Η έξοδος του Μεσολογγίου (10-04-1826)

Η έξοδος του Μεσολογγίου (10-04-1826)

Χριστόδουλου Γ. Παχουλίδη

Τη νύκτα της 10ης Απριλίου 1826 έμελλε να γραφτεί, μια από τις πιο ένδοξες, αλλά και πιο τραγικές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Στον περίβολο της πόλης αυτής, που την προστάτευε ένα χαμηλό τείχος, το οποίο ο  υπερόπτης εξ Αιγύπτου στρατηγός Ιμπραήμ, το ονόμασε «φράκτη», έσπασε η αλαζονεία της τουρκικής βαρβαρότητας και έλαμψε η απαράμιλλη ανδρεία της ελληνικής ψυχής, ιδιαίτερα  από του Ιουλίου 1825 έως τη 10η Απριλίου 1826.

Στη πόλη του Μεσολογγίου σωρεύθηκαν 12.000 ψυχές, από τις οποίες 4.000 άνδρες, οι κράτιστοι μαχητές της Ηπείρου, της Αιτωλίας και Ακαρνανίας και 1.000 μαχητές, από τους κατοίκους της πόλης αυτής που μπορούσαν να φέρουν όπλα.

Κατά χιλιάδες εφορμούσαν τα φουσάτα του Ρεσίτ πασά και του Ιμπραήμ, για να κυριεύσουν το μικρό αυτό προπύργιο της ελευθερίας και έσπαζαν πάνω του τα μούτρα τους. Χιλιάδες πτώματα Τούρκων στρατιωτών βρίσκονταν άταφα κάτω από τους προμαχώνες του Μεσολογγίου, ενώ από τους λίγους ηρωικούς υπερασπιστές, μόλις λίγες εκατοντάδες ήταν τα θύματα.

Όμως, ότι δεν κατόρθωσαν να πράξουν οι Τούρκοι, το κατάφερε η πείνα. Ήδη οι πολιορκούμενοι, μετά την έλλειψη τροφίμων, κατέφαγαν τα  άλογα, τους σκύλους και γάτους, ακόμη και τα ποντίκια της πόλης και συντηρούνταν με ελάχιστη τροφή και πικρά χόρτα που μάζευαν από τη λιμνοθάλασσα. 3.000 από  τους πολίτες πέθαναν από  το μαρτύριο της πείνας  και η εξουθένωση των υπολοίπων ερχόταν μέρα με τη μέρα. Γράφει  περί τούτου ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στο εξαίρετο ποιητικό του έργο, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», για να δηλώσει  το μαρτύριο της πείνας των μαχητών του Μεσολογγίου: «Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει… παράμερα στέκει ο άνδρας και κλαίει· αργά το τουφέκι σηκώνει και λέει: σε τούτο το χέρι τί κάνεις εσύ; Ο εχθρός μου το ξέρει πως μου είσαι βαρύ…». Ουδείς όμως των πολιορκημένων διανοήθηκε ποτέ, την παράδοση στον εχθρό. Αποφάσισαν την ηρωική έξοδο.  Αφού πρώτα μετέφεραν τους βαριά ασθενείς και ανίκανους να περπατήσουν και τους βαριά τραυματίες και γέροντες, στην πυριτιδαποθήκη, όπου ο πολιός γέροντας Καψάλης ανάλαβε το φοβερό έργο, όταν θα πλησίαζαν οι Τούρκοι και η σύλληψή τους θα ήταν αναπόφευκτη, τότε να θέσει φωτιά στην μπαρούτη και να τινάξει τους εφορμώντες  Τούρκους και τους Έλληνες, ασθενείς και γέροντες που κατέφυγαν στην πυριτιδαποθήκη, στον αέρα.

Στη συνέχεια, οι υπόλοιποι 3.000 μαχητές, με τα γυναικόπαιδα στη μέση. Ξιφήρεις, μέσα στη σκοτεινή νύκτα, με τρομερές κραυγές, όρμησαν προς την ελευθερία, ανατρέποντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Κατά τις σκληρές εκείνες μάχες, στις ώρες της εξόδου, ακούσθηκε φωνή: «Πίσω στην πόλη». Το πλήθος των αμάχων παρασύρθηκε από τη φωνή και στράφηκε πίσω προς το Μεσολόγγι και εκεί έγινε το μεγάλο μακελειό. 3.000 σφαγιάστηκαν και όσα γυναικόπαιδα παρέμειναν, εξανδραποδίσθηκαν. Κατά την ώρα εκείνη, ακούσθηκε και τρομερή  η έκρηξη της πυριτιδαποθήκης, η οποία παρέσυρε στον θάνατο τους γέροντες και τους πληγωμένους, αλλά και χιλιάδες εφορμώντων Τούρκων. Από τους μαχητές διασώθηκαν 1.300 και μερικά γυναικόπαιδα στα Σάλωνα (Άμφισσα).

Η ηρωική αυτή έξοδος συγκίνησε βαθύτατα την Ευρώπη. Συντάραξε τους πάντες και συνέτεινε να μεγαλώσει το φιλελληνικό ρεύμα και να οδηγήσει τους στόλους των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, στα νερά του Ναβαρίνου στις 8 Οκτωβρίου 1827 και εκεί να σπάσουν την αλαζονεία του Ιμπραήμ, να γεμίσουν τη θάλασσα με τα συντρίμμια του Τουρκικού στόλου και με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν τα μέγιστα, ώστε, να ξεπηδήσει η ελληνική ελευθερία «απ’ τα  κόκκαλα  βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά».

Ας έχουμε και μείς, ο Ελληνισμός της Κύπρου, την ίδια πίστη προς τον Θεό, την ομόνοια ανάμεσά μας, και το ίδιο πνεύμα φιλοπατρίας των ελεύθερων πολιορκημένων του Μεσολογγίου, ώστε σύντομα να έχουμε την εξ ύψους βοήθειά Του, για να ανατείλει και της Κύπρου μας  σύντομα η ελευθερία και η δικαίωσή της.

 

Πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα: 10.04.2021

Print Friendly, PDF & Email

Share this post