Το «πέρασμα» του αγιογράφου Θεοφάνους του Κρητός από την Κύπρο

Το «πέρασμα» του αγιογράφου Θεοφάνους του Κρητός από την Κύπρο

Στην Κύπρο και πιο συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου στην Πάφο έζησε για ένα διάστημα της ζωής του ο μεγάλος αγιογράφος του 16ου αιώνα Θεοφάνης ο Κρης, κυριότερος εκπρόσωπος της «Κρητικής Σχολής», του οποίου μνημειώδη έργα βρίσκονται στα Μετέωρα (Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά) και στις Μονές Μεγίστη Λαύρα και Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους.

Σημαντικά στοιχεία για το «πέρασμα» από την Κύπρο και τα έργα του Θεοφάνους του Κρητός στο νησί προσκομίζει ο Κύπριος αγιογράφος- ερευνητής Γιώργος Πέτρου, μετά τη συντήρηση και την αφαίρεση της επιζωγράφισης εικόνας της Παναγίας Εγκλειστριανής, που φυλάσσεται στη Μονή του Αγίου Νεοφύτου, αλλά και τη μελέτη αρχειακού υλικού, που βρίσκεται στη Βενετία και αφορά τον κορυφαίο αγιογράφο.

Σήμερα, ο αγιογράφος Γ. Πέτρου και ο συνάδελφος του Κώστας Γερασίμου, ο οποίος τον βοήθησε στην έρευνα του, υποστηρίζουν ότι και μέρος των τοιχογραφιών του Καθολικού της Μονής του Αγίου Νεοφύτου μπορούν να αποδοθούν, μετά βεβαιότητας, στον Θεοφάνη.

Τα νέα αυτά στοιχεία φωτίζουν μια άγνωστη περίοδο της ζωής του μεγάλου αγιογράφου και αναμένεται να προκαλέσουν έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Ο αείμνηστος καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Μανώλης Χατζηδάκης είχε διατυπώσει πρώτος, πριν από πολλά χρόνια, την υπόθεση πιθανής καθόδου του Θεοφάνους του Κρητός στην Κύπρο.

Ο αγιογράφος- ερευνητής Γιώργος Πέτρου επισκεπτόταν συχνά πριν από χρόνια μαζί με το δάσκαλό του στην αγιογραφία, Αρχιμανδρίτη Συμεών – νυν ηγούμενο της Μονής Μαυροβουνίου – τη Μονή του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο. Καθώς μελετούσαν τις θαυμάσιες τοιχογραφίες του Καθολικού της Μονής, κατ\’ επανάληψη ο πατήρ Συμεών διατύπωνε την άποψη ότι οι τοιχογραφίες «δεν μπορεί να είναι από χέρι άλλου αγιογράφου, παρά από του κρητικού ζωγράφου και μοναχού Θεοφάνη». Ωστόσο, το ερώτημα ήταν πώς βρέθηκε ο Θεοφάνης στην Κύπρο, αφού αυτό δεν αναφέρεται στη βιογραφία του, και κυρίως, γιατί να μην υπογράφει πουθενά ως Θεοφάνης;

Αυτό το ερώτημα ήταν το έναυσμα για μια βαθύτερη μελέτη, από τον Γ. Πέτρου, του έργου του μεγάλου κρητικού αγιογράφου.

«Τον Θεοφάνη, όταν σπούδαζα αγιογραφία, τον είχαμε ως πρότυπο ποιότητας και βρισκόμαστε σε συνεχή μελέτη της τεχνικής του, της χρωματικής του ποικιλίας και των συνθέσεων. Όσο πιο βαθιά μελετούσα τα έργα του τόσο περισσότερο πίστευα ότι το τοιχογραφικό σύνολο του Καθολικού και όσες τοιχογραφίες σώζονται στον πρόναο της εγκλείστρας του Αγίου Νεοφύτου είναι έργα δικά του. Αυτό όμως έρχεται σε σύγκρουση με τη μέχρι σήμερα επικρατούσα άποψη, ότι οι τοιχογραφίες ανήκουν στον αγιογράφο Ιωσήφ Χούρρη», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αγιογράφος Γ. Πέτρου.

Ο ίδιος εξηγεί ότι, όταν σπουδάζεις την αγιογραφία και παράλληλα την εξασκείς, τότε αρχίζεις σιγά – σιγά από την «έσω πλευρά» να αποκρυπτογραφείς κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τεχνικής του κάθε ζωγράφου. «Είναι μικρά γνωρίσματα, τα οποία δύσκολα μπορούν να τα διακρίνουν ακόμη και ακαδημαϊκοί μελετητές βυζαντινών εικόνων. Είναι αυτό που θα ονομάζαμε γραφικό χαρακτήρα και ο οποίος ανιχνεύεται στη μικρολεπτομέρεια, στο πώς ο κάθε ζωγράφος χειρίζεται το χρώμα και το πινέλο του στην εκτέλεση του έργου. Έτσι, μέσα από την ανάλυση του ¨γραφικού χαρακτήρα¨ μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ταυτότητα του ζωγράφου, αλλά και να αντλήσουμε κι άλλες πληροφορίες, όπως αν ήταν δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας κ.λπ.», σημειώνει ο Γ. Πέτρου.

Η απάντηση στα ερωτήματα για τον Θεοφάνη ήρθε μέσα από την εικόνα της Θεοτόκου Εγκλειστριανής. Η εικόνα είχε επιζωγραφισθεί παλαιά (ζωγραφίστηκε από πάνω στα κυριότερα μέρη της ζωγραφικής της επιφάνειας γύρω στο 1884), με αποτέλεσμα να αποκρυβεί και το υποκείμενο κάλλος του αρχικού έργου. Η λεπτή στρώση χρώματος της επιζωγράφισης επέτρεπε στο μάτι του ειδικού να διαπιστώσει το ανάγλυφο των πινελιών του αρχικού στρώματος. Το ζήτημα πλέον ήταν το πότε θα αποκαλυπτόταν το αρχικό έργο με την αφαίρεση της επιζωγράφισης.

«Έτσι, θα μπορούσα να διαπιστώσω την πλήρη ταύτιση της τεχνοτροπίας της εικόνας και του γραφικού χαρακτήρα του ζωγράφου, με αυτόν των τοιχογραφιών στην Μονή αλλά και με το πρώτο ενυπόγραφο έργο του «Θεοφάνη μοναχού του εν τη Κρίτη Στρελήτζα» -όπως ανορθόγραφα υπέγραφε- ενώ πλείστες όσες ανορθογραφίες αυτού του είδους βρίσκουμε και στις τοιχογραφίες στη Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά στα Μετέωρα, όπου τον συναντούμε, κατά γενική ομολογία, ως ώριμο ζωγράφο το 1527 και χωρίς προηγούμενο ενυπόγραφο έργο του ως Θεοφάνη μοναχού!», μας λέει ο Γ. Πέτρου.

Στην κόκκινη ζώνη στο κάτω μέρος της εικόνας της Παναγίας της Εγκλειστριανής ο ζωγράφος υπέγραφε απλώς ως Θεοφύλακτος «ΧΕΙΡ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ» . Δεν ήταν δύσκολο να υπολογιστεί ότι αυτό το έργο ανήκε στην προ-μοναχική περίοδο της ζωής του ζωγράφου, αφού υπάρχει η παράδοση αλλαγής του ονόματος των μοναχών κατά την κουρά τους με όνομα , που αρχίζει με το πρώτο γράμμα του κοσμικού τους ονόματος.

Ο Θεοφάνης έγινε μοναχός μετά τον θάνατο της γυναίκας του, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Συμεών και τον Νεόφυτο. Αυτό δείχνει ότι ο Θεοφάνης έδωσε στο δεύτερο παιδί του το όνομα του Κυπρίου Αγίου Νεοφύτου. Τα δύο παιδιά του Θεοφάνους καταγράφονται, από γραπτές μαρτυρίες, ως συνεργάτες του σε κάποιες τοιχογραφίες και εικόνες και ως κληρονόμοι του.

Ο Γ. Πέτρου, μελετώντας αρχειακό υλικό από την Ενετοκρατούμενη Κρήτη, το οποίο φυλάσσεται στη Βενετία, εντόπισε την ύπαρξη συμβολαίου στη λατινική. Σε αυτό, με ημερομηνία 19 Απριλίου 1509, ο ζωγράφος «Georgius Strilinca, pinctor, habitator burgi Candide…» [«Γεώργιος Στρελίτζας, ζωγράφος, κάτοικος της πόλεως Χάνδακος» (το όνομα του Ηρακλείου τότε)] αναλαμβάνει την υποχρέωση να ζωγραφίσει για λογαριασμό του ανεψιού του Θεοφυλάκτου Στρελίτζα ( «…tibi Theofylacto Strilici, nepoti meo,…») δέκα «σφαλιστάρια», δηλαδή τρίπτυχες εικόνες και περιγράφονται λεπτομερείς προδιαγραφές κατασκευής. Η δέσμευση, μάλιστα, ήταν άμεση, μιας κι έπρεπε να παραδοθούν τα τρίπτυχα αυτά σε λιγότερο από τρεις μήνες (μέχρι τον Ιούλιο του 1509), πράγμα που φανερώνει δύο στοιχεία: α) το επείγον της παραγγελίας από μέρους του παραγγελιοδότη Θεοφυλάκτου και β) ότι ο Θεοφύλακτος, που στο συμβόλαιο χαρακτηρίζεται ως «ser Theofylactus», είτε είχε την ιδιότητα του εμπόρου εικόνων είτε αυτήν του αναγνωρισμένου ζωγράφου που δεν προλάβαινε να τις ζωγραφίσει ο ίδιος, ίσως επειδή είχε μια άλλη σπουδαιότερη εργασία να διεκπεραιώσει και έτσι τις αναθέτει στο θείο του.

Σημαντικό ρόλο στη ζωή του μεγάλου Κρητικού αγιογράφου διαδραματίζει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας ο Α΄, κατά την πατριαρχεία του οποίου κλήθηκε ο Θεοφάνης να τοιχογραφήσει τον Αναπαυσά στα Μετέωρα και τη Μεγίστη Λαύρα στο Άγιο Όρος. Επίσης, ο Ιερεμίας ανακαίνισε τη Μονή Σταυρονικήτα, όπου ο Θεοφάνης ζωγράφισε με τη βοήθεια του γιου του Συμεών τις τοιχογραφίες του Καθολικού, του παρεκκλησίου του Προδρόμου και της Τράπεζας της Μονής στα 1546. Ο Γ. Πέτρου σημειώνει ότι είναι θαυμαστή η ικανότητα του Θεοφάνους του Κρητός να φτιάχνει στις Μονές αυτές, όπως και στην εικόνα της Παναγίας Εγκλειστριανής, τις προσωπογραφίες των δωρητών.

Ο Γ. Πέτρου υποστηρίζει ότι Ιερεμίας και Θεοφάνης φαίνεται ότι γνωρίστηκαν στη Μονή του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, όπου ο Πατριάρχης φιλοξενήθηκε για 16 μέρες . Σε κώδικα της Μονής του Αγίου Νεοφύτου υπάρχει «ενθύμηση» γραμμένη από τον Ιερομόναχο της Μονής Τιμόθεο, η οποία πληροφορεί ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας αφίχθη στη Μονή με συνοδεία κληρικών και λαϊκών τον Δεκέμβριο του 1523, καθ΄ οδόν προς τη Μονή Σινά και τα Ιεροσόλυμα.

Στη χρονολόγηση της εικόνας της Παναγίας Εγκλειστριανής, έπειτα από την πρόσφατη συντήρησή και αφαίρεση της επιζωγράφισης, συνεπώς και των τοιχογραφιών στον Άγιο Νεόφυτο, βοηθά ιδιαίτερα, σύμφωνα με τον Γ. Πέτρου, η προσωπογραφία του «πρώην ηγουμένου και πνευματικού πατρός» της μονής Ιωακείμ, που ο Θεοφάνης με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και μεγάλη δόση φυσικότητας (όπως άλλωστε και σε κατοπινά έργα του), απέδωσε στο κάτω αριστερό μέρος της εικόνας. Εικονίζεται γονατιστός να προσφέρει δέηση στη Θεοτόκο, για να μεσιτεύσει για τη σωτηρία της ψυχής του την ώρα της Κρίσης. Το γεγονός ότι αναφέρεται ως πρώην ηγούμενος και τότε πνευματικός πατήρ, μάλλον οδηγεί στο συμπέρασμα της πνευματικής καθοδήγησης του όλου έργου του Θεοφυλάκτου-Θεοφάνη στις πλούσιες τοιχογραφίες, που είχε εκτελέσει και των οποίων αρκετά μεγάλο μέρος σώζεται και σήμερα. Ανάμεσα σ\’ αυτές ξεχωρίζουμε τα δύο τοιχογραφικά σύνολα που αφορούσαν την Θεοτόκο, την προστάτιδα της μονής, τον βίο της δηλαδή στο νότιο κλίτος (ελάχιστα σωζόμενες) και τις σκηνές του Ακάθιστου Ύμνου στο Βόρειο, αναφέρει ο Γ. Πέτρου και προσθέτει:

«Μια σημείωση σε κώδικα της Μονής του Αγίου Νεοφύτου (Paris. Graecus 1461) αναφέρει τον θάνατο του ηγουμένου Ιωακείμ, στις 11 Απριλίου του 1521. Αυτή η πληροφορία μάς βοηθάει να χρονολογήσουμε την εικόνα της Εγκλειστριανής κατά την προ της ημερομηνίας αυτής περίοδο, αφού δεν μπορεί να υπονοήσει κανείς τη μετά θάνατον του ηγουμένου εκτέλεσή της, λόγω του προσωπικού τόνου και ενεστωτικού χρόνου της δέησής του, που αναγράφεται στο ειλητάριο το οποίο βαστάζει στην προσωπογραφία του. Οι τοιχογραφίες, λογικά, θα μπορούσαν να προηγούνται ή και να ακολουθούσαν χρονικά. Μάλλον δεχόμαστε το δεύτερο για πρακτικούς λόγους, διότι η εικόνα της Θεοτόκου αποτελούσε το σημείο αναφοράς στην απόδοση τιμής στο πρόσωπό της, τη στιγμή που ο ναός ήταν αφιερωμένος στη χάρη της και έτσι θα χρειαζόταν πρωτίστως στη λατρεία πριν από την εκτέλεση των – δευτερευούσης πρακτικά σημασίας- τοιχογραφιών. Κατά φυσικό τρόπο τοποθετούνται χρονικά στη φάση πριν από το 1527, όταν για πρώτη φορά συναντούμε τον ζωγράφο ως Θεοφάνη μοναχό στη μονή Αναπαυσά Μετεώρων (μάλλον στις πρώτες δύο δεκαετίες του 16ου αιώνα), κλείνοντας έτσι το μέχρι τώρα επιστημονικό κενό στη ζωή του, πριν από τη μοναχική του κουρά.

Η μελέτη του Γ. Πέτρου για τον Θεοφάνη τον Κρη θα παρουσιαστεί αναλυτικά, προσεχώς, σε ειδική έκδοση, στην οποία θα συμμετάσχει και ο Κώστας Γερασίμου, για τη συνάντηση των μεγάλων αγιογράφων Θεοφάνους τους Κρητός και Ιωσήφ Χούρρη στη Μονή του Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου.

Αριστείδης Βικέτος

Print Friendly

Share this post