«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου»

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου»

Νίκης Τρακοσιῆ

Φιλολόγου

Καθώς τό πνεῦμα τῆς κατανυκτικότερης περιόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, μᾶς ὁδηγεῖ στήν σωτήρια μετάνοια καί τήν πνευματική ἄσκηση, ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου» ἐκφράζει τό γνήσιο ἀσκητικο-ἀγωνιστικό πνεῦμα τοῦ συνειδητοῦ Χριστιανοῦ καί κάνει πιό συγκεκριμένους τούς στόχους τοῦ ἀγώνα μας.

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…». Ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ μᾶς θυμίζει πρῶτα ὅτι πρέπει νά ἔχουμε συναίσθηση σέ Ποιόν ἀπευθυνόμαστε στήν προσευχή μας. Ἀποκαλοῦμε τόν Θεό Πατέρα, ὅπως ὁ Χριστός μᾶς εἶπε, ἀλλά νά συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἶναι καί ὁ Κύριός μας, Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε τόν νόμο μέ τόν ὁποίο πρέπει νά ζοῦμε καί στόν Ὁποῖο θά δώσουμε λόγο. Ὅποιος ἔχει «κύριο καί δεσπότη» τῆς ζωῆς του τόν Θεό, πορεύεται κατά τό θέλημά Του χωρίς ἀμφισβητήσεις, κλυδωνισμούς καί ψυχική ταλαιπωρία. Κάθε ἐργασία γίνεται κάτω ἀπό τό βλέμμα Του καί  εἶναι καθαρή καί τέλεια, κατά τό ἀνθρωπίνως δυνατό.

Ὡς ἄνθρωποι πού προσβλέπουμε στή σωτηρία μας, ἀπό τόν παντοδύναμο καί πανάγαθο Κύριό μας ζητοῦμε τή βοήθεια γιά νά φτάσουμε στόν στόχο μας. «…Μή μοι δός» παρακαλοῦμε, ζητώντας νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό ἀδυναμίες καί πάθη τῆς ψυχῆς:

Μήν ἀφήσεις Κύριε, νά μέ καταλαμβάνει «πνεῦμα ἀργίας», ὀκνηρίας καί ἀπραγίας εἴτε στόν ἐσωτερικό ἀγώνα, τήν προσευχή κ.λπ. εἴτε στίς ἄλλες ἐργασίες πού ἔχω καθῆκον νά κάνω. Ὁ ἄνθρωπος ἔλαβε ἀπό τόν Θεό ἐντολή στόν Παράδεισο «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γεν. β’, 15). Εἴτε ἡ ἐργασία ἀναφέρεται στόν Παράδεισο, τόν ὡραιότατο κῆπο, εἴτε στόν ἑαυτό του, ἡ ἐντολή δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος προικίσθηκε ἀπό τόν Θεό μέ τήν ἱκανότητα τῆς ἐργασίας, ἔχει τάλαντα καί πεδίο δράσης. Δέν βρέθηκε σέ ἕνα κόσμο στατικό, πού δέν ἐπιδέχεται ἀλλαγή. Μετά τήν πτώση, κάθε ἄνθρωπος ἔχει πολλή δουλειά νά ἐπιτελέσει στόν ἑαυτό του γιά τή σωτηρία του, ἀλλά καί μέ κόπο πρέπει νά ἐργάζεται νά ἐξυπηρετεῖ τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους. Στήν παραβολή τῶν ταλάντων μέ ἔντονο τρόπο τονίζεται ὅτι ἡ ὀκνηρία θά ἔχει καταστροφικές συνέπειες. «Δοῦλε κακέ καί ὀκνηρέ…» (Ματθ. κε’, 26) λέγει ὁ Κύριος στόν ἄνθρωπο πού δέν ἐργάστηκε γιά νά ἀξιοποιήσει τά τάλαντά του. Ἡ πνευματική ζωή νεκρώνεται καί ὅλα τά κακά μποροῦν νά εἰσβάλουν μέσα μας, ἄν δέν εἴμαστε ἄγρυπνοι φρουροί τῆς ψυχῆς μας, ἀλλά καί τό σῶμα ἀδρανεῖ καί ἀχρηστεύεται μέ τήν ἀργία. 

Ἀπό τό πνεῦμα«περιεργείας» ζητοῦμε ἀκόμη ἀπό τόν Κύριο νά μᾶς ἀπαλλάξει, γιατί εἶναι ὕπουλο πάθος πού κάνει πολλή ζημιά στήν ψυχή. Ὁ χρόνος καί οἱ δυνάμεις μας εἶναι πολύτιμα, ἀλλά ἡ περιέργεια μᾶς τά κλέβει καί δέν ἀφήνει νά ἐστιάσουμε τήν προσοχή μας στόν ἑαυτό μας καί τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας. Πόσα ἄχρηστα, ἐπιβλαβῆ καί ἀκάθαρτα γεμίζουν τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας, ἐπειδή περιεργαζόμαστε τή ζωή τῶν ἄλλων, τά διάφορα θεάματα καί ὅ,τι μάταιο καί ἁμαρτωλό διαφημίζει ὁ κόσμος! «Ἀνέβη θάνατος διά τῶν θυρίδων ὑμῶν» (Ἱερ. θ’, 21). Τά «παράθυρα» τῆς ψυχῆς, ἀντί νά ἀνοίγουν στόν «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» ἀνοίγουν στόν ἄνεμο τοῦ κακοῦ. Οἱ πειρασμοί στή ζωή μᾶς εἶναι ἤδη πολλοί καί ἔχουμε εὐθύνη, ἄν προκαλοῦμε περισσότερους μέ τήν περιέργειά μας.

…Πνεῦμα «φιλαρχίας». Σέ κάθε σύνολο ἀνθρώπων κάποιος «ἄρχει» ἐξουσιάζει, γιατί ἔτσι ὑπάρχει ὀργάνωση καί τάξη. Ὅμως ἡ ἀγάπη γιά ἐξουσία, ὠς ἐκδήλωση τοῦ ἐγωισμοῦ καί τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νά ὑπάρχει στόν καθένα μας καί νά ἐκδηλώνεται μέ τή διάθεση νά ἐπιβάλλουμε τό θέλημά μας καί νά ἐξουσιάζουμε τούς ἀνθρώπους μέ τούς ὁποίους συναναστρεφόμαστε. Θέλουμε ἡ γνώμη μας νά γίνεται πάντα δεκτή, νά μᾶς ὑπακοῦν, νά ἐκδηλώνουν τιμή στό πρόσωπό μας. Στόν χῶρο πού ἔχουμε γνώσεις καί κάποια εὐθύνη, δέν δεχόμαστε νά ἐπέμβει κάποιος. Λέμε, «ἐγώ ξέρω» καί γινόμαστε συγκεντρωτικοί. Ἡ φιλαρχία μπορεῖ νά ἐκδηλώνεται στήν οἰκογένεια, τή δουλειά… και προκαλεῖ συγκρούσεις καί παράπονα. Ὁ φίλαρχος γίνεται πιεστικός καί δύσκολος στή συνεργασία.

…Πνεῦμα «ἀργολογίας». Ἀργοί λόγοι, γιά τούς ὁποίους ὁ Κύριος εἶπε ὅτι θά δώσουμε λόγο, εἶναι τά μάταια καί ἀνώφελα λόγια. «Πᾶν ρῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. ιβ’, 36). Οἱ «ἀργοί λόγοι» εἶναι σκόρπισμα τοῦ νοῦ, ἄδειασμα τῆς ψυχῆς καί χάσιμο χρόνου καί ἀναπόφευκτα καταλήγουν σέ ἁμαρτία, ἀφοῦ θά ἐκφράσουν κατάκριση, κενοδοξία καί ὅποιο ἄλλο πάθος ὑπάρχει μέσα μας, γιατί «ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν» (Παροιμ. ι’, 19).

Ὁ πνευματικός ἀγώνας δέν μπορεῖ νά ἐπικεντρώνεται μόνο στήν ἀπαλλαγή ἀπό ἀδυναμίες. Ἔχουμε πολύ δρόμο νά διανύσουμε, γιά νά γίνουμε Χριστιανοί μέ ὁλοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. «ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτισμένος» (Β΄ Τιμ. γ’, 17). Γι’ αὐτό καί ἡ προσευχή μας στρέφεται καί στίς ἀρετές πού κοσμοῦν τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.

Ζητᾶ ἡ προσευχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ νά μᾶς χαρίσει ὁ Κυρίος πρῶτα, «πνεῦμα σωφροσύνης» δηλαδή φρόνηση, ἐγκράτεια καί καθαρότητα ἐσωτερική. Ἡ ἁμαρτία μολύνει τόν ἄνθρωπο καί σκοτίζει τόν νοῦ. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς φωτίζεται ἀπό τόν Θεό, κατευθύνει τίς ἐπιθυμίες, τίς ἀποφάσεις καί τήν ὅλη συμπεριφορά, γιά νά βαδίζουμε μέ σωφροσύνη. Γι’ αὐτό εἶναι σπουδαῖο νά φυλάσσουμε τόν νοῦ μας, καί νά μήν ἀφήνουμε νά εἰσβάλλουν τά ποικίλα κακά πού προβάλλει ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας. Κάποτε ἡ ψευδαίσθηση τῆς ψυχαγωγίας καί τῆς χαλάρωσης μᾶς παρασύρει νά γεμίζουμε τό μυαλό μας μέ πράγματα πού δέν ἔχουν σχέση μέ τή σεμνότητα καί τή σωφροσύνη. Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ἁμαρτία εἶναι καί οἱ λογισμοί πού θεληματικά δεχόμαστε μέσα μας.

…Πνεῦμα «ταπεινοφροσύνης» ζητοῦμε ἀκόμη ἀπό τόν Κύριο, γιατί εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά καλλιεργηθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές. Ἡ ταπεινοφροσύνη ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά νικήσει τίς ἀδυναμίες καί θά μᾶς πλουτίσει μέ ἀρετές. Θά κάνει τήν ψυχή δεκτική στίς δωρεές τοῦ Θεοῦ.

…Πνεῦμα «ὑπομονῆς». Χρειαζόμαστε τόσο πολύ αὐτή τήν ἐσωτερική δύναμη, πού ἰσχυροποιεῖ τήν ψυχή σέ κάθε ἀγώνα καί δυσκολία. Ὑπομονή χρειαζόμαστε στά καθημερινά ἔργα, γιά νά μήν μας καταβάλλει ὁ κόπος καί οἱ μικροδυσκολίες. Τήν χρειαζόμαστε γιά νά καρποφορεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ τήν ἀρετή καί γιά νά ὁλοκληρωθεῖ κάθε ἀγαθό ἔργο. Εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά ζοῦμε εἰρηνικά καί νά ἀντέχουμε κάθε ἀντιξοότητα ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπρόσμενα γεγονότα, μία ἀσθένεια καί ὅ,τι ἄλλο μᾶς στενοχωρεῖ. «Οὐαί ὑμίν τοῖς ἀπολωλεκόσι τήν ὑπομονήν» (Σοφία Σειράχ β’, 14).  Ἀλίμονο στόν ἄνθρωπο πού χάνει τήν ὑπομονή του. Πῶς θά ἀντεπεξέλθει στίς ἀναπόφευκτες δοκιμασίες τῆς ζωῆς; «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχᾶς ὑμῶν» (Ματθ. 10, 22). Διά τῆς ὑπομονῆς θά φτάσουμε στή σωτηρία μας.

…Πνεῦμα «ἀγάπης». Ὁ Κύριος πρόβαλε καί τόνισε τήν «καινήν ἐντολήν», τήν ἀγάπη γιά ὅλους, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς! Εἶναι ἡ κορυφή τῶν ἀρετῶν, τό ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τῶν Χριστιανῶν. Αὐτή μας ὁδηγεῖ στό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἀφοῦ «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστιν» (Α΄ Ἰωάν. δ’, 16). Ἡ ἀγάπη περικλείει καί ἐνισχύει ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές: Τήν ἐλεημοσύνη, τή συγχωρητικότητα, τήν ἀνοχή, τή μακροθυμία…

Στό τέλος τῆς προσευχῆς ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ προσθέτει ἕνα ἄλλο αἴτημα: «Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαι μοί τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα καί μήν κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου». Ὁ Κύριός μας ζητᾶ νά ἐπικεντρωθοῦμε στήν διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ταπεινά νά δοῦμε τά λάθη καί τίς ἐλλείψεις μας καί ὕστερα ἄς βοηθήσουμε τούς ἄλλους· «τί δέ βλέπεις τό κάρφος τό ἐν τῷ ὀφθαλμῶ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τήν δέ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκόν οὐ κατανοεῖς;» (Ματθ. ζ’, 3). Εἶναι μεγάλο κατόρθωμα ἡ αὐτογνωσία καί νά παρακαλοῦμε θερμά τόν Κύριο νά μᾶς τό δώσει, γιά νά μήν κατακρίνουμε τούς ἀνθρώπους, πού πρέπει νά βλέπουμε ὡς ἀδελφούς μας, μέ ἀγάπη. Τά λάθη τους νά μᾶς κινοῦν σέ συμπάθεια, προσευχή, περισσότερη προσοχή στόν ἑαυτό μας καί ὄχι ὑπερήφανη κριτική. Ὁ Κύριός μας προειδοποιεῖ ὅτι θά κριθοῦμε μέ τό μέτρο πού ἐμεῖς κρίνουμε τούς ἄλλους. «Ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ’, 3).

«Ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰώνας». Ἡ προσευχή τελειώνει μέ δοξολογία στόν δωρεοδότη Χριστό. Σ’ Αὐτόν προσβλέπουμε, γιά νά ἱκανοποιήσει κάθε ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας καί Αὐτόν πρέπει νά δοξολογοῦμε ἀκατάπαυστα.

Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ εἶναι σύντομη καί περιεκτική προσευχή, ἀλλά ταυτόχρονα καί διάγραμμα ἑνός ὁλοκληρωμένου πνευματικοῦ ἀγώνα. Ἡ Μ. Τεσσαρακοστή μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία γιά ἀνανέωση καί ἐνδυνάμωση τῆς ἀπόφασής μας νά καταβάλουμε κάθε προσπάθεια γιά νά ἑλκύσουμε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καταξιώνεται ἡ ζωή μας, ἀφοῦ πορευόμαστε στόν προορισμό μας, τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “Παρέμβαση Εκκλησιαστική”, τεύχος 57 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2024), σελ. 521-524.

Print Friendly, PDF & Email

Share this post