Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, ένας «διδάσκαλος του Γένους» (2016-2025)
Στις 22 Φεβρουαρίου 2025 συμπληρώθηκαν εννέα έτη από την εκδημία του διεθνούς κύρους ιστορικού Θεόδωρου Παπαδόπουλλου, ο οποίος, συν τοις άλλοις, συνέδεσε το όνομά του με το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος γεννήθηκε στη Βάσα Κοιλανίου το 1921. Γονείς του ήταν ο πολυγραφότατος λόγιος δάσκαλος Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος και μητέρα του η Φωτεινή Αχιλλέως Αργυρίδου. Αφού τελείωσε το Ελένειο Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, από όπου αποφοίτησε το 1937. Λόγω της ανάμειξης του πατέρα του στα Οκτωβριανά και των σκληρών μέτρων της Παλμεροκρατίας, το 1939 μετανάστευσε στο Βελγικό Κονγκό, όπου εργάστηκε για μια εξαετία σε μεταλλευτική εταιρεία. Παράλληλα, γνώρισε και μελέτησε τον πολιτισμό των ιθαγενών και έμαθε τις γλώσσες τους, ιδίως τη Σουαχίλι.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετέβη στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Αρχαία, Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική Φιλολογία, Γαλλική Φιλολογία και Φιλοσοφία και αναγορεύθηκε διδάκτωρ. Τίτλος διδακτορικής διατριβής: «Studies and Documents Relating to the History of the Greek Church and People under Turkish Domination». Ακολούθως, εργάστηκε στο Ινστιτούτο Εθνολογίας του Πανεπιστημίου των Παρισίων.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο, το 1963, κατόπιν πρόσκλησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, επιδόθηκε συστηματικά στην επιστημονική έρευνα με επίκεντρο την Ιστορία της Κύπρου.
Πρωτοστάτησε στην ίδρυση και οργάνωση του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, το οποίο διηύθυνε από το 1967 έως και το 1981. Ακολούθως, από το 1981 έως το 2016, διηύθυνε το Γραφείο Κυπριακής Ιστορίας του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Στο μεταξύ, κατά την περίοδο 1976-2001 διετέλεσε Πρόεδρος της Κυπριακής Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών. Διετέλεσε, επίσης, Γραμματέας και ακολούθως Πρόεδρος της Κυπριακής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών. Επιπλέον, διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και εκδότης του ετήσιου περιοδικού Κυπριακαί Σπουδαί. Οι τόμοι 28-50 (1965-1986) του περιοδικού και αυτοτελή δημοσιεύματα της ίδιας περιόδου φέρουν τη σφραγίδα του. Παράλληλα, υπήρξε ο οργανωτικός γραμματέας των δύο πρώτων Κυπριολογικών Συνεδρίων (1969 και 1982).
Πέραν των παραπάνω και χάρη στο διεθνές κύρος του, ο Παπαδόπουλλος αποτέλεσε επανειλημμένα μέλος των αντιπροσωπειών της Κύπρου στην Επιτροπή Ανωτέρας Παιδείας και Ερεύνης του Συμβουλίου της Ευρώπης και στη Γενική Συνέλευση της UNESCO.
Πολλές εργασίες του παρουσιάστηκαν σε τοπικά και διεθνή επιστημονικά Συνέδρια, δημοσιεύτηκαν σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους και μεταφράστηκαν σε αρκετές γλώσσες.
Η εργογραφία του Παπαδόπουλλου (ως συγγραφέα, επιμελητή ή εκδότη) στους τομείς της Κυπριακής Ιστορίας (Αρχαίας, Μεσαιωνικής, Νεότερης και Σύγχρονης), Λαογραφίας και Φιλολογίας καθώς και της Εθνολογίας περιλαμβάνει, βάσει της τελευταίας καταγραφής του ιδίου, 193 έργα (συμπεριλαμβανομένων των αναδημοσιεύσεων). Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται θεμελιώδη έργα της νεότερης κυπριακής ιστοριογραφίας.
Η μοναδικότητα ειδικά του κυπριολογικού έργου του Θεοδώρου Παπαδόπουλλου εδράζεται αφενός στον όγκο και το χρονικό και θεματικό εύρος του αφετέρου στην επιστημονική μεθοδικότητα και τον ζήλο για την ανακάλυψη, συνθετική αξιοποίηση και έκδοση των πηγών.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στην μνημειώδη σειρά Ιστορία της Κύπρου, τ. Α΄-Στ΄, Λευκωσία: ΙΑΜ, 1996-2011, την οποίαν ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος εμπνεύστηκε και επιμελήθηκε. Ο ίδιος συνέγραψε τρία κεφάλαια καθώς και τα προλεγόμενα και τη βιβλιογραφία όλων των τόμων.
Για το πολυσχιδές επιστημονικό έργο του, ο Παπαδόπουλλος τιμήθηκε από πολιτειακούς, εκπαιδευτικούς και εκκλησιαστικούς φορείς στην Κύπρο, την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αφρική. Το 1974, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών της Κυπριακής Δημοκρατίας για το σύνολο του επιστημονικού έργου του και ιδιαιτέρως για τα πεπραγμένα του ως Διευθυντή του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών. Ταυτόχρονα, βράβευσε το ίδιο το Κέντρο για το επιστημονικό και εθνικό έργο του.
Το 1977 ο Παπαδόπουλλος ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1999 του Πανεπιστημίου Κύπρου και το 2003 του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Ισπανία διορίστηκε αντεπιστέλλον μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης. Στη Γαλλία ανακηρύχθηκε αξιωματικός του Εθνικού Τάγματος της Λεγεώνος της Τιμής. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον παρασημοφόρησε για τη συμβολή του στην ίδρυση της πρώτης Ορθόδοξης Επισκοπής και της πρώτης Εκκλησίας στο Βελγικό Κονγκό.
Το 2009, η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στον Παπαδόπουλλο τα διάσημα του Ξένου Εταίρου της Ακαδημίας στην «Τάξιν τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Καλῶν Τεχνῶν». Κατά την τελετή απονομής, ο Πρόεδρος του ιδρύματος Πάνος Λιγομενίδης τον χαρακτήρισε ως τον διαπρεπέστερο Ελληνοκύπριο ιστορικό.
Τέλος, το 2012, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου απένειμε στον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο την ανώτατη τιμητική της διάκριση, το Χρυσούν Παράσημον του Αποστόλου Βαρνάβα, για τη συνολική προσφορά του στην Ιστορία, την Κύπρο, την Παιδεία και την Εκκλησία της, υπό την ιδιότητα του επιστήμονα ιστορικού, του συγγραφέα και του ερευνητή.
Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2016, πλήρης ημερών και έργων. Αποχαιρετώντας τον επί σειρά ετών φίλο και συνεργάτη του, ο πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Τριανταφυλλόπουλος τόνισε στον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε, στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Έγκωμης, προβάλλοντας το εξαίρετο ήθος, την επιστημοσύνη και την κληρονομιά του: «Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος ανήκε στη μεγάλη [..] χορεία των Διδασκάλων του Γένους, καταγόμενος από οικογένεια προσώπων, αφιερωμένων στην υπηρεσία της Εκκλησίας και της Κύπρου. […] Οπλισμένος με στιβαρή ελληνομάθεια, […] πολύγλωσσος, με πολλαπλά ενδιαφέροντα, με χαλκέντερη βούληση προς πνευματική εργασία και με ακατάβλητη θέληση, κατόρθωσε από καίριες θέσεις να συνεισφέρει μέγιστες επιστημονικές υπηρεσίες στον τόπο του. […] Δεν δίστασε να θίξει καίρια και οδυνηρά ζητήματα της κυπριακής ιστορίας, όπως το αποικιοκρατικό υπόβαθρο της θεώρησης της κυπριακής ιστορίας από την αγγλοσαξωνική διανόηση μέχρι και σήμερα […] την ακαταδάμαστη βούληση του κυπριακού λαού για Ένωση και την προσπάθεια πλαστογράφησης των ιστορικών-εθνολογικών δεδομένων για την περίοδο της Τουρκοκρατίας […] πάντοτε με αυστηρή επιστημονική επιχειρηματολογία και πλούσια τεκμηρίωση. […] Ένα άλλο μεγάλο χάρισμά του ήταν η βασιλική αρετή της γενναιοφροσύνης […]. Με τέτοιο ήθος και σπάνια χαρίσματα κοσμημένος, μπόρεσε να προσφέρει απλόχερα στην παιδεία του τόπου του […]».
Συνοδοιπόρος του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου ήταν, έως το τέλος της ζωής του, η σύζυγός του Ρολάνδα. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η κ. Ρολάνδα Παπαδοπούλλου δίδαξε για δεκαετίες στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.
Τμήμα της Βιβλιοθήκης και του Αρχείου του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου παραχωρήθηκε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου από την κ. Ρολάνδα Παπαδοπούλλου. Η Σύνοδος ανέθεσε την επεξεργασία και τη φύλαξη στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Οι εκδόσεις καταγράφηκαν και καταλογογραφήθηκαν από την κ. Χαρά Σταυρή, Διευθύντρια της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος, και τις βοηθούς βιβλιοθηκονόμους κ. Ελπίδα Ευτυχίου, κ. Γιασεμίνα Νικολαΐδου και κ. Κυπρούλλα Σπανού. Το Αρχείο καταγράφηκε λεπτομερώς, βάσει του Διεθνούς Προτύπου Αρχειακής Περιγραφής από τη Δρα Σωτηρούλα Βασιλείου, επιστημονική λειτουργό του Ιδρύματος. Η ανάδειξη του εν λόγω βιβλιακού και αρχειακού πλούτου περιλαμβάνεται στους στόχους του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Στις φωτογραφίες, στιγμιότυπα από την απονομή του Χρυσού Παρασήμου του Αποστόλου Βαρνάβα στον Θεόδωρο Παπαδόπουλλο, το 2012.
Δρ Σωτηρούλα Βασιλείου,
Επιστημονική Λειτουργός
Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄


