λύσει τά προβλήματά μας, ἀλλά νά ζητοῦμε νά μᾶς δώσει τή δύναμη νά τά ὑπομένουμε. Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίνει κάτι πού ἐπίμονα ζητοῦμε, ἔχει τόν λόγο Του. Ἐφόσον πιστεύουμε στήν ἀγαθή του πρόνοια καί ὅτι γνωρίζει τά πάντα στή ζωή μας καί ὅτι θέλει πάντα τό ἀγαθόν, γιατί νά μήν τόν ἐμπιστευόμαστε; Νά προσευχόμαστε ἁπαλά, χωρίς πάθος καί ἐκβιασμό. Ἄν εἶναι κάτι γιά τό πνευματικό μας καλό, ὁ Θεός θά μᾶς δώσει αὐτό πού πρέπει καί ὅταν πρέπει.

Ἡ ἐνασχόληση μέ τή νοερά προσευχή προϋποθέτει τήν καθοδήγηση ἀπό ἔμπειρο πνευματικό ὁδηγό, γιατί διαφορετικά ὑπάρχει κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νά πλανεθεῖ. Ὁ πνευματικός ὁδηγός θά καθοδηγήσει καί θά προστατεύσει τόν πιστό ἀπό παγίδες καί ἐπιθέσεις τοῦ πειρασμοῦ.

Μεγάλη σημασία στήν προσευχή ἔχει κυρίως ἡ ἔντασή της καί ὄχι ἡ χρονική διάρκειά της: «Νά προσεύχεσθε ἔστω καί πέντε λεπτά, ἀλλά δοσμένα στόν Θεό, μέ ἀγάπη καί λαχτάρα. Μπορεῖ ἕνας μία νύκτα ὁλόκληρη νά προσεύχεται κι ὁ ἄλλος μονάχα πέντε λεπτά κι αὐτή ἡ προσευχή τῶν πέντε λεπτῶν νά εἶναι ἀνώτερη»[9]. Στό Γεροντικό τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου ἀναφέρεται τό παράδειγμα ἑνός Γέροντα πού ξεκίνησε μία μέρα νά ἐπισκεφθεῖ τούς μοναχούς στό ὅρος Σινά. Στόν δρόμο συνάντησε ἕναν ἀπ’ αὐτούς καί ἀνέβαιναν μαζί συζητώντας.

  • Βρισκόμαστε σέ μεγάλη δυσκολία Ἀββᾶ, εἶπε ὁ μοναχός, γιατί ἔχει μῆνες νά βρέξει καί μᾶς ἔλειψε τελείως τό νερό.
  • Γιατί δέν παρακαλεῖτε τόν Θεό νά σᾶς στείλει βροχή; ρώτησε ὁ Γέροντας.
  • Προσευχές καί λιτανεῖες κάνουμε κάθε μέρα ἀλλά δέν εἰσακουόμαστε.
  • Τότε δέν προσεύχεσθε ὅπως πρέπει. Ἔλα ἀδερφέ, νά κάνουμε μαζί μία προσευχή κι ἐλπίζω πώς θά τή δεχθεῖ ὁ φιλεύσπλαχνος Θεός.

Στάθηκαν. Ὁ Γέροντας σήκωσε τά χέρια του στόν οὐρανό καί ἔκαμε μία σύντομη ἀλλά θερμή προσευχή, νά λυπηθεῖ ὁ Θεός τά πλάσματά Του πού ὑποφέρουν καί νά στείλει σ’ αὐτά βροχή. Δέν εἶχε προφθάσει νά τελειώσει καί μεγάλα μαῦρα σύννεφα μαζεύτηκαν στόν οὐρανό καί ἄρχισε νά βρέχει ραγδαία βροχή. Σαστισμένος ὁ ἀδελφός ἀπό τό θαῦμα, ἔβαλε μετάνοια στόν Ἀββᾶ καί μέ εὐλάβεια τοῦ φίλησε τά πόδια. Ἐκεῖνος ἀποφεύγοντας τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο, δέν συνέχισε τήν πορεία του, ἀλλά ἐπέστρεψε στό κελί του[10].

Ἡ ἄσκηση τῆς εὐχῆς μπορεῖ νά γίνει σέ ὁποιαδήποτε ὥρα καί τόπο. Ὅπως βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος στό δρόμο, στή δουλειά, στό σπίτι, στό σχολεῖο, στό γραφεῖο, μέρα ἤ νύχτα μπορεῖ νά λέει τήν εὐχή ἁπαλά, χωρίς πίεση ἤ σφίξιμο. Μέ λατρεία καί πόθο νά ἐπαναλαμβάνει τίς πέντε λέξεις «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅλα τά προβλήματά μας, ὑλικά, σωματικά, τά πάντα νά τά ἀναθέτουμε στόν Θεό. Ὅπως λέμε στή Θεία Λειτουργία, «… καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῶ παραθώμεθα». Ὅταν κάνουμε συνέχεια προσευχή, ὁ Θεός μᾶς φωτίζει τί πρέπει νά κάνουμε καί στίς πιό δύσκολες καταστάσεις. Ἡ προσευχή μας ἰδιαίτερα γιά σοβαρά προβλήματα ὅταν συνδυάζεται μέ νηστεία εἶναι ἀκόμα πιό ἀποτελεσματική.

Ὅταν ἐμεῖς ἤ κάποιος ἄλλος ἀντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα μποροῦμε νά ζητοῦμε καί ἀπό ἄλλους νά προσεύχονται στόν Θεό μέ πίστη καί ἀγάπη. Οἱ προσευχές τῶν πολλῶν γιά κάποιο θέμα εὐαρεστοῦν τόν Θεό καί ἑλκύουν τή Χάρη Του. Ἡ λύτρωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἀπό τή φυλακή ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσευχῆς τῆς συνόλης Ἐκκλησίας: «προσευχή δέ ἦν ἐκτενής γινομένη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας»[11]11. Ἡ προσευχή γιά τούς ἄλλους εἶναι ἀγάπη ἀνιδιοτελής καί ἔχει μεγάλη πνευματική ὠφέλεια. Χαριτώνει τόν προσευχόμενο ἀλλά καί ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖον προσεύχεται. Ὅταν προσευχόμαστε γιά ἄλλους, λέμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον μέ» καί ὄχι «ἐλέησέ τους», γιατί ὅλοι εἴμαστε ἕνα, εἴμαστε παιδιά τοῦ ἰδίου Πατέρα καί μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας[12].

Ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ ἐξομοιώνει τόν ἄνθρωπο μέ τούς ἀγγέλους οἱ ὁποῖοι ἀκατάπαυστα δοξολογοῦν τόν Θεό. Ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνιδιοτελής προσευχή. Αὐτή διακρίνεται σέ δύο ἐπίπεδα. Στό πρῶτο, ὁ ἄνθρωπος ἔχει δυσκολίες, πίκρες, βάσανα, τά δέχεται ὅλα μέ καλό λογισμό. Ρίχνει τό βάρος στόν ἑαυτό του, ταπεινώνεται, μετανοεῖ καί εὐχαριστεῖ γιά ὅλα τόν Θεό. Τότε λαμβάνει τή θεία παρηγοριά καί περνᾶ στό δεύτερο ἐπίπεδο. Σέ αὐτό βρίσκονται ὅσοι ἔχουν περάσει τό στάδιο τῆς μετανοίας καί ἔνιωσαν τή θεία παρηγοριά πού φέρνει ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει πίκρες, ἀλλά νιώθει θεία ἀγαλλίαση καί εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό, πού δέν μπορεῖ νά τήν ἀντέξει. Ἐπαναλαμβάνει συνέχεια τό «δόξα σοί ὁ Θεός», εὐχαριστεῖ τόν Θεό γιά τίς μεγάλες Του εὐεργεσίες καί τή μεγάλη Του ἀγάπη[13]. Σέ αὐτή τήν ἀέναη εὐχαριστιακή δοξολογία ζοῦσε στό Ἅγιον Ὅρος ὁ πάπα-Τύχων, γέροντας τοῦ Ἁγίου Παϊσίου. Ἀντί γιά τήν εὐχή, ἀπό τό στόμα του ἄκουγε κάποιος τό «δόξα σοί ὁ Θεός, δόξα σοί ὁ Θεός». Ζοῦσε μόνιμα μέσα στήν πασχαλινή χαρά. Πολλές φορές ἔλεγε σέ ὅσους τόν ρωτοῦσαν γιά τή νοερά προσευχή: Τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ», δέκα δραχμές, τό «Δόξα σοί ὁ Θεός» ἑκατό δραχμές, ἀνταμοιβή ἀπό τόν Θεό.

Ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπό τήν προσευχή ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Πλάστη καί Δημιουργό του. Μέ τήν ἄσκηση τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος καθαίρεται ἀπό τά πάθη πού τόν ταλαιπωροῦν. Ἡ πρόοδος στόν πνευματικό στίβο τῆς προσευχῆς ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ζῆλο τοῦ ἀνθρώπου, τήν προσπάθεια πού καταβάλλει καί τήν χάρη πού λαμβάνει ἀπό τόν Θεό γιά νά συνεχίσει τόν ἀγώνα του καί νά φθάσει στόν τελικό του προορισμό, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν κατά χάρη θέωσή του.

[1] Ἰω. 14,15.

[2] Μτ. 26,41.

[3] Μτ. 6,9.

[4] Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Οἱ Ἀσκητικοί Λόγοι, Λόγος μβ΄, Ἐκδ. Ἀστήρ Ἀθῆναι 1961, σ. 153.

[5] Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Στ΄, Ἱερ. Ἠσυχαστ. Εὐαγγελιστής Ἰωάννης Θεολόγος, Σουρωτή 2012, σ. 27-28.

[6] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2003, σ. 243.

[7] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ὅ.π. σ. 264-265.

[8] Μτ. 6,33. Λκ. 1,31.

[9] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ὅ.π. σ. 267.

[10] Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, ἐκδ. Ὀρθ. Χριστ. Ἀδελφ. Ἁγία Λυδία, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 191-192.

[11] Πραξ. 12,5.

[12] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ὅ.π. σ. 273.

[13] Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγου, ὅ.π. σ. 237.

 

*Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 57 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2024), σελ. 506-510.

Print Friendly, PDF & Email

Share this post